Πέμπτη 13 Αυγούστου 2020

ΧΡΟΝΟΙ ΔΙΣΕΧΤΟΙ



ΤΑΣΟΥ ΖΑΠΠΑ

ΧΡΟΝΟΙ ΔΙΣΕΧΤΟΙ

«Σα νάχαν ποτέ τελειωμό τα πάθια κι οι καημοί του κόσμου»
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Να σκύβεις στα βιώματα του λαού σου,στις καθημερινές ψυχικές του εκφάνσεις ,στις χαρές και στις λύπες του,στα τραγούδια και τα μοιρολόγια του,είναι ελάχιστο πνευματικό χρέος στον τόπο σου.Να τα ακούς και να τα
παίρνεις όλα τούτα από το ίδιο του το στόμα,στην καθάρια κι αχάλαστη γλώσσα του,που μένει η μεγάλη κι αστείρευτη βρυσομάνα, είναι σα ν’αφουγκράζεσαι την ίδια τη ψυχή του.Κι αυτή η γνήσια γλώσσα του λαού,καθώς καμπανίζει στ’αυτιά  σου,μοιάζει σα νάμα που κελαρύζει δροσιστικό μες από το βράχο κι ευφραίνει την ακοή σου. O Φωριέλ που έχει ξεχωριστά αγαπήσει τα δημοτικά μας τραγούδια,έχει πει για τη δημοτική μας γλώσσα πως με τον πλούτο της ,την λυγεράδα,τη σαφήνεια και την αρμονία της,έχει ότι απαιτείται για να θεωρείταιη ομορφότερη γλώσσα της Ευρώπης.
 Έσκυψα στα χωριά μας και σύναξα όσα μπόρεσα από τα βιώματα του λαού,από τα συνήθια,από τα βάσανά του,από τη γλώσσα του κι από τα δημιουργήματα της λαικής ψυχής-τραγούδιαμοιρολόγια,κατάρες,δοξασίες,γιατροσόφια-και τα κλείνω σε τούτες μου τις σελίδες ,όπως έπραξα και σε πρωτυτερινά βιβλία μου.Όσο ταπεινά κι αν θεωρηθούν ,έχουν την αρετή της γνησιότητας.
Όντες περπατάω τα ορεινά χωριά του νησιού,ο νους μου,ακάλεστος,γυρνάει σε εκείνα τα πρώτα-πρώτα χρόνια του αιώνα,τα πολύ φτωχικά,έτσι ως τα βαστάω στη θυμησή μου.Δεν ήτανε τότες καθόλου εύκολη η ζήση,μήτε το χρήμα περίσσιο.Και στο χωράφι με τ’αλέτρι,με το αστένι και το δικέλι,και στο βουνό με το κοπάδι,και στη θάλασσα με το κουπί,βαριά ήτουνα η μοίρα του καθενού,τυραγνισμένη.Χρώσταγες να πιάσεις σεφέρι με τη γης,με το βουνό η με τη θάλασσα προτού να φέξει και να σκολάσεις με το σούρουπο,είτε πήγαινες στο δικό σου χωράφι,είτε μεροκαματιάρης σε αλλουνού δούλεψη.Με περίσσιο ιδρώτα και ταμάχι έβγαινε το καρβέλι.Το ψωμί το άσπρο λιγοστοί το ξέρανεκι αυτοί ήτανε συχνά οι ξενομερίτες ψαράδες που τους το φέρνανε έτοιμο αγοραστό απ’την τρανή πολιτεία οι ψαροπούλες που δίνανε το πράμα τους.Οι στεριανοί που θα πηγαίνανε στον έμπορο να πάρουνε μια μπούρδα φαρίνα,να το ανακατέψουνε με το σμιγάδι,όφειλαν πολύ να το συλλογιστούνε,γιατί θα χρεωνόντουσαν και κάποτες,όντες τα χρέητααβγάταιναν πολύ,δε μπόρεγαν να  ξεπληρώσουν, και τότες το χάνανε το χωράφιπου είχανε βάλει αμανάτι.Αυτή τη φαρίνα μετρημένοι στα δάχτυλα θα τη δοκιμάζανε.
 Το σμιγάδι,το κριθάρι και το καλαμπόκι,φορτωμένα στο μουλάρι η στα γαιδούρι,θα τα πήγαιναν στο νερόμυλο να  τ’αλέσουνε,αυτό ήτανε το ψωμί.Με αυτό θα πορεύονταν.Τάχα τέτοιο ήταν και το κριθράλευρο που μνημονεύει ο Σώπατρος στους Δεισποσοφιστές του Αθήναιου;Τότες,παλιά που ανιστορώ τα καρβέλια ήτανε βαλμένα ψηλά στο ράφι,είχανε γίνει καρκανίδι, στις οχτώ ημέρες και χρειάζεσαι σκεπάρνι να τα κομματιάσεις.Σα δε έφτανες και γύρευες από το γονιό σου να σου κόψει το σίγουρο ήτανε πως θα δοκίμαζες την τουρτέκα.Μια χωριανή στη Στενή,η Παρασκευή Ντούρμα μου είχε ειπωμένα πως σαν παιδιά άμα πεινάγανε,αρπάζανε κανα κομμάτι ψωμί κρυφά,να πουμώσουνε τα’άδειο στομάχι και χωνόνταν κάτω απ’τα στρωσίδια και το τρώγανε ,για να μην τα δει η μάννα και πέσει ξύλο. Με αυτό το ψωμί και με τον κήπο ,με τα σπιτικά μακαρούνια,τον τραχανά,το μπουλουγούρι,τις αγοραστές πατάτες-δεν ξέρανε ακόμα τότες σε πολλά χωριά να τις φυτεύουνε-με τις ελιές ,με τ’αυγά και τα ξερά σύκα πορεύονταν.Σπολλάτη υπήρχανε στα μαγαζιά μακαρόνια και ρύζι,μα χρειαζόντουνα μονέδα που δεν την είχαν ούλοι.Καλά που στον αγρό μάζευες όση βρούβα ήθελες,και δόξα το μεγαλογύναμο που τους βρισκότανε κάπως πιο μπόλικο το λάδι κι ερχόντανε γύρω.Οι τσοπαναραίοι και λιγοστοί άλλοι είχανε και το σάκουλο με το τυρί.
 Το κρέας δεν ήτανε για ολουνούς.Οι πιο πολλοί βολεύονταν με πασπαλά ,που ήτανε φυλαγμένο στις πινιότες απ’τα Χριστούγεννα η με καμμιά όρνιθα.Καθεαυτού χασάπικο δεν δε βρισκότανε τότες στο χωριό-ξένοι δεν έρχονταν τότες-δε βόλευε να να το βαστήξει ανοιχτό.Ο μοναδικός έμπορας και μπακάλης του χωριού,ήτανε μαζί και χασάπης,θα έσφαζε κάθε Σάββατο η κάθε δεκαπέντε ,κανα μιλιόρι,τραγί η γίδα, Βόδι δε σφάζανε ποτές,ούτε γινόταν να χωρέσει στο τσερβέλο τους ότι μπορέγαν να σφάξουν βόδι που θεωρούσαν λίγο πολύ ιερό –όπως σε άλλους λαούς-και μουντέλι του σπιτιού,αφου με τούτο το καματερό θα στηλώνανε την πόρεψή τους οργώνοντας τη γης.Έτσι,λιγοστό τρώγανε κρέας.Βρισκόνταν φαμίλιες που-εξόν αποτα Χριστούγεννα με το γουρούνι και τη Λαμπρή με το κατσίκι που δεν το είχανε σε μεγάλη υπόλειψη τότες-τα αρνιά ήταν ακρινά και τα πουλάγανε-μόνο δυο φορές το χρόνο,το δεκαπεντάυγουστο και τις αποκριές θα αγοράζανε κρέας να αρτυστούν.Και τούτη η εξαίρεση της απόκριας έμοιαζε λιγούλι με κοροιδία,,αφου πολλοί από τους χωριανούς είχανε ολοχρονής απόκριες μιάς και νηστευανε με το ζόρι.Για οπωρικά μην κάνεις  λόγο.Χρώσταγες να καρτερέψεις να βγούνε τα σύκα,τα σταφύλια οι κούμπουλες και οι μόλες.Εμείς οι μικροί κυνηγάγαμε τα γκόρτσα,τα μούρτα και τις κουκουμάτσες.Άλλο ωπορικό δεν ξέραμε.
 Οι κουκουμάτσες και τα μούρτα στις μέρες του Εικοσιένα στάθηκαν σωτήρια τροφή για τους αγωνιστές,μα και τα ύστερινά χρόνια. 
Τα παπούτσια σ’εκείνα  τα παλιά,τα πολύ στερειμένα χρόνια που αμιστοράω,δεν ήταν υπόθεση της καθημερινής.Τα είχανε μονάχα για την εκκλησία και τις σκολάδες.Βακέτα για τα παιδιά,στιβάλια με λάστιχο στα πλάγια η γόβες για τους άνδρες και για τις γυναίκες σκαρπίνια με κορδόνια η κουμπωτά που κουμπώνανε με κουμπωτήρι ξεπιτούτου.Αν βρισκούνταν πολύ μακριά η εκκλησία η το ξωκκλήσι που γιόρταζε,καμπόσοι φύλαγαν τα παπούτσια τους στο ταγάρι και σα ζυγώνανε θα τα φοράγανε.Αμοιρη φτωχολογιά του τόπου μου που,πολυφαμελίτισσα ως ήσουνα,για να τα βγάλεις πέρα,έδιωχνες άβγαλτα ακόμα τα παιδιά σου,και τά’στελνες,αγόρια και κορίτσια,μικρά σκλαβάκια,στη μεγάλη στη κριματισμένη πολιτεία με τους πλούσιους αφέντες ,να δουλέψουνε στ’όποια ξένα χέρια και να φάνε το πικρό ψωμί της ξενητιάς,δούλοι της ανάγκης.
 Στο σχολείο σχεδόν ούλα τα παιδιά θα πηγαίναν ξηπόλυτα κι άλλα,προ πάντων τα τσοπανόπουλα,με τσαρούχια από γουρουνόδερμα.Έχω ακουστά να λένε για κάποιο πολυφαμελίτη γονιό,που δόξα το μεγαλοδύναμο,τούχε δοσμένα τρία τέσσερα παιδιά,ότι τα πήγαινε στην εκκλησία να τα κοινωνήσει με ένα μοναδικό ζευγάρι παπούτσια που τα φύλαγε στο ταγάρι.Το φόραγε ο πρώτος κι έμπαινε.Οι άλλοι προσμέναν απ’ εξω οι  να πάρουν αράδα να τα φορέσουν και να μπούνε να μεταλάβουν ο ένας ύστερα από τον άλλον και κατόπι,στο γυρισμό,να τα ξαναβάλουν στο τράστο.Μπορεί τούτο να μην είναι αλήθινό,μα φανερώνει την ανέχεια.
Στο μπαρμπέρη,που ήτουνα μαζί καφετζής και ταβερνιάρης,οι μεγάλοι από αναπαραδιά,αργά και που θα πήγαιναν  να τους κουρέψει.Όσο για τα γένια,κάθε οχτώ,θα κάνανε μονάχοι τους αν μπόραγαν,το μπαρμπέρη.Αν τους λάχαινε βαριά λύπη,γυναίκα,παιδί,γονιός,τότες θα μέναν αξούριστοι ως τα σαράντα.Ακόμα πιο ανάρια πηγαίναν στον κουρέα οι μικροί...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.