Κυριακή 9 Αυγούστου 2020

ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΓΟΥΣ Β

63. Τον άνεμο κουβάρι
«Κάθε πράμα στον καιρό του», του είπε η μάνα του, άμα τον είδε να κρεμάει το τουφέκι και μέσα της συνέχισε: «θα έχω το κεφάλι μου ήσυχο» και κατόπι μεναλοφώνησε: «Τώρα Γιάννη να κοιτάξεις, να βάνουμε σε σοδειά τις γίδες». Οι γίδες, από τρεις είχανε γίνει έντεκα. Οχτώ γαλάριες και τρεις στερφόγιδες, πρωτοκούρες. Οι γαλάριες είχανε γεννήσει δώδεκα κατσίκια. Έτσι γινόταν ένα κοπαδάκι. Θα τα φύλαε ο Γιάννης όλο το καλοκαίρι και το χινόπωρο, θα ξεχωρίζανε ποια θα κρατήσουνε γι’ αβγάτισμα, ποια θα πουλήσουνε, για να οικονομήσουν τις ανάγκες τους. Στο μεταξύ όμως, παρουσιαζόταν ένα δύσκολο πρόβλημα. Τα κατσίκια έπρεπε να χωριστούν από τις γίδες, για να μη βυζαίνουνε. Τρόπος άλλος δε γινόταν. Οι γίδες έχουνε μνημονικό. Δεν ξεχνούνε τα σημάδια του κατσικιού τους, ούτε και τη φωνή του. Κι αν ακόμη τους κλείσεις μάτια κι αυτιά, πάλι το ξεχωρίζουνε το δικό τους κατσίκι ανάμεσα σε χίλια, από τη μυρουδιά. Δεν είναι σαν τις προβατίνες. Τούτες οι τελευταίες, άμα τους κουρέψεις το αρνί και το μουτζουρώσεις με το καζάνι, δεν το πλησιάζουνε πια. Βελάζει αυτό, δέρνεται, σκοτώνεται, ρίχνεται στη μάνα του. Που αυτές! Ανασηκώνουνε τα πισινά τους πόδια για να του τραβήξουνε το μαστάρι από το στόμα, αν πετύχει να πιάσει τη ράγα και γυρίζοντας, του δίνουνε κουτουλιές και το ξαπλώνουνε στη γης.
Τίποτε δεν μπορεί να κάμει τη γίδα να ξεχάσει το κατσίκι της και τούτο,
να λησμονήσει τη μητέρα του. Μήνες χωρισμένα τα κατσίκια από τη μάνα τους, μόλις σμίξουνε, στη στιγμή τήνε ξαναγνωρίζουνε κι εκείνη τα ίδια.
Κι αυτό δε γίνεται μόνο για όσον καιρό βυζαίνει το κατσίκι, παρά και τον άλλο χρόνο και τον παραπάνω. Βλέπετε μέσα στο κοπάδι, οικογένειες γιδιών:
τη γιαγιά, τη μάνα, την αγγόνα, να περπατούνε μαζί και ν’ αλληλοφωνάζονται με βελάσματα, μόλις χάσει η μία την άλλη μέσα στο πλήθος. Οι τσοπάνηδες δεν καταφέρνουνε με άλλο τρόπο να γλιτώσουνε το γάλα από τα κατσίκια, παρά χωρίζοντάς τα στο στερφοκόπαδο. Αυτά όμως μόλις αγναντέψουν,
οι μάνες τους - τα γαλάρια - όχι μονάχα τα βελάσματά τους γνωρίζουνε,
παρά και τα κουδούνια του κοπαδιού. Τα κατσίκια δίνουνε πρώτα το σύνθημα. Μόλις ακούνε τα κουδούνια: «εκεί είναι οι μάνες μας», λένε το ένα στο άλλο. Κι αμέσως από εκατό, διακόσα στόματα, ασυγκράτητο  βέλασμα.
Πού ξεχωρίζει η κάθε γίδα το βέλασμα του κατσικιού της; Μια μυριόστομη απάντηση στέλνουν από κει και τους φωνάζουν: «Ελάτε, εμείς είμαστε». Και τότε αυτά, χιμούν απ’ όλες τις γιδόστρατες, να προσπεράσουνε το στερφάρη και να φτάσουν εκεί που είναι οι μάνες τους. Αυτός παλεύει με κάθε τρόπο να τα στομώσει. Όμως πάντα του ξεφεύγουνε τα πιο σβέλτα. Ένα δεύτερο εμπόδιο συναντούνε στον άλλο τσοπάνη, που φυλάει τα γαλάρια. Άλλα σκορπάνε, ανοίγουνε και - άλλο ψηλά, άλλο χαμηλά - καταφέρνουνε τέλος λίγα, να φτάσουνε στα γαλάρια και να σμίξουνε τις μάνες τους.
Γι αυτό δεν είναι αρκετό, νάχουνε χώρια τα στέρφα από τα γαλάρια, παρά χρειάζεται να βόσκουνε τα δυο κοπάδια μακριά κι απόμερα το ένα από το άλλο. Για κείνους που έχουνε στάνες, δε γεννιέται το πρόβλημα αυτό. Για να μην αποσταίνουνε τα στέρφα, κατεβαίνοντας και περνώντας χωρίς κανένα λόγο από τη στρούγκα, τα έχουνε δυο κοπάδια. Αλλά ο Γιάννης τι κοπάδια
να χωρίσει; Οχτώ γαλάρια και δεκαπέντε στέρφα. Έπειτα ποιος θα τα φύλαε;
Να πήγαινε κι η μάνα του κοντά από δέκα γίδια που λέει ο λόγος;
Δεν είχανε φτώχεια να κοιτάξει; Δυο άνθρωποι να χάνονται  με είκοσι τρία γίδια; Ούτε και του Γιάννη ο κόπος δεν έβγαινε. «Το Βλέπω, δεν έχομε διάφορο απ’ αυτά, αλλά λέω ν΄ αβγατίσουν», είχε πει πολλές φορές στο Γιάννη. Βρήκανε τρόπο να το βολέψουνε το ζήτημα. Παρακαλέσανε το νουνό
του Γιάννη, να τα πάρει τα κατσίκια στο κοπάδι του. Τους έκαμε τη χάρη,
αλλά δεν είχανε βέβαια και την απαίτηση ν’ αρνηθεί αυτός τον τόπο, για να ξεμακρύνουνε τα κατσίκια τους από τις γαλάριες. Ούτε και να στέκει σκοπός
ο τσοπάνης του κοπαδιού, μην του προσπεράσουνε τα ξένα κατσίκια και σμίξουνε τις μάνες τους. Ένα αδιάκοπο σύρε κι έλα ήταν η καθημερινή ζωή του Γιάννη.  Τα κατσίκια, μόλις αντικρίζανε τις γίδες, ξέκοβαν από το ξένο κοπάδι. Ο Γιάννης έπρεπε να είναι έτοιμος να τα γυρίσει πίσω.
Προσπερνούσανε, του πίνανε το λίγο γάλα των οχτώ γιδιών κι έτσι τον κάμανε να βαριεστήσει και να σιχαθεί και το επάγγελμα.
«Κακοπάλευτα ζωντανά», έλεγε της μάνας του.
«Την τυράγνια που τραβάω μ’ αυτά.
Όλη μέρα πέρα δώθε! Τι κάνω; Τον άνεμο κουβάρι!
Ούτε τα τσαρούχια μου δεν ξεπλερώνω».

64. Λάμπρος Καρβελάς
Ενώ ο Γιάννης έχανε τον καιρό του πέρα-δώθε στα πλάγια, πηγαίνοντας
τα κατσίκια στο κοπάδι του νουνού, για να γυρίσουν αν μπορούσανε, πιο μπροστά από αυτόνε στις μάνες τους, ο Λάμπρος ο Καρβελάς, από τα βόρεια της Στενής, γύριζε από την Αθήνα στο χωριό του. Τρεις ημέρες χρειαζότανε, να φτάσει από τα χωριό με το μουλάρι στην Αθήνα. Μια έκαμε από το χωριό ως την πόλη, που ήτανε κάτω στο λιμάνι. Και δυο από κει ως την Αθήνα.
Σε άλλες τρεις, ήτανε πίσω στο χωριό του. Γυρίζοντας, σταμάτησε στην πόλη του λιμανιού. Ψώνισε αλάτι, θειάφι, γνέμα, αργαστό πετσί, τα φόρτωσε στο μουλάρι του αποβραδίς, καβαλίκεψε και ξεκίνησε για το χωριό του. Όταν ξεμάκρυνε από την πόλη, τράβηξε το μουλάρι σ’ ένα χέρσο, το ξεφόρτωσε και το έδεσε να βοσκήσει. Κατόπι έβανε τα ψώνια προσκέφαλο και πλάγιασε να κοιμηθεί. Περασμένα μεσάνυχτα, πρόβαλε στον ορίζοντα το φεγγάρι. Αυτή τη στιγμή ο ταξιδιώτης, άκουσε μέσα στον ύπνο του τα σαγόνια του μουλαριού
ν’ αλέθουνε το χορτάρι και ξύπνησε. Ανακάθισε, ανακλαδίστηκε, σηκώθηκε και διευθύνθηκε προς το σκίνο, όπου είχε δεμένο το μουλάρι του. Ξεκομπόδιασε το σκοινί και μαζεύοντας το, όπως ο Θησέας το μίτο της Αριάδνης, έφτασε ως εκεί που έβοσκε το ζώο.
Στο μέρος που είχε ακουμπήσει τα ψώνια του, είχε βάνει αποβραδίς και την καπιστράνα του μουλαριού.
Τώρα την είχε πάρει μαζί του και φτάνοντας, τήνε πέρασε στο κεφάλι του ζώου. Έπιασε κατόπι το καπιστρόσκοινο κι έλυσε το σκοινί από το ποδάρι
του μουλαριού. Ύστερα το μεσοζύγιασε αυτό το σκοινί και το έδεσε στο σαμάρι, να πέφτει το μισό από το ένα μέρος, το μισό από την άλλη μεριά. Τράβηξε έπειτα το ζώο ανάμεσα στο φόρτωμα.
Κι από κει δίπλα σ’ ένα βράχο, πήδησε παρδάσκελα και το γαργάλισε το μουλάρι με τη σκινόβεργα που θυμήθηκε να κόψει, όταν έλυνε από το σκίνο το σκοινί. Το ζώο του Λάμπρου Καρβελά, σηκώνει εξήντα οκάδες φόρτωμα και τον αφεντικό του πανωσάμαρα. Είναι καλοταγισμένο ζωντανό. Δεν το αφήνει ο νοικοκύρης να ξεπέσει. Πρώτα ετοιμάζει του μουλαριού κι ύστερα κάθεται ο ίδιος να φάει.
Ο ήλιος έχει ανεβεί ψηλά. Τα πλάγια προσηλιάσαν.
Ο Λεβεντογιάννης έχει κατεβεί στην Κερασιά και τρώει το ψωμί του δίπλα
στο νερό, όταν ο Λάμπρος Καρβελάς, περνώντας τη Στενή, μπαίνει στο δάσος της
κι ανεβαίνοντας την ανηφοριά, αγναντεύει κατά την πηγή. Μόλις τον αντίκρισε ο Γιάννης, έμεινε με το στόμα ανοιχτό.
Τι είναι αυτό, βουνό ή άνθρωπος; 
Στο κεφάλι του φορεί μια φέσα κόκκινη, ένα φέσι ψηλό ως εκεί απάνω, ορθό, ατσάκιστο, λίγο γερτό. Στη βάση γύρω στα μηλίγγια κείθε-δώθε, το έχει δέσει μ’ ένα κανελί μαντίλι. Γένια κάτασπρα και μουστάκια ίδια. Λυτά τα γαϊτάνια από το πουκάμισό του. Τα στήθια ανοιχτά, τοίχος χορταριασμένος.
Το απόγειο της νύχτας είχε πέσει κι η μέρα, όσο προχωρούσε τόσο και ζέσταινε. Ο Λάμπρος Καρβελάς έχει γδύσει τη χιονάτη σωκάρδα του,
τη «φλοκάτα» και την έχει στρώσει πανωσάμαρα. Κάθεται απάνω κι έχει ρίξει πίσω τα μανίκια, από το κάτασπρο ζιπούνι που φορεί. Σειραδωμένο είναι
κι αυτό άκρη την άκρη, με άσπρο σειράδι, όπως κι η φλοκάτα του.
Φανέλα δε φορεί. Το χιονάτο κοντοπουκάμισο του σκεπάζει τα χέρια ως τον καρπό, με κάτι μανίκια φαρδιά. Άμα σήκωνε τα χέρια του, τα μανίκια κατεβαίνανε στον ώμο και τότε έβλεπες δυο μπράτσα σαν των αγωνιστών, που σκαρφαλώνανε το ΕΙΚΟΣΊΕΝΑ στα κάστρα. Φουστανέλα κατάλευκη έχει χυθεί ολόγυρα στο σαμάρι και τόνε σκεπάζει το γέρο ως το γόνατο. Κι ύστερα, κάλτσες άσπρες του κρύβουνε τα πόδια σκεπάζοντας και τον αστράγαλο.
Καθώς πήγαινε το μουλάρι ανηφοριστά, ο γέρος καθότανε ολόρθος κι έγερνε λίγο, μα πολύ λίγο, κατά πίσω. Το χρώμα των τσαρουχιών κι η ρουδοβαμμένη «γονατάρα» - αυτή που έδενε την κάλτσα κάτω από το γόνατο - η κόκκινη φέσα στο κεφάλι και το σελάχι, που εξείχε απάνω από το μπροστάρι του σαμαριού σαν ταμπούρι, αυτά τον κάνανε δίγνωμο το Γιάννη, αν είναι
βουνό ή άνθρωπος.
Ό Λάμπρος Καρβελάς, είχε γεννηθεί στα ΜΕΓΑΛΑ ΧΡΟΝΙΑ. Μεγάλωσε ανάμεσα στους ήρωες και στους πολεμάρχους. Απ’ αυτούς πήρε την ανάταση. Όταν έφτασε στη βρύση, πέζεψε σα νάτανε δεκαοχτώ χρόνων και καλημέρησε το Γιάννη, όπως θα καλημέραε το γιό του κι ας τον έβλεπε πρώτη φορά το Γιάννη. Ξεκρέμασε κατόπι το ταγάρι με το ψωμί, τ’ απίθωσε δίπλα στην πηγή κι ήταν έτοιμος να τραβήξει παρέκει το μουλάρι για να βοσκήσει. Αλλά αυτό προσφέρθηκε και το έκανε ο Γιάννης. Κάθισε ύστερα ο γέρος απάνω σε μια πέτρα, έβγανε το ψωμί και το τυρί, έστρωσε το ταγάρι στο χορτάρι κι άπλωσε απάνω και ψωμί και προσφάγι.
«Έλα Χριστέ. Κόπιασε να φάμε», είπε στο Γιάννη, κάνοντας το Σταυρό του».
«Χαρήτε», του απάντησε ο Γιάννης, «μόλις έπαψα».
Ο γέρος άρχισε να τρώει κι ο Γιάννης τον περιεργαζόταν από τα νύχια ως την κορφή. Τότε το παρατήρησε, πως τα δασωμένα στήθια, τα αυλάκωνε σε δυο μεριές ένα κορδόνι, που ήτανε περασμένο στο λαιμό του γέρου και κατέβαινε βαθιά στον κόρφο του. Κάτι βαρύ κρέμεται από αυτό το κορδόνι.
Ο Λάμπρος ο Καρβελάς, ενώ έτρωγε, έριχνε το μάτι του απάνω στο Γιάννη
κι ύστερα το χαμήλωνε, σα να κοίταζε το ταγάρι του. Σε λίγο πάλι τήραε το Γιάννη μέσα στα μάτια και πάλι το βλέμμα του έπεφτε κάτω. Κάτι έπαιρνε από το Γιάννη με τις ματιές και σκύβοντας ύστερα, το δούλευε με το νου του. Κάποια στιγμή είχε κατασταλάξει κάπου. Σηκώθηκε, ήρθε πλάι στην πηγή, ήπιε με τις φούχτες του, έβγανε έπειτα από το σελάχι την υφαντή πετσέτα με τα κρόσσια στις άκρες, σφόγγισε το στόμα του, γένια και μουστάκια κι ύστερα ρώτησε το Γιάννη: «Δε μου λες παλληκάρι, από ποιους ακούγεσαι;»
«Ο πατέρας μου δε ζει! Δήμος Λεβέντης ακουόταν. Έμένα με λένε Γιάννη».
«Τι τον είχες το Γιάννο το Λεβέντη;» «Παππούς μου ήταν!»
«Εγγόνι του Γιάννου είσαι παλληκάρι μου;» Σώπασε για μια στιγμή ο γέρος, γιατί θολώσανε τα μάτια του. Και μόλις έπνιξε το δάκρυ συνέχισε: «Δεν ξέρεις παλληκάρι μου, τι παππού είχες! Πού πήγε εκείνος ο κόσμος; Που είναι
ο παππούς σου ο Γιάννος, που είναι ο καπετάν Αγγελής, τόσοι και τόσοι; Τέτοιους άντρες δεν ξαναείδα πια, ούτε θα ξαναῑδώ. . . .».
Σε λίγο: «Ας αφήσομε τους παλιούς! Είχα μάθει το κακό που σας βρήκε
με τα πρόβατα. Ύστερα χάθηκε κι ο άμοιρος ο πατέρας σου.
Πώς πορεύεις εσύ τώρα;» «Πως να πορεύω μπάρμπα; Εδώ δέκα γίδια φυλάω και ξεποδαριάζομαι όλη μέρα πέρα-δώθε, δε μπορώ ν’ αποκόψω
τα κατσίκια. Το τίποτε κι αυτό που κάνω εγώ, είναι ένα πράμα.
Μόνο υπομονεύομαι να περάσει το καλοκαίρι, να έρθει το χινόπωρο.
Τότε θα πάω στρατιώτης κι όταν γυρίσω με το καλό, θα δω τι θα κάμω».
Άκουσε παιδί μου, να σου πω κι εγώ ένα λόγο.
Και μόνος σου το λες, πως αυτή δεν είναι δουλειά.
Γιατί  να το αναβάνεις ύστερα από το στρατιωτικό και να μην το συλλογιέσαι από τώρα τι θα κάμεις; Θέλεις να πάρεις κι από μένα το γέρο μια γνώμη; Θα σου πω εγώ, γιατί γνώριζα τον παππού σου. Εγώ να ξέρεις, έρχομαι από την Αθήνα. Είχα πάει να πουλήσω βότανα. Τσάι, ρίγανη. Το έχω επάγγελμα.
Εκεί στην Αθήνα μαζεύτηκε πολυκοσμία από παντού, νομίζοντας, πως εκεί
θα ζήσουνε, χωρίς να δουλεύουν!  Πουλήσανε τα αμπέλια τους, τα περιβόλια, ξεσπιτώθηκαν από τον τόπο τους και στριμωχτήκανε στην πολιτεία, ένας απάνω στον άλλο. Και λιμάξανε! Λαχταρούν, όχι μονάχα τα κάστανα και τα αχλάδια, που έχομε εμείς περίσσια να θρέφουμε και τα γουρούνια μας. Όχι μονάχα τα σύκα και τα σταφύλια, τα σκόρδα και τα κρεμμύδια, παρά και τα χορτάρια της γης. Όπου ν’ απλώσουνε, χρειάζεται να κρατούνε δεκάρα στο χέρι. Κι άμα πάει κανείς από το χωριό, στα χέρια τόνε κοιτάζουνε, τι τους έφερε! Άμα θέλουνε ρίγανη να βάνουνε στα κουκιά, δεν έχει να βγούνε πιο πέρα από το σπίτι τους να μαζέψουν. Άμα θέλουνε να μαγειρέψουνε στιφάδο - της Παναγίας, το Δεκαπενταύγουστο - δάφνη δε βρίσκουνε να κόψουν βάια,
άμα τους πονέσει - θεός να φυλάει - η μέση τους και θέλουν ελατόπισσα
να βάνουν ένα μπλάστρι, που έλατος! Κι άμα κρυολογήσουνε και θέλουνε να πιουν ένα ζεστό, που τσάι και που φασκομηλιά! Από αυτά τους κουβαλάω εγώ. Και κοίταξε τη σακκούλα μου! Είναι γεμάτη! Λέγοντας αυτά, την έπιασε από το κορδόνι και τήνε τράβηξε έξω από τον κόρφο. Τότε λύθηκε η απορία του Γιάννη, για το κορδόνι που αυλάκωνε το δάσος στα στήθια του γέρου.
Καλοπάντρεψα τα κορίτσια μου και δεν μου λείπει τίποτε. Τώρα είμαι με τη γριά μου. Βάρυνε κι αυτή, κι εγώ δεν έχω πια την παλιά λευτεράδα στο δρεπάνι. Για το δρόμο όμως είμαι αβάρετος. Και τώρα σου λέω την ιδέα μου. Εσύ γυρίζεις που γυρίζεις στο βουνό. Δεν μαζεύεις τσάι, ρίγανη, βάια, λισφακιά, ελατόπισσα,  να γεμίζεις το σπίτι σου; Δεν είναι να σου φέρνουνε βάρος, θα κοιμάσαι κιόλας μέσα στην πεντοβολιά. Από το σπίτι σου θα έρχομαι να φορτώνω εγώ και θα τραβάω ίσια στην Αθήνα, θα βγάνεις εσύ
τον κόπο σου, θα παίρνω κι εγώ το αγώγι μου. Κάμε το τώρα για δοκιμή
κι όταν γυρίσεις από το στρατιωτικό, την έχεις έτοιμη τη δουλειά».
«Μπάρμπα-Λάμπρο, μου φέρνεσαι σαν τον πατέρα και σαν τον παππού, που δεν τόνε γνώρισα καλά- καλά. Με σκλάβωσες. Από λογαριασμό μου, δεν έχω δυσκολία να σου πω τωραδά το ναι, αλλά θέλω να ρωτήσω και τη μάνα μου. Ακόμη δεν πήγα στρατιώτης! Θα συνεννοηθούμε και θα σου παραγγείλω». «Κρένεις σωστά», του απάντησε ο γέρος και δοκίμασε να πάει για το μουλάρι. Αλλά ο Γιάννης τόνε πρόλαβε, σβέλτα τράβηξε το ζώο και το κράτησε από το καπίστρι. «Έχε γεια» του άπλωσε ο γέρος το χέρι, κι ο Γιάννης το φίλησε και τον ωρακάλισε. «Στο καλό, καλή στράτα! Σ’ ευχαριστώ». Ανέβηκε τότε ο Λάμπρος Καρβελάς κι ανάμεσα από δέντρους και καστανιές, πλατάνια, έλατα κι οξυές, τράβηξε τον ανήφορο, φαντάζοντας σαν κινητός πύργος θεόρατος

65. Από μηχανής Θεός
Η συμβουλή του Λάμπρου Καρβελά, ήταν ότι χρειαζόταν αυτή τη στιγμή, για να βγει ο Γιάννης από το αδιέξοδο, όπου παράδερνε με το διπλό μέτωπο γιδιών και κατσικιών. Η μάνα του Γιάννη, η Μηλιά η Δήμαινα, δεν ήτανε κακοκέφαλη γυναίκα. Κάθε άλλο! Και τα επιχειρήματα του άλλου πρόσεχε και δικά της θαρρούσε χρέος της πάντα ν’ αραδιάζει, όταν υποστήριζε μια γνώμη.
Αν επίμενε στο φύλαμα των γιδιών, το έκανε πρώτα-πρώτα για να συνεχιστεί η παράδοση της οικογένειας: «Τσελιγκάδες, πάππου προσπάππου».
Τη ζημιά τη σημερινή την έβλεπε ξεκάθαρα. Αλλά η Μηλιά κοίταζε τα μελλούμενα. Πολλές φορές τον είχε ορμηνέψει το Γιάννη, όταν της παραπονιόταν: «Αποχάθηκα μ’ αυτή τη γιδοστάνη, θα πέσουνε τα ρούχα
από πάνω μου!». «Ε, παιδί μου! μην κυνηγάς το θέρο. Να σπείρεις χρειάζεται, υστέρα ο θέρος έρχεται μοναχός του». Όταν κάθισε ο Γιάννης το βράδυ και της αράδιασε από ράμμα σε βελόνι, τα λόγια του Λάμπρου Καρβελά και της έκαμε κατόπι λόγο και για τη γεμάτη σακούλα που είδε, η μάνα του δεν δυσκολεύτηκε να παραδεχτεί, πως η λύση είναι ονειρευτή. Είχε ακούσει αυτή, ποιος ήταν ο Λάμπρος ο Καρβελάς. «Δυο και τρεις βολές συμφέρο έχομε», του απάντησε του Γιάννη, θα παίρνουμε χρήμα από τα βότανα, θα σμίξουμε τα κατσίκια με τις γίδες. Δε θα τα τρώνε οι γιδόστρατες πέρα και δώθε, να μένουνε πετσί και κόκκαλο. Θα παχύνουνε κιόλας βυζαστάρια ολημερίς, ως να στερέψουν οι γίδες. Και το χινόπωρο θα μας φάνε το χέρια οι χασάπηδες, ποιος να τα πρωταγοράσει. Και θα σοδέψουμε και την αρτυμή μας. Τη νύχτα θα τα κλείνουμε χώρια στον τσάρκο και κάθε πρωί θ’ αρμέγουμε τις γίδες».
Κανένας από τους λογαριασμούς της δε βγήκε λαθεμένος. 
Δυο κουβαλούσανε στο σπίτι. Ο Γιάννης με το σακί, τα βότανα του βουνού,
κι ο Λάμπρος ο Καρβελάς, με τη σακούλα του, το χρήμα της Αθήνας.
Γεμίσανε λεπτά. Αυτοί που δε σταυρώνανε πριν δεκάρα.
Στο σπίτι τους δε στέριωνε μονόλεπτο. Από πού να τα παίρνανε τα χρήματα;
Κι είχανε τόσες ανάγκες.
«Ο Θεός τον έβγανε μπροστά σου αυτόνε το χριστιανό», έλεγε η Δήμαινα
στο γιο της. «Θα πορέψομε τις φτώχειες μας, θα κλείσουμε όλες τις αμποριές και θα μας μείνει ανέγγιχτο ότι πάρουμε από τα κατσίκια, θα έχομε να πάρεις και συ μαζί σου στο στρατό και να βγάνω κι εγώ το χειμώνα. Και σα μας πάρει με το καλό η άνοιξη, βλέπομε τότε. Μελετάω να την κάμω εγώ αυτή τη
δουλειά, όσο να πάρεις άφεση.

66. Όποιος λέει και ξελέει να τόνε λυπάσαι
Ήρθε τέλος ο Σεπτέμβριος. Ένα μήνα πιο ύστερα, ο Γιάννης θάναι φανταράκι. Όλα έχουνε κανονιστεί. Τις γίδες θα τις φυλάξει ο νουνός του, όσο ν’ αφεθεί
ο Γιάννης. Μένει να πουλήσουνε τα κατσίκια.
Σεπτέμβριος πρώτη, γινότανε κάθε χρόνο η ζωοπανήγυρη στην έξοδο της Στενής. Ανήμερα μητέρα και γιος, βγάναν από το μαντρί, γίδες και κατσίκια και τά βανε ο Γιάννης μπροστά τα ζωντανά, να τα κατεβάσει στην αγορά. Ξοπίσω θα ερχότανε κι η μάνα του το γιόμα, να φέρει το φαγί και να δει κι αυτή πως πηγαίνει η αγορά.
Πριν ξεκινήσει ο Γιάννης, συνεννοηθήκανε για την τιμή που θα ζητούσε, πόσο το ένα με το άλλο -  μέση τιμή - καθώς και ποια κατσίκια θα πουλούσε.
«Αυτή τη ρούσα, την ξανθή την κατσικάδα, δεν τήνε βγάνω από την καρδιά μου», είπε η μάνα, δείχνοντας στο Γιάννη ένα κατσίκι. «Ησκιωμένο ζωντανό! Είναι κρίμα να βάνουν μαχαίρι σε τέτοιο πράμα. Να την κρατήσουμε για μπρος». Ο Γιάννης - το ξέρομε  - δεν είχε υπόληψη για γίδα, είτε ρούσα ήταν είτε δρένια. Κι είχε κι επιχείρημα ν’ αντιμιλήσει της μάνας του:
«Γίνονται πολλά ! Φέρνομε βάρος στο νουνό».
Αλλά δεν το θεωρούσε ταιριαστό, να της χαλάσει το λόγο. «Καλό βράδυ!»
της είπε - ας θα βλεπόντανε το γιόμα - και τράβηξε στη δουλειά του.
Μόλις αγνάντεψε στην αγορά, τόνε τριγύρισαν οι χασάπηδες, που είχανε πιάσει τους δρόμους. Κοιτάζανε τα κατσίκια, τα πιάνανε και τα χουφτώνανε δεξιά-αριστερά στο λαιμό και στο στήθι, τα ανασηκώνανε με τα δύο τους χέρια, τα άφηναν ύστερα καταγής και πιάνοντας με το ένα χέρι τα δύο μπροστινά πόδια του κάθε κατσικιού, τα ξεζυγιάζανε, προσπαθώντας να
τα ανασηκώσουν από τη γης. Ασήκωτα ήταν αυτά τα κατσίκια!
Άρχισαν έπειτα οι προσφορές: «Τόσα σου δίνω εγώ».
«Εγώ σου δίνω περισσότερα!» Δυο χασάπηδες συνεταίροι - αυτοί που δίνανε κάπως πιο λίγα - ήτανε συντοπίτες του Γιάννη, από τη Στενή. «Δεν είναι μεγάλη διαφορά», λογάριασε ο Γιάννης. «Ντόπιοι είναι, ας τα δώσω σε τούτους, ζημιά δε θα το έχω, κάθε ημέρα καλημεριόμαστε. Τον ξένο θα τον ιδώ κι αύριο; Έτσι σκέφτηκε και τα πούλησε στους συντοπίτες του.
Όταν πήγαν αυτοί να τα χωρίσουνε, ματιάσανε τη ρούσα κατσικάδα.
«Πες μας πόσα θέλεις γι αυτή;» «Αυτή σας είπα, δεν τήνε δίνω».
Κι όταν αυτοί δεν αποφεύγανε κι επίμεναν - για να τους ξεφορτωθεί - αναγκάστηκε να τους πει την αλήθεια: «Μαλώνει η μάνα μου».
Τότε όμως, ρίχτηκαν αυτοί με διπλή επιμονή!
«Αυτό είναι; Συμφώνησέ την, πούλησέ την εσύ κι εμείς κάνομε καλά με
τη Δήμαινα. Δεν είναι πρώτη φορά που αγοράζομε τα κατσίκια σας.
Άμα δεν το δεχτεί, μας γυρίζεις τα χρήματα και παίρνεις πίσω το κατσίκι».
Ο Γιάννης, τήνε βρήκε λογική την πρόταση των χασάπηδων.
«Αν το παραδεχτεί η μάνα μου είναι καλά, θα μείνει ένας ξυλοφάγος - δεν τα κατέβαζε από ξυλοφάγους τα γίδια  - λιγότερος στο δάσος, αν δεν το στρέξει, ε, τότε θέλοντας  και μη τήνε ξαναπαίρνω τη ρούσα της».
Έτσι σκέφτηκε και τήνε πούλησε. Την ώρα όμως που τη χωρίζανε και του μετρούσανε τα χρήματα, αυτός το ξαναείπε: «Σας την έδωσα, άλλα μ’ αυτή
τη συμφωνία!». «Λόγος να γίνεται!» πεταχτήκανε κι οι δυο μ’ ένα στόμα.
Όταν σε λίγο κατέβηκε η Μηλιά και βρήκε το κατσίκι πουλημένο, χάλασε τον κόσμο. Ούτε τον άφηνε το Γιάννη να πει τη συμφωνία του. Τέλος έκαμε υπομονή κι ο Γιάννης της εξήγησε: Άδικα θυμώνεις και χαλάς τα συκώτια σου!
Εγώ έχω το σκοπό μου. «Θα τήνε πάρω πίσω, αφού τήνε θέλεις, έχω τέτοια συμφωνία». Σα να μην το πίστεψε η μάνα του. Όχι πως είχε αμφιβολία στα λόγια του Γιάννη. «Το κινητό πράμα παιδί μου, όσο το κρατείς στο χέρι σου το ορίζεις. Το έδωσες; Πέρασε σ’ άλλα χέρια; Έκαμε άλλο νοικοκύρη!»
«Μα αφού έχω συμφωνία!» ξαναείπε ό Γιάννης και τράβηξε στη στιγμή
να βρει τους χασάπηδες. «Καλά σας τόλεγα», τους είπε, απλώνοντας τα χρήματα. «Κράτα τα λεπτά σου!» του είπε ο ένας. «Ποιο κατσίκι;
Μας το πούλησες; Καλά πουλημένο!» πρόστεσε ο άλλος  και σα να τους έπνιγε το δίκιο τους: «Άφησέ μας Γιάννη, να κάνουμε τη δουλειά μας!»
συμπλήρωσε ο πρώτος, για να κόψει τη συζήτηση.
Αλλά το Γιάννη δεν τόνε σκιάζαν αυτά. Τους κοίταξε καλά-καλά στα μάτια, πρώτα τον ένα κι υστέρα τον άλλο και τους ρώτησε, με φωνή που τους έχυνε
καταπρόσωπο όλη τη σιχαμάρα της αδιαντροπιάς τους:
«Τέτοιοι είστε;» Δεν κοκκίνησαν!
«Ναι τέτοιοι είμαστε! Δεν μας ξέρεις; Εμείς τέτοιοι είμαστε!»
«Ντρέπομαι τις άσπρες τρίχες που έχετε στα γένια σας!» τους είπε ο Γιάννης. Η αγανάχτηση τον έπνιγε. Και την εξέχυσε με τα πιο βαριά λόγια που είχε στο λεξιλόγιό του. Αυτά που γράφομε εδώ. Τίποτε περισσότερο δεν είπε.
Ζούσε σε κόσμο, όπου ο σεβασμός δε μοιραζότανε μονάχα στους ανθρώπους, παρά και στα στοιχεία της φύσεως.
Ο Καλαμάτας, όταν μια φορά απάνω στο θυμό του - γιατί ο βοριάς έβρεχε ημέρες συνέχεια - τον έβριξε τον καιρό δερμάτα. «Ε, δεν ξεκόβει πια κι αυτός ο δερμάτας» είπε, το μετάνοιωσε στη στιγμή. Πως του ξέφυγε ο λόγος! Το έσερνε βάρος στην ψυχή του, ώσπου πήγε στον Πνεματικό και ξομολογήθηκε το κρίμα του. Τότε μονάχα αλάφρωσε. Ο πρόστυχος λόγος ήταν άγνωστος στη Στενή. Γιατί οι άνθρωποι βαδίζανε τον ίσιο δρόμο.  Αλλά οι χασάπηδες, ήτανε ξεχώριοι από τον άλλο κόσμο.
«Δε βρίσκεις άκρη παιδί μου με τους ψεύτες», του είπε ένας γέρος, που παρακολουθούσε τη σκηνή και τον αποτράβηξε από κει το Γιάννη.
«Αυτοί γυρίζουνε και σπουδάζουν όλο διαολιές!»
Ο Γιάννης, δε μπόρεσε να το λησμονήσει στη ζωή του αυτό το γέλασμα. Περνούσε, περνούσε καιρός και πάλι του ερχότανε στο νου.
Τόλεγε και το ξανάλεγε και τελευταία πρόσθετε πάντα:
«Όποιος λέει και ξελέει να τόνε λυπάσαι».
Κι έμεινε αυτός ο λόγος καταμύθι στη Στενή

67. Ο γυρισμός
«Ένας στρατιώτης έρχεται τον ανήφορο», είπανε τα παιδιά που παίζανε στη «Βρυσίτσα», εκεί στο έβγα της Στενής. Σταματήσανε το παιγνίδι τους και περιμένανε να φτάσει, περίεργα να τόνε δουν από κοντά. Όταν πλησίασε:
«Αυτός δεν είναι στρατιώτης», είπε χαμηλόφωνα ένα παιδί.
«Οι στρατιώτες έχουνε κουμπιά. Αυτός φορεί στολή χωρίς κουμπιά».
Δεν πρόλαβε να ειπεί άλλονε λόγο, γιατί ο στρατιώτης έφτασε εκεί που είχανε μαζευτεί τα παιδιά - πλάι στο δρόμο - και τα χαιρέτησε με γλυκό χαμόγελο.
Τα πιο μεγάλα δε στάθηκαν, ούτε «καλωσόρισες» να του πούνε.
Γίναν άφαντα, καπνός τον ανήφορο. Απ’ όπου μπορούσε το καθένα να σκαρφαλώσει πιο γρήγορα, πεταχτήκανε στο σύρραχο κι ισιωμάτισαν αστραπή κατά την «Κρύα Βρύση». Οι φτέρνες τους σηκώνονταν ως τ’ αυτιά, ποιο να προσπεράσει. Και μέσα στον κοντανασασμό, ξεφωνίζανε ποιο
ν’ ακουστεί πρώτο.
Η Μηλιά η Δήμαινα, που δύσκολα έπαιρνε είδηση τι γίνεται έξω στο δρόμο, γιατί βουΐζανε τ’ αυτιά της από το τάκου-τούκου του αργαλειού, σαν κάτι
ν’ άκουσε από φωνές στριγγές, πνιγμένες. Τί είναι; Είπε μέσα της, απίθωσε
τη σαΐτα απάνω στο ύφασίδι, κράτησε το ξυλόχτενο κι έβανε αυτί ν’ ακούσει
τι τρέχει. Καμιά αμφιβολία δεν έχει τώρα, πως είναι φωνές κι όσο περνούνε
οι στιγμές, τις ακούει πιο δυνατές και πιο κοντά, ώσπου τέλος ξεχωρίζει τι φωνάζουν: «θεια Μηλιά! θεια Μηλιά!» Κι όσο να πεταχτεί από τον αργαλειό: «θεια Μηλιά» πολύ δυνατά και πολύ κοντά.
«Τα συχαρίκια, έρχεται ο Γιάννης σου!»
Η καημένη η μάνα από τη συγκίνηση, δεν πετύχαινε να ανοίξει την πόρτα. Όσο να βγει, να δει, να ρωτήσει, ο Γιάννης έχει αγναντέψει στο ίσιωμα.
Στην αυλόπορτα τόνε προλαβαίνει κι αρπάζεται από το λαιμό του. Τόνε τραβάει να χαμηλώσει και τόνε σταυροφιλεί και τόνε βρέχει με τα δάκρυά της. Βρύση τρέχανε τα μάτια της.
Που να προλάβει ο Γιάννης, να της φιλήσει το χέρι!
Κρατώντας τον κι από τα δύο χέρια, φτάσαν ως τη σκάλα.
Τα παιδιά τα λησμόνησε ολότελα. Δεν τά βλεπε που την είχανε κυκλώσει ολόγυρα και τήνε παρακολουθούσαν άφωνα. Όταν ανασήκωσε το πόδι της,
ν’ ανεβεί το πρώτο σκαλοπάτι, τότε αντιλήφτηκε, πως ήταν αυτό πέρα-πέρα πιασμένο από παιδιά, που είχανε τις πλάτες γυρισμένες κατά τη σκάλα και κοιτάζανε τη μάνα με το γιο της, στο γυρισμό. «Ανεβείτε παιδιά μου, να σας φιλέψω», τους είπε. Αλλά αυτά μεριάσανε, να περάσει ο Γιάννης.
Και στάθηκαν εκεί στην αυλή, ώσπου κατέβηκε η Δήμαινα και τους μοίρασε μια ποδιά καρύδια για τα συχαρίκια. Αυτό έγινε στη στιγμή. Μπαίνοντας στο σπίτι, έριξε η μάνα ένα σκαμνί μ’ ένα προσκέφαλο, να καθίσει ο Γιάννης και κοίταξε να φιλέψει τα παιδιά, να μην περιμένουν.
Τώρα πια είναι μοναχοί τους. Η μάνα καθισμένη πλάι του, τον έχει
στα δεξιά, στηρίζει το χέρι της στον ώμο του και δε χορταίνει να τον κοιτάζει.
«Πως πέρασε τόσος καιρός! Πως μεγάλωσες! Πως μέστωσες!»
Κι ύστερα σηκώνεται, να του φέρει το ένα και το άλλο.
«Έλα κάθισε μάνα ! Δε θέλω τίποτε.
Είμαι ως το λαιμό χορτάτος από τη χαρά μου. Κάθισε να σε ξεπονέσω».

68. Από το δάσος η ζωή
«Για όλα με ρώτησες Γιάννη μου. Μόνο τα γίδια δεν έβανε ο νους σου».
«Μάνα θα σου το πω! Να μη μου χολιάσεις. Από χρόνια το κρύβω, αλλά ήρθε καιρός να σου το πω. Στο στρατό με μάθανε να μη φοβάμαι, όταν πρόκειται για την αλήθεια. Μας το έκανε θεωρία ο αξιωματικός.
Δεν τα θυμάμαι τα λόγια, πως το έλεγε και το αποτελείωνε «...Φιλτάτη η αλήθεια», αλλά μας το εξηγούσε κατόπι στη γλώσσα που μιλούμε και μας έλεγε: «Φίλοι κι αγαπητοί είναι πολλοί, αλλά ο πρώτος φίλος σας, να είναι
η αλήθεια!  Μη λυπηθείτε τη ζωή σας μπροστά στην αλήθεια!
Και μην ντρέπεστε, να την διαλαλείτε παντού και πάντα».
Λοιπόν μάνα, εγώ σου το ξομολογιέμαι. Είναι χρόνια πολλά από τότε
που τα έχω βγάνει τα γίδια από την καρδιά μου. Τα έχω ξεγράψει ολότελα.
Εγώ δεν ξαναφυλάω γίδια. Να μη με λογαριάζεις για τσοπάνη».
«...Κι εγώ λογάριαζα, να κάνουμε στάνη! Με τα βότανα θα πολεμάμε όλη τη ζωή μας;» «Γιατί όχι; Και ποιον ζημιώνουμε: Τη μια ημέρα στο κυνήγι, την άλλη για κάστανα και για μανιτάρια, την παραπάνω για ελατόπισσα - κατά τον καιρό -  ύστερα πάλι κυνήγι κι έπειτα τσάι και φασκομηλιά, ρίγανη και βάια.
Θ’ αφήσουμε το λόγγο αχάλαστο και θα γλιτώσουμε από χασοδουλειές κι από τρεχάματα πέρα και δώθε, με τους περίδρομους!»
«Γιάννη μου, αυτά τα στανάγγεια δεν τα λυπάσαι;»
Και του έδειξε τις καρδάρες, τον τάλαρο και το καδί.
«Τα έχει φτιαγμένα ο παππούς σου, όλο πυξάρι και κρανιά, σίδερα ξύλα. Χρόνια ξερομαχήσανε χωρίς γάλα και μ’ όλον τούτο, δεν ξεσύρανε τα ξυλοστέφανα, ούτε και τα φούντια ταραχτήκαν από τη γράδωση.
Κρίμα, ν’ αφήσεις τέτοια αγγειά».
«Τα γίδια δε θέλω, όσο για τα αγγειά, να τα κρατήσουμε, να τάχουμε,
να βάνομε μέσα καρπό: καλαμπόκι και κάστανα». Και σαν έβλεπε, πως είχε σταθεί κόμπος στο λαιμό της και δεν μπορούσε να καταπιεί: «Μάνα κι εσύ τόνε θέλεις τον ίδιο δρόμο κι εγώ γιος σου είμαι και σου μοιάζω. Αλλά ποιος από τους δυο είναι ο σωστός ο δρόμος; Καλό να έχει ο Λάμπρος ο Καρβελάς.
Αυτός μας έδειξε τον ίσιο δρόμο: Από το δάσος η ζωή».
«Κάμε όπως καταλαβαίνεις Γιάννη μου, τώρα πια είσαι άντρας!»
του απάντησε η μάνα του καταπίνοντας τον καημό της.

69. Αδέρφια θα σας κάνω
Άμα ξέκαμε τη γιδόστανη, πήρε ένα κοντάρι κι ανηφόρισε κατά το λόγγο,
να ξανανεώσει τις παλιές του γνωριμίες. Κουνιστός και λυγιστός, ζύγωσε
στο λόγγο. Στάθηκε με το κοντάρι στις πλάτες, τα χέρια αναρριχτά, κοίταξε θαρρετά τα κλαριά και σα ν’ ακούανε, τους μίλησε:
«Καλώς ανταμωθήκαμε! Με βλέπετε; Έρχομαι καταμονάχος!
Τι τα έκαμα τα ψωρόγιδα; Τα αφάνισα, δεν έμεινε ποδάρι απ’ αυτά».
Ως να τελειώσει ο Γιάννης το λόγο του, φύσηξε το αγέρι στις πλάτες του
κι αρχίσανε να του σιγοσφυρίζουνε τα πεύκα: «Καλωσόρισες».
Κι η τσουκνίδα, ο βάτος, η ασπαλαθιά, η αγριοτριανταφυλλιά, οι ξινομηλιές
κι ο αρκουδόβατος, που είχανε βαλθεί σκοποί στα σύνορα του λόγγου, γείρανε κατά πίσω τα στελέχια τους και συμμαζέψανε τα πλαγινά τους φύλλα και τα αγκάθια τους - όσο μπορούσανε - για ν’ ανοίξει δρόμος να περάσει
ο Γιάννης. Οι καστανιές κι οι δέντροι, ανεβοκατεβάζανε γοργά τρεμουλιαστά τα φύλλα τους και του γνέφανε να κοπιάσει στον ήσκιο τους. Και τα έλατα στεκόντανε παράταξη, για να περάσει ανάμεσά τους.
Από που να πρωτοπεράσει και τίνος να χαλάσει το χατήρι;
Δεν το πρόσμενε, να ξεσηκωθεί όλος ο λόγγος στον ερχομό του!
Κι ενώ δεν είχε πάρει ακόμη απόφαση, κατά που να τραβήξει: «Φ ί ι ο» ακούει από το ψηλό έλατο, που ορθωνόταν εμπρός του δεξιά. Γυρίζει να δει ποιος του σφύριζε από κει ψηλά, «φ ί ι ο» του έρχεται από το άλλο έλατο αριστερά. Αφήνει εκείνο και γυρίζει κατά τούτο, άλλο «φ ί ι ο» από πιο ψηλά. «Τί είναι δω;» Όσο να το καλοσυλλογιστεί, άλλες κίσσες φτερουγίζανε με τα πλουμιστά τους φτερά, περνούσαν από μπροστά του, απάνω από το κεφάλι του, τον κοιτάζανε κι ύστερα καθόντανε στα κλωνάρια. Από κει τόνε ξανακοιτάζανε πρώτα με το ένα τους μάτι, γυρίζανε κατόπι και τον καλοκοιτάζανε και με το άλλο, σκύβανε και το κεφάλι, για να σιγουρέψουνε, πως αυτός είναι ο Γιάννης, πως δεν παραγνωρίσανε. Κι άμα βεβαιωθήκανε, πως είναι ο ίδιος, αρχίσανε να του φωνάζουν από όλα τα κλαριά: «Γιάννη, Γιάννη, Γιάννη Λεβεντογιάννη!»
Τάχασε ο Γιάννης. Τέτοια υποδοχή ποτέ δεν είχε φανταστεί. Άναυδος απόμεινε, ανοιγοκλείνανε τα χείλια του, αλλά λόγο δεν άκουσαν ούτε κι
οι παπαρούνες, που ψηλώσανε γύρω του κι ακροαζόνταν γεμάτες περιέργεια.
«Αδέρφια θα σας κάμω», ήθελε να τους πει.

70. Οι αχώριστοι παραστάτες
Τρία πράματα δεν χωρίστηκε στη ζωή του ο Γιάννης: το «οβόδιον» το ταγάρι και το βιβλίο του. Το «οβόδιον», ήτανε κορμί από ελατάκι. Ριζίτης, κομμένος
στο «Δυσικό», από μια πυκνή λόχμη. Στον «αγώνα περί υπάρξεως», είχε νικηθεί αυτό το ελατάκι. Το είχαν ησκιώσει άλλα, το κεφαλώσανε και περίμενε γρήγορα το τέλος του. Να ξεραθεί και να σαπίσει, να ξαναγυρίσει στη γης. Ολόρθο στεκόταν. Έδειχνε πως πάλεψε, για να βγει στον ήλιο. Όταν το είδε
ο Γιάννης, το λυπήθηκε. Τι μπορούσε όμως να κάμει! «Χάνεσαι τόσο νωρίς!  Δεν πρόλαβες να χαρείς μέσα στο λόγγο. Έλα να σε πάρω σύντροφο της

ζωής μου», του είπε και το έκοψε. Το άφηκε μακρύ ως τον ώμο του κι ύστερα το στρογγύλεψε. Ήτανε χοντρό. Ρόπαλο σκόπευε να το πει κι ας έμοιαζε
πιο πολύ κοντάρι, αλλά τόνε συνεπήρε άλλο όνομα. Είχε ακούσει στο λόχο, θεωρία για το ολμοβόλο και για το βλήμα του, το οβούζιον. Τα αποτελέσματα που φέρνει το οβούζιο, όταν σκάζει, είναι καταστροφικά σε μεγάλη ακτίνα και σε μεγάλο βαθμό. Μ΄ αυτές τις καταστροφές, δε μπορούνε να  παραβγούνε ποτέ σε μεγαλοσύνη χτυπήματα, που κατεβάζει κανείς με ρόπαλο ή με κοντάρι, έστω κι Ηρακλής και Διγενής αν είσαι. Ο Γιάννης το χρησιμοποιούσε συχνά το κοντάρι. Κατέβαζε μια και χώριζε το φίδι σε δύο. Πιο πέρα κοψομέσιαζε τα μαντρόσκυλα, γιατί χυμούσανε να τόνε ξεσκίσουν.
Βέβαια, του χρησίμευε και για στήριγμα στις απότομες κατηφοριές, αλλά αυτό δεν πέρασε καθόλου από το νου του, όταν σκεφτότανε τι όνομα να δώσει.
Βρήκε, πως τα αποτελέσματα που έφερνε το κοντάρι του, μοιάζανε πιο πολύ με τις καταστροφές, που προκαλούσε το οβούζιο. Άφησε λοιπόν κατά μέρος τη σκέψη να το ονομάσει ρόπαλο κι έκαμε μεταφορά του ονόματος από το βλήμα στο κοντάρι. «Οβούζιον» ήθελε να πει, αλλά θυμόταν «οβόδιον», κι αυτό το όνομα έδωσε στο κοντάρι, που είναι αδύνατο όταν δεις το Γιάννη,
να μην το αναζητήσεις πλάι του.
Τις ονομασίες τις διάλεγε ο Γιάννης. Από το σκολειό είχε αποχτήσει αυτή
τη συνήθεια. Όταν είχε τις γίδες και τα κατσίκια, ποτέ δεν είπε μπρος στο δάσκαλο και στον ιερέα το όνομά τους: γίδες, κατσίκες, γίδια. «Ερίφια» τις έλεγε όλες μαζί, γίδες και κατσίκια. Εντύπωση του κάμανε στα μαθητικά του χρόνια και δυο άλλες λέξεις: «ατρόμητος» και «περίεργος».
Τις έλεγε πάντα. «Ατρόμητε!» προσφωνούσε όλους τους ομήλικους χωριανούς που συναντούσε στο δάσος, είτε ήταν είτε όχι άφοβοι. «Περίεργος», το μεταχειριζότανε πάντα σε μια μόνο φράση:
«Εγώ περίεργος είμαι!» έλεγε, κι εννοούσε το αντίθετο από αυτό που σημαίνανε τα λόγια του. Όταν μια φορά είχε δώσει να μαγειρέψουν ένα λαγό, για να φιλέψει τους «ανθρώπους της εξουσίας», ο μάγειρας άφησε στον τέντζερη το κεφάλι και δυο ψαχνά κομμάτια, για να τα φάει ο Γιάννης την άλλη μέρα και τόνε τράβηξε κιόλας παράμερα και του το κρυφοείπε.
«Εγώ περίεργος είμαι», απάντησε ο Γιάννης. Ήθελε να πει του μάγειρα: «Είσαι περίεργος!» Και συνέχισε: «Καλέσαμε τους ανθρώπους, να τους αφήσουμε νηστικούς; Κένωσε όλο το φαγί να φάνε να χορτάσουν!»·
Μέσα στο ταγάρι, κουβαλούσε μαζί του ένα βιβλίο. Πάντα το ίδιο βιβλίο.
Τόχε από τα χρόνια του σχολείου. Λείπαν από την αρχή είκοσι φύλλα.
Δεν τα ξέσκισε ο Γιάννης. Τον καιρό που φύλαε τα γίδια, απίθωσε μια μέρα καταγής το ταγάρι με το ψωμί και το βιβλίο και σκαρφάλωσε σ’ έναν έλατο. Όταν κατέβαινε αυτός, η γίδα στεκότανε στη ρίζα στον έλατο και μασούσε τα φύλλα του βιβλίου! Έβανε τις φωνές, πήδησε από τη μέση του έλατου και τήνε πήρε στο κυνηγητό. Είδε κι έπαθε ως να τήνε φτάσει, να της το αρπάξει από το στόμα. Δε νοιάστηκε, που του έφαγε το ψωμί κι ας πέρασε ολημερίς νηστικός. Χολόσκασε όμως για το βιβλίο. «Καλά που δεν μου τόφαγε όλο», παρηγορήθηκε στο τέλος, γυρίζοντας και ξαναγυρίζοντας τα φύλλα.
«Γλιτώσαν οι πιο καλές ιστορίες».
Χωρίς το ταγάρι δεν έκανε βήμα. Μαζί με το βιβλίο και το ψωμί, δεν έλειπε από μέσα κι η υφαντή πετσέτα. Εκτός αν την είχε δέσει στο λαιμό. Γιατί αυτή ήτανε το ρούχο που έβανε ο Γιάννης το χειμώνα, παραπανιστά σ’ εκείνα που φορούσε το καλοκαίρι. Όταν ξάνοιγε ο καιρός, την έλυνε από το λαιμό και τήνε φύλαε στο ταγάρι. Κι άμα νιβότανε στις πηγές, την έβγανε από μέσα και σφογγιζόταν. Κάθε βράδυ, τόφερνε το ταγάρι γεμάτο κάστανα και μανιτάρια. Για τα βότανα είχε ξεχωριστό σακί.
Στα μαγαζιά ο Γιάννης δε συχνοπήγαινε. Με το μαγαζιάρη έπιανε χέρι, γιατί κάνανε μήνες ν’ ανταμωθούν. Όταν πήγαινε όμως, θάχε κρεμασμένο πάντα από τον ώμο του το ταγάρι. Από τον αριστερό ώμο κρεμότανε κι έπεφτε κάτω από τη μασκάλη. Ήτανε πρόχειρο πάντα να βγάνει από μέσα κάτι. Τι; Καμιά φορά το βιβλίο. Άλλοτε ένα μπουκέτο «άνθια» του ερεικιού ή της καστανιάς.
Πολλές φορές κάστανα από το λόγγο, καρύδια από το περιβόλι του. 
Τα «βρισκούμενα», όπως τόχε συνήθεια να λέει.

71. Οι υπάλληλοι είναι εργάτες της Στενής
Συχνά αυτά τα «βρισκούμενα», γίνονταν αγριοπερίστερο, μπεκάτσα ή πέρδικα ψητή. Να φάει ο Γιάννης, με ποιους; Με τους «ανθρώπους της εξουσίας».
Ο σεβασμός του προς την Αρχή, ξεκινούσε από την κορώνα, που έραβε στο σκούφο του ο αγροφύλακας της χρονιάς, απλωνότανε στον ιδιωτικό αγροφύλακα και δασοφύλακα, περιλάβαινε το χωροφύλακα και το δασοκόμο
 - αυτόνε πρώτα απ’ όλους - έφτανε στο δάσκαλο κι από κει ανέβαινε ως όλους τους βαθμοφόρους, που τύχαινε  να επισκεφτούνε το χωριό.
Γιατί τόκανε αυτό ο Γιάννης; Από υπολογισμό μην του χρειαστεί να του χαριστούνε κάπου ή για να χορταίνει τιμή μ’ αυτές τις συναναστροφές; 
Ούτε για το ένα, ούτε για το άλλο. Χάρες δεν του χρειαζόντανε. Και τον εαυτό του, ήτανε σε θέση να τόνε μετράει πόσο αξίζει και να μην περιμένει, τι θα του πουν οι άλλοι. Τις κατηγορίες δεν τις δεχόταν, αλλά πιο δύσκολα έπαιρνε τα παινέματα. «Οι μουρλοί θέλουν φουμιά», έλεγε μέσα του, άμα έβλεπε ανθρώπους να χάσκουνε, μόλις άρχιζε κανείς να τους παινεύει καταπρόσωπα. Τότε τι γύρευε; Τίποτε!  Πλέρωνε ένα χρέος.
«Οι  υπάλληλοι είναι εργάτες της Στενής. Για μένα και για τους συντοπίτες μου δουλεύουν». Έτσι στοχάζεται ο Γιάννης και τους περιποιέται για το «ευχαριστώ». Σ’ αυτό το δρόμο τον είχε βάνει ο παππούς του:
«Κοιτάτε καλά αυτούς τους ανθρώπους! Είναι δικοί μας. Χύσαμε ποτάμι αίμα να φέρουμε το Ρωμέικο! Να βάνουμε δική μας Κυβέρνηση.
Αυτή μας τους έστειλε.»

72. Μερικοί χωριανοί έχουνε διαφορετική γνώμη
Απάνω σ’ αυτό το ζήτημα, μερικοί χωριανοί, έχουνε γνώμη ολότελα διαφορετική από την ιδέα του Γιάννη. Πώς αυτό; Το επάγγελμα που διάλεξαν αυτοί για να ζήσουνε, τους έσπρωξε να καταλήξουνε σ΄ αλλιώτικα συμπεράσματα. Δεν υπάρχει αντίρρηση, πως η ζωή γενικά έχει γίνει στις ημέρες τους καλύτερη, παρ’ ότι ήτανε στα πρώτα χρόνια της ελευθερίας.
Και με τη ζωή της προεπαναστατικής εποχής, δε συγκρίνεται καθόλου
η τωρινή. Το είπαμε και πρωτύτερα. Οι χωριανοί σήμερα χτίζουνε σπίτια καινούρια, ξεκαινουργώνουνε τα παλιά. Τα χτίζουν απλόχωρα, τα σηκώνουν ανώγια, τους αφήνουνε μεγάλα παράθυρα. Ξυλεία από έλατα έχουν όση θέλουν. Υλοτομούν «ατελώς», καθένας όση χρειάζεται για τις ατομικές του ανάγκες. Δεν τήνε δουλεύει την ξυλεία καθένας μόνος του. Με το πέρασμα
του καιρού, προχωρεί κι ο καταμερισμός της εργασίας. Διαμορφώθηκε λοιπόν και στη Στενή, επάγγελμα: λοτόμος. Δεκαπέντε άντρες μέσα στο χωριό, με τσεκούρια και πριόνια, νυχτώνουνε-ξημερώνουνε στο δάσος.
Ο έλατος δεν τήνε φοβάται την υλοτομία. Άλλωστε γινόταν αραιωτική
κι ύστερα από προσήμανση. Αλλά στις οικοδομές δε χρειάζεται μόνο αυτό
το είδος η ξυλεία. Οι τοίχοι, για να είναι στέρεοι, θέλουνε ξυλοδεσιά από καστανιά. Από την ίδια χρειάζονται και παραστόματα, για πόρτες και παράθυρα. Σαπίζει ο έλατος, άμα βρέχεται. Πρώτη ανάγκη τα σπίτια.
Έρχεται κατόπι δεύτερη: Κάθε νοικοκύρης, χρειάζεται δυο τρία κρασοβάρελα.
Οι δούγες και τα φούντια είναι από καστανιά. Πού θα βρεθεί αυτή η ξυλεία;
«Ρώτημα θέλει; Να ο λόγγος!» σκέφτηκαν οι χωριανοί και ζήτησαν άδεια από το Υπουργείο. Αλλά το Υπουργείο δεν κάνει καμιά ενέργεια, χωρίς να ζητήσει γνώμη από το δασάρχη. Τι γνωμοδότησε ο δασάρχης; Μήπως τα ίδια, που είπε ο άλλος για το δάσος, εκεί στα βόρεια της Στενής;
Κάτι διαφορετικό ! Ολότελα αντίθετο:
…..
«Η καστανέα είναι δένδρον χρησιμώτατον.
Εμβολιαζομένη θέλει αποβεί πηγή πλούτου διά την Στενήν
και τα λοιπά περί το δάσος χωρία».
…..
Καμία από τις καστανιές αυτές δεν ήτανε κατάλληλη για μπόλιασμα!
Είχανε γεράσει κι ήταν όλες κουφάλες! Το δάσος χρειαζότανε ν΄ ανανεωθεί, αν έπρεπε να μπολιαστεί, αλλά αυτό αργότερα το γνώριζε μόνο ο δασολόγος.
Το Υπουργείο ειδοποίησε τους χωριανούς: «Δε χορηγιέται άδεια!»
Βέβαια έφταιξε λίγο και το Υπουργείο. Δε σκέφτηκαν οι άνθρωποί του:
«Καλά η καστανέα είναι δένδρον χρησιμώτατον.
Οι χωριανοί της Κλεισούρας τι είναι; Δεν έχουν ανάγκες αυτοί; Αν δεν έχουμε άχρηστο δάσος, δεν θα χρησιμοποιήσουν αυτοί ξυλεία; Παρθένα δάση θα συντηρούμε; Κατοικούν άνθρωποι σε παρθένα δάση;»
Αν στοχάζονταν έτσι, θα ικανοποιούσανε τους κάτοικους, χωρίς να το ζημιώσουνε το «χρησιμώτατον» δάσος: «Ελάτε εδώ! Εσύ θα κόψεις αυτό, εκείνο κι εκείνο το κλωνάρι. Ο άλλος αυτή την καστανιά. Εσύ θα κάμεις κάρβουνα αυτή την πεσμένη». Και το δάσος θα φυλαγότανε κι οι χωριανοί θα πορεύανε και το Ταμείο  το Δημόσιο κάτι θά παιρνε, αν ήθελε το Κράτος να βάνει τέλος. Και το πιο σπουδαίο, θα διατηρούσε ο κόσμος με το Κράτος τις φιλικές σχέσεις, που είχε ο Γιάννης μ’ αυτό. «Έγινε ένα λάθος. Δε χάλασε ο κόσμος! Δεν είμαστε στο Τούρκικο! Θα το ματαϊδεί το Υπουργείο και θα αλλάξει γνώμη», σκέφτηκαν οι χωριανοί. Αλλά οι ανάγκες είναι καθημερινές. Δε σε καρτερούνε. Και πιο πολύ δεν περιμένουν οι λοτόμοι, θέλουνε δουλειά, θέλουνε ψωμί. «Τώρα θα καρτερούμε εμείς κείθε και παρέκει, πότε θ΄αλλάξει γνώμη το Υπουργείο;» Έτσι είπανε και τριγυρίζανε τον καθένα που περίμενε, πότε να του δώσει την άδεια το Υπουργείο, για ν’ αρχίσει το χτίσιμο του σπιτιού του. «Το σπίτι σου δεν θέλεις να φτιάσεις; Τι σε μέλει εσένα για άδεια; Εγώ θα κάμω καλά! θα σου φέρω και δέματα και παραστόματα! Και βαρέλια όσα θέλεις! Φτάνει να μου πεις, πόσες μπότσες να χωράει το καθένα».
«Δεν λογαριάζεις το δασοφύλακα;»
«Αητός θα γενεί να μας δει από τον ουρανό; Ποιόνε θα πρωτοπιάσει;»
Συμφωνούσανε με τους νοικοκυραίους κι ανηφόριζαν ύστερα για το δάσος.

73. Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου
Οι λοτόμοι, σκαρφαλώνανε στις καλύτερες καστανιές και τις ρογκίζανε. Φτιάναν από τα κλωνάρια, ξυλοδεσιές και παροστόματα. Σκίζανε κατόπι άλλα κλωνάρια και βγάνανε δούγες. Τα κλωνάρια ωστόσο, τους ικανοποιούσανε μόνο με τις δύο τους διαστάσεις, με το ύψος και το πάχος. Κάνανε για δούγες, παραστόματα και δέματα. Το φούντι όμως, χρειάζεται και τρίτη διάσταση. Πλάτος. Δεν τόχαν αυτό τα κλωνάρια. Αλλά οι λοτόμοι δε δυσκολευτήκανε.
Το βρήκανε στο κορμί της καστανιάς. Στήνανε σ’ αυτό ένα στύλο, ανεβαίνανε για να φτάσουν, «τάκιαζαν» πρώτα απάνω, ύστερα κάτω σε απόσταση 1,50 μ και περισσότερο, αν βρίσκαν.  Όσο μεγαλύτερο το μάκρος τόσο περισσότερα χρήματα θα γυρεύανε. Κατόπι μπήγανε πλαγιαστά σφήνες, τις βαρούσανε με τον «τσόκο» του τσεκουριού, ως να χωθούνε στο κορμί και ξεσαρκώνανε την καστανιά, ανοίγοντας πόρτα, απ’ όπου εύκολα χωρούσανε να μπούνε στην κουφάλα της. Όταν τις είδαν οι χωριανοί αυτές τις πόρτες και τα παράθυρα, βαρυκαρδίσανε. Δεν είχανε συνηθίσει να βλέπουνε δέντρα σακατεμένα. Προσωποδείρανε λοιπόν τους λοτόμους και τους χωριανούς, που αγοράζανε την ξυλεία. Αλλά κι εκείνοι και τούτοι, είχανε να πούνε το λόγο τους: «Να σας δούμε εσάς, τι θα κάμετε αύριο μεθαύριο, όταν χρειαστείτε παραστόματα, βαρέλια ή κάδες, για να πατήσετε τα σταφύλια!»  Μ' αυτά τα λόγια τους κομπώνανε, τους αποστομώνανε, γιατί δεν είχανε τι ν’ απαντήσουν.
Σιγά-σιγά άρχισαν οι χωριανοί, να συνηθίζουνε στην καταστροφή:
«Κόβω και κόβεις, σειρά μου και σειρά σου!» Δεν τους αποφαίνεται πια. «Μέσα στο δάσος ζούμε, να μη φτιάσουμε και τα σπίτια μας; Και τα αγγειά μας;» Τώρα είναι ήσυχοι πια! Βρήκανε δικαιολογία για τον εαυτό τους.
Αλλά για την εξουσία; Πώς θα δικαιολογηθούνε σ’ αυτή; Δασοφύλακες και δασονόμοι αναστατώθηκαν, αγρίεψαν, όταν αντικρίσανε την καταστροφή.
Ποιον όμως να πιάσουνε σε τόση περιφέρεια; Και μ’ όλον τούτο το Βλάχο
 - το δασοφάγο, όπως τόνε βάφτισε ο Γιάννης - τον έχουνε πιάσει αρκετές φορές και το δικαστήριο τον έχει ρημάξει στο πρόστιμο και στη φυλακή.
Αυτός όμως, αντί να σωφρονιστεί με τις αυστηρές ποινές, αγριεύει και πέφτει μέσα στο λόγγο, όχι πια σαν λαθροϋλοτόμος, ν’ αρπάξει ότι προφτάσει, παρά σαν οχτρός και να χαλάσει ότι αφήσει. Σα να μην αρκούσε στο χωριό αυτή
η πληγή, τους ήρθε και νέα. Οι λοτόμοι αρχίσανε να τροφοδοτούνε με ξυλεία και τα χωριά του κάμπου. Οι χωριανοί το βλέπανε τώρα, πως από το κακό, προχωρούνε στο χειρότερο. Αλλά τους βαραίνει όλους η αμαρτία. Καθένας τους είναι κι ένας ένοχος. Ποιος να σηκώσει χέρι κατά τον άλλονε; Ποιος
ν’ αναφερθεί στην εξουσία; «Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθον βαλέτω!» 
Σ’ αυτούς ταιριάζει τώρα ο λόγος του Κυρίου. Έτσι οι λαθροῡλοτόμοι αφέθηκαν ασύδοτοι, να κόβουνε την ημέρα και να κουβαλούνε τη νύχτα.

74. Ανάμεσα σε δυο φωτιές
Κι ο Γιάννης; Ο Γιάννης! Αυτός βρίσκεται τώρα ανάμεσα σε δυο φωτιές.
Από τη μια μεριά τόνε ρωτούν οι δασοφύλακες:
«Γιάννη ποιος έκοψε εδώ την καστανιά; Γιάννη πού δουλεύουν
οι λαθροῡλοτόμοι σήμερα; Είδες να πέρασε ο Βλάχος κατά τις Αλαταριές; Χτες και προχτές που δούλευε; Γιάννη ποιος έκαψε εδώ γυφτοκάρβουνα;»
Τι να τους απαντήσει! Ξέρει το κάθε τι. Ποιος άνοιξε το παράθυρο στο κορμί της καστανιάς και ποιος πήρε από τη ρίζα την πιο γερή, για να βγάνει φούντια
και παραστόματα πριονιστά. Μπορεί να τους μαρτυρήσει, να πει το όνομα και να τους δείξει με το δάχτυλο. Δεν το κάνει όμως.
«Σας έχω κορώνα στο κεφάλι μου», απαντάει στους δασοφύλακες.
«Αν μου πείτε, πατάω στη φωτιά. Όποια ευκολία θέλετε, να σας την κάμω.
Να σας κουβαλάω τρόφιμα για να μην ξεμακραίνετε από δω;  Μάλιστα!
Να πάω να ειδοποιήσω το δασονόμο και τους άλλους δασοφύλακες, πως είναι ανάγκη, πως τους θέλετε; Μ’ όλη μου την καρδιά!
Μη μου ζητάτε όμως προδοσιές! Δεν θα με πλησιάζει άνθρωπος!
Άλλο είναι να τύχω καταπάνω και να με βάνετε μάρτυρα κι άλλο να παραφυλάω από το πρωί ως το βράδυ, τι κάνει ο ένας κι ο άλλος και να σας δίνω αναφορά». «Ε, τότε τι φίλος του λόγγου είσαι;»
«Είμαι και πάρα είμαι. Αλλά με το δικό μου μυαλό!
Λίγα δέντρα γλιτώνω εγώ εδώ μέσα, μαλώνοντας, φωνάζοντας, αποπαίρνοντας τους λαθροϋλοτόμους; Από δασοφάγους δεν τους κατεβάζω και με όλον τούτο, κάθονται σαν τις βρεμένες γάτες και με ακούνε με κατεβασμένα μάτια. Δεν έχουνε πρόσωπο να με κοιτάξουνε. Κάμετε εσείς τη δουλειά σας κι αφήστε με έμενα, να κάμω όπως καταλαβαίνω».
«Γιάννη, κατά που τράβηξαν οι χαραμοφάγοι;» Ρωτούνε με τη σειρά τους ύστερα οι λαθροϋλοτόμοι. Αυτοί που ήτανε για το Γιάννη υπηρέτες της Στενής, για τους λαθροϋλοτόμους είναι χαραμοφάγοι, τεμπέληδες, κηφήνες, αργόμιστοι, παράσιτα, τσιμπούρια, που ζουν από τον ίδρωτα και
το αίμα της Στενής. Ο Γιάννης, δε χωρατεύει στα ζητήματα του σεβασμού προς την εξουσία. Τους κόβει το βήχα και τους βάνει στη θέση τους μ’ ένα λόγο: «Μάθε να τιμάς τους βασιλείς και όχι να τους υβρίζεις!» Κι αμέσως, γυρίζει την κατηγορία καταπάνω τους: «Δε σας φταίνε οι δασοφύλακες». Πολεμάτε να ζήσετε με ανεμοδουλειές. Δε θα κάμετε προκοπή! Ο λοτόμος είναι καταραμένος. Πελέκησε το ξύλο που σταυρώσανε τον Κύριο!
Κι εσείς οι άλλοι που κουβαλάτε τα κάρβουνα, όση στάχτη πιάνει το καμίνι
του γύφτου, τόση προκοπή θα κάμετε κι εσείς.
Είναι αφορεσμένος ο «φαραός», γιατί σφυροκόπησε τα καρφιά που καρφώσανε το Χριστό!
Κι όταν μ’ αυτά τα λόγια, έχυνε στην ψυχή τους κάποιο φόβο, τραβούσε αμέσως έξω από το ταγάρι του το βιβλίο και τους διάβαζε μια ιστορία που αναφερόταν στο θάνατο κάποιου που δε σεβόταν τα δένδρα..

75. Ένα σχέδιο
Ενώ ο Γιάννης κι οι δασοφύλακες, πολεμούνε - καθένας με το δικό του
τρόπο  - να γλιτώσουνε το δάσος, κάτω στο χωριό καταστρώνονται διαφορετικά σχέδια. Την Κυριακή, άμα τελείωσε η Θεία Λειτουργία, ο ιερέας
κι οι Επίτροποι της Εκκλησίας, πήρανε να φιλέψουνε το δάσκαλο κι έναν ακόμη χωριανό, τον Πανταζή. Ήτανε κι οι δυο νεοφερμένοι.
Ο δάσκαλος τώρα πρωτοδιοριζότανε. Μια εβδομάδα έχει  στο χωριό.
Ο Πανταζής ήτανε ξενιτεμένος, γύριζε από ταξίδι. Τόνε ρωτήσανε το δάσκαλο για την πατρίδα του και τον Πανταζή, πως τα περνάει στα ξένα.
Κι ύστερα ο ιερέας, γύρισε την ομιλία σε θέμα αγαπητό  στον κάθε χωριανό: «Ε, κύριε διδάσκαλε, πώς σας φαίνεται το χωρίον μας;»
Ο δάσκαλος βρέθηκε έτοιμος ν’ απαντήσει για τις φυσικές καλλονές, για τα κρύα νερά και για το «αέρι». Από την ημέρα που ήρθε, θαμάζει τα τοπία, πίνει το νερό, αναπνέει τον αέρα της Στενής. Αυτόνε προ πάντων.
Το «αέρι» το θαρρούν οι χωριανοί, το πιο ανεχτίμητο αγαθό του τόπου τους. «Δεν κουβαλιέται αλλού, μ’ όσα πλούτη κι αν έχεις, εδώ θα έρθει όποιος θέλει ν’ ανασάνει!» Έτσι λένε και καμαρώνουν. Απάντησε λοιπόν ο δάσκαλος με λίγα λόγια, που ήτανε αληθινός ύμνος. Ήρθε κατόπι στους ανθρώπους.
Δεν τους είχε γνωρίσει όλους. Είχε μάθει όμως στα σκολειά που σπούδαζε,
να θεωρεί τον κάθε άνθρωπο καλό κι άξιο, ως τη στιγμή που 
θ’ αποδειχνότανε, πως αυτός ο άνθρωπος δεν αξίζει να τόνε τιμούν. 
Σύμφωνα μ’ αυτά, εύκολα απάντησε, πως οι άνθρωποι του φαίνονται καλοί.
Ήταν όμως ετοιμασμένος ν’ απαντήσει και για ένα άλλο ζήτημα, που δεν περιμέναν αυτοί που τόνε ρωτήσανε: Πως θα γλιτώσει ο λόγγος από την καταστροφή. Ο δάσκαλος ήταν από τα βόρεια της Κλεισούρας, από το χωριό  του Λάμπρου Καρβελά. Δρασκελώντας ένα μήνα κείθε-δώθε το βουνό, ως να διοριστεί στη Στενή, είχε αντιληφθεί την πάλη που γινότανε γύρω στα δέντρα. Και μέσα στο μυαλό του, στριφογύριζε μαζί με το διορισμό και δεύτερο πρόβλημα: πως θα λυτρωθεί ο λόγγος. Άμα ήρθε τέλος η ποθητή ημέρα του διορισμού, όλον τον εαυτό του τον έδωσε στη δουλειά του. Τους νέους, τους βόσκει πόθος ν΄ανοίξουν αυτοί το δρόμο, όπου δε μπορέσανε να τους τον αφήσουνε κληρονομιά οι περασμένοι στρατοκόποι. Και με ορμή, που τους κάνει να παραφέρνονται πολλές βολές και να μην εχτιμούνε σωστά τα εμπόδια, ο δάσκαλος καταπιάστηκε να λυτρώσει το λόγγο, μέσα σε μια εβδομάδα. Σκέφτηκε, καταστάλαξε κάπου και κατάστρωσε το σκέδιο του
σ’ ένα άρθρο:
«Αι καστανέαι της Στενής, πλουτοφόρος πηγή ανεκμετάλλευτος».
Θα το έστελνε αυτό το άρθρο στην εφημερίδα, κάτω στην πόλη του λιμανιού, θα το διάβαζαν οι αρμόδιοι και θα δίνανε την ονειρευτή λύση.
Και ποιο ήταν αυτό το σχέδιο; Ο δάσκαλος  το ανάπτυξε στους συνομιλητές του με δυο λόγια: Το Κράτος να παραχωρήσει τις καστανιές στους κατοίκους της Στενής. Όχι δωρεάν!  Με χρήματα. Όσο αξίζουν. Να τις εχτιμήσει το ίδιο
το Κράτος και να κανονίσει, τι θα πλερώσει ο κάθε χωριανός. Να χωρίσει έπειτα το ποσό σε δόσεις. Και να πλερώνουν οι χωριανοί κάθε χρόνο, όσο
να τόνε ξεπληρώσουνε το λόγγο.

76. Και αντισχέδιο
Ο ιερέας κι οι επίτροποι, παρακολουθούσανε με προσοχή το δάσκαλο. Ίδια
κι ο Πανταζής, τον άκουε με υπομονή, ώσπου τελείωσε. Τότε επίτροποι και ιερέας, αφήσανε το δάσκαλο και καρφώσανε τα μάτια τους στον Πανταζή. Θέλανε να του πούνε: «Τι λες εσύ Πανταζή γι αυτά;» Το δάσκαλο λίγες ήμερες τον είχανε και δεν είχαν ακόμη ξεβρεί τι αξίζει. Με τον καιρό θα τόνε ζυγιάζανε. Τον Πανταζή όμως, τον αναγνωρίζουνε από καιρό για σοφό. Αυτός ξέρει από κλαριά, μπολιάζει την αγκορτζιά με φόλα και καλέμι και μέσα στη ρίζα ακόμη, ενώ οι χωριανοί, μοναχά καψόξυλα ξέρουνε να κάνουν από τις αγριαπιδιές και ξύλινα κουτάλια. Μπορεί ακόμη ο Πανταζής, από το ίδιο κλήμα, τη μια χρονιά να φάει αετονύχι και την άλλη ροζακί. Διαβάζει παραπάνω κι ένα σωρό βιβλία, εκτός από τα Ιερά Βιβλία της Εκκλησίας. Και τις εφημερίδες νερό.
«Ας ακούσουμε τι λέει κι ο Πανταζής και τότε θα πούμε κι εμείς τη γνώμη μας», σκέφτηκαν ιερέας κι επίτροποι.
«Δάσκαλέ μου, τα είπες πολύ σωστά. Μόνο που δε μπορεί να γίνει τίποτε από όσα ακούσαμε», του απάντησε ο Πανταζής. «Δεν ξέρεις με τι κόσμο έχεις να κάμεις! Θέλεις να πάρει ο κάθε χωριανός στην κατοχή του, διακόσες καστανιές. Ένα λόγγο! Όχι διακόσες, μια να του δώσω, θάναι γι αυτόνε δάσος. Το δέντρο έχει διακόσα κλωνάρια. Πόσα θα κόψει; Πόσα θ’ αφήσει; Ποια θα κόψει; Ποια θ’ αφήσει; Ούτε ιδέα δεν έχει. Έχει μεσάνυχτα από δεντροκαλλιέργεια. Αυτός βρήκε από τον πατέρα του, ένα μήνα σπόρο, ένα μήνα θέρο, δυο μήνες ξύλα και τον άλλον καιρό καθισιό! Σαρώνει την κοπριά από το στάβλο και την αδειάζει στο ποτάμι! Τώρα που στενέψανε τα χωράφια, γιατί πλήθυνε ο κόσμος, πέσανε μερικοί στο λόγγο, επειδή η ξυλεία δίνει εύκολα κέρδος. Ο νους τους δε δουλεύει στην πρόοδο. Δεν ξέρω τι τους χαλάει δάσκαλέ μου. Εγώ νομίζω, πως τους βλάφτει ο ήσκιος. Τους τρώει το απόδροσο, όλη μέρα μέσα στη ρεματιά. Το γιόμα πέφτει ο ήλιος στο χωριό και το μεγάλο δειλινό, περνάει κιόλας το απόσκιο επάνω από τα σπίτια. Μην το θαρρείς χωρατά!  Γιατί τάχα τα κλαριά θέλουν ήλιο για να προκόψουν;»
Αυτά είπε ο Πανταζής και σώπασε. Τι γνώμη να σχηματίσουν οι ακροατές;
Τη σιωπή την έκοψε ο ιερέας. «Μας λέγετε», είπε στον Πανταζή, «ότι δεν γίνεται αυτό όπου προτείνει ο κύριος διδάσκαλος, πολύ το θέλομεν να ακούσωμεν και τι προτείνετε σεις, δια να σωθεί το δάσος».
«Κάτι πολύ πιο απλό, αλλά πολύ δύσκολο κι αυτό, αν όχι ακατόρθωτο. Πρώτο: Να μην ξαναδειάσουνε κοπριά στο ρέμα. Δεύτερο: Ν’ ανοίξουνε
δεξιά - αριστερά στο ποτάμι αμπολές, να κάμουν όλα τα ποτιστικά χωράφια, περιβόλια. Να βάνουνε πατάτα, μελιτζάνα, ντομάτα, λάχανα, κουνουπίδια, σέλινο, σπανάκι. Δυο και τρεις φορές το χρόνο θα σοδεύουν από τα περιβόλια. Αν χαλούνε - στο φύτεμα - και μια ρίζα ντομάτα, θα ξαναφυτεύουν άλλη, δεν είναι τίποτε ζημιά, θ’ αρχίσουν έτσι, από τα λαχανικά να ζούνε και σιγά-σιγά θα φυτεύουνε στα περιβόλια κι από κανένα δεντράκι, καμιά ροδιά, καμιά μηλιά, θα έρθουν ύστερα στη μυγδαλιά και με τον καιρό, μπορεί
να γεμίσουν οι ρεματιές καρυδιές, οι ράχες μυγδαλιές  κι οι πλαγιές συκιές
κι ελιές. Άμα τα δείτε αυτά, τότε ας παραχωρηθούνε κι οι καστανιές.
Αλλιώτικα θα τις κουβαλήσουν οι λοτόμοι όλες ξυλεία και γυφτοκάρβουνα!» Και γυρίζοντας κατά το δάσκαλο: «Δάσκαλέ μου, αυτοί που θα μάθουνε να μπολιάζουνε καστανιές, βρίσκονται ακόμη στα δικά σου χέρια. Οι άλλοι που αφήσανε το σκολειό κι όσοι δεν πήγαμε καθόλου, είμαστε καταδικασμένοι να το βλέπομε από μακριά το δάσος, όπως οι Εβραίοι, τον τόπο όπου έρρεε μέλι και γάλα, τη Γη της Επαγγελίας.
Ας το φυλάξουμε τουλάχιστο, να το βρούνε τα παιδιά μας!»

77. Ασπάζονται την καλύτερη γνώμη
Κι ο ίδιος ο δάσκαλος το κατάλαβε, πως το σχέδιό του δεν μπορεί να σταθεί, ύστερα απ’ όσα είπε ο Πανταζής. Σηκώνεται τότε αμέσως και του απλώνει
με καρδιά το χέρι: «Κύριε Πανταζή, σ’ ευχαριστώ θερμά. Με κατατοπίζεις. Μου δείχνεις, από που πρέπει ν’ αρχίσω. Θα δεις τι κήπο θα οργανώσω
στο σκολειό. Από αυτόνε θα σκορπίσω χιλιάδες δεντράκια κι από το σκολειό, εκατοντάδες δενδροκαλλιεργητές.
Τότε σηκώθηκε κι ο ιερέας κι έδωσε το χέρι στο δάσκαλο:
«Σας συγχαίρομεν κύριε διδάσκαλε» και πριν προλάβει ο δάσκαλος
ν’ αρθρώσει: «ευχαριστώ», του απλώσανε κι οι άλλοι μαζί τα χέρια.
«Τέτοιος δάσκαλος μας χρειάζεται», συμπλήρωσε ο Πανταζής.
«Μόνο η ιεροσύνη σου Δέσποτά μου, να το πεις από την Ωραία Πύλη,
να μην πηγαίνουν οι χωριανοί και τόνε κόβουν από τη δουλειά του και
τόνε χασομερούνε: «Δάσκαλε κάμε μου ένα γράμμα, Δάσκαλε διάβασέ μου,
τι λέει τούτο το χαρτί, για πότε είναι τούτη η κλήση».
Να τον αφήσουνε το δάσκαλο ήσυχο, να κοιτάζει τα παιδιά μας»



78.  Σοφός
Ο Πανταζής, είναι κι αυτός από τη Στενή. Κι όμως οι συντοπίτες του τόνε θεωρούνε σοφό. Πώς κατόρθωσε να ξεχωρίσει από τόσο χωριό και να τόνε παραδεχτούνε και να τον αναγνωρίσουν όλοι σοφό;
Ξεκίνησε από τα γίδια. Ήτανε γιος ενός φτωχού γιδάρη, ανάμεσα σ’ ένα σωρό αδέρφια κι αδερφές, οι γονιοί δεν προφταίνανε το ψωμί και τον Πανταζή, όπως και τα άλλα αγόρια, τα προσκολλήσανε κοντά στο κοπάδι και δεν τα πήγανε τα καημένα, καθόλου στα γράμματα.
Ο Πανταζής πήγε στρατιώτης και δεν ήξερε την Άλφα. Τέσσαρα χρόνια έκαμε στρατιώτης κι όταν γύρισε, διάβασε το ψαλτήρι - αυτό είναι το πιο δύσκολο στο διάβασμα - χωρίς να κομπιάσει, χωρίς να ξεροβήξει, χωρίς να μπερδευτεί η γλώσσα του πουθενά. Ίδια καλά σαν τον ιερέα, που το είχε μάθει απέξω.
Ο Δέσποτας θάμαξε. Όταν απόλυσε ο Εσπερινός, ο ιερέας του έκαμε του Πανταζή νόημα, να μη βγει από την εκκλησία. Τόνε. καλωσόρισε και τόνε παίνεψε «Μπράβο Πανταζή, συ έγινες πρώτος γραμματικός!
Πού τα έμαθες τόσα γράμματα;»
«Στο στρατό Δέσποτά μου! Ο στρατός είναι σκολειό».
Ο ιερέας, όπου συναντούσε χωριανό, είχε να το λέει για τον Πανταζή: «Άνθρωπος για προκοπή! Έφυγε απ εδώ ξύλον απελέκητον και γύρισε ξεσκολισμένος!» Αλλά τα γράμματα του Πανταζή, δε φτάσαν αυτά και μόνο,
για να τον αναγνωρίσουν οι χωριανοί σοφό. Γράμματα ξέραν οι δύο δικηγόροι, που είχανε βγει από το χωριό, χίλιες φορές πιο πολλά.
Είχανε βγάνει το Ελληνικό, το Γυμνάσιο και το Πανεπιστήμιο.
Κι όμως κανενός χωριανού δεν του πέρασε ιδέα, να τους ονομάσει σοφούς.
Αυτό που έφερε παραπανιστό, από τους άλλους γραμματισμένους
ο Πανταζής - όταν γύρισε στον τόπο του - ήτανε τούτο:
Έμαθε να μπολιάζει κλαριά και να γιατρεύει αρρώστιες ζώων και φυτών.
Οι χωριανοί το ξέρανε, πως όποιος μπορεί σπουδάζει γράμματα, αλλά
γι’ αυτά που έμαθε ο Πανταζής, δεν είχαν ακούσει να υπάρχει σκολειό.
«Αυτά τα μαθαίνει καθένας μοναχός του. Όχι όλοι! Μέσα-μέσα από κανένας».
Έτσι στοχάζονται οι χωριανοί.

79.  Έχει διαφορά και
γραμματισμένος από γραμματισμένο
Το ίδιο πίστευε κι ο Πανταζής, πριν καταταχτεί στο στρατό.
Κι ούτε είχε ιδέα από δέντρα κι αρρώστιες και θεραπεία.
Στο στρατό όμως, ανοίξανε τα μάτια του. Είχανε περάσει τα δυο χρόνια και διάβαζε πια στρωτά, όταν φέρανε στην ίδια διμοιρία ένα νέο, μεγαλύτερο από τον Πανταζή δυο χρόνια.
Πώς αυτός κατατάζεται τώρα, ενώ έπρεπε ν΄ απολυέται; Του είχανε δώσει αναβολή «λόγω σπουδών». Και τώρα που τελείωσε τις σπουδές του, ήρθε να περετήσει τη θητεία. Γνωρίστηκε με τον Πανταζή:
«Πούθε είσαι;»
«Από την πόλη, εκεί στο λιμάνι».
«Εγώ από τη Στενή».
Ο Πανταζής πολύ τόθελε, να πιάσει σχέσεις μ΄ ένα γραμματισμένο άνθρωπο.
Αλλά όσο περνούσαν οι ήμερες, τόσο κι απορούσε, τι είδους γράμματα ξέρει αυτός ο γραμματισμένος. Είχε ακούσει τους δικηγόρους από το χωριό του, όταν ορμηνεύανε τους λαθροϋλοτόμους:
«Να φέρεις δυο μάρτυρες να πούνε, πως δεν την έκοψες εσύ την καστανιά
κι εγώ σε αθωώνω.
Να φέρεις ένα μάρτυρα να βεβαιώσει, πως σε μάχεται ο δασοφύλακας κι εγώ σε απαλλάζω».
Στον κτηνοτρόφο, που είχε ζημιώσει το αμπέλι και ρωτούσε:
«Τι λες να κάμω, τόσα μου γυρεύει ο αμπελουργός, εγώ λέω να τα δώσω. «Καλύτερα ένας κακός συβασμός παρά ένα καλό δικαστήριο», απαντούσε. «Δώσε του τόσα μοναχά κι αν δεν τα δέχεται, εγώ αναλαβαίνω
στο δικαστήριο».
Ο νεοσύλλεχτος τόνε ρωτούσε τον Πανταζή, για ζητήματα ολότελα
διαφορετικά.
«Πανταζή, πως τα γιατρεύεις τα γίδια, άμα τα πιάνει κρατημάρα; 
Πανταζή, τι το κάνετε το γουρούνι, άμα το πιάνει χοιρόλοιμος;
Και το σκυλί, άμα παθαίνει ποδάγρα;»
Την άλλη ημέρα:
«Πανταζή, πώς το γιατρεύετε το μουλάρι και το άλογο, άμα βγάνει πλαστήρα; Τι κάνετε στο χωριό για να μην κολλήσουν όλα όταν το τρώει κανένα
η σακαή;»
Την παραπάνω ημέρα: «Πανταζή, τι κάνετε, άμα τα πιάνει τα βόδια σπληνιάς;
Πώς τα γιατρεύετε και πώς φυλάγεστε, να μην κολλήσετε κι εσείς;»
Και δώστου συνέχεια:
«Πανταζή, όταν παρουσιαστεί στα πρόβατα βλογιά, τι κάνετε, για να μη μολευτούν όλα;»
«Όταν τα πιάσει κλαμπάτσα;»
Ύστερα:
«Πανταζή, τι κάνετε για να μην το πιάνει το σιτάρι σιναπίδι;
Πανταζή, τι κάνετε, για να μη βγάνουνε τα κουκιά λύκο;
Πώς τα γιατρεύετε, άμα τα πιάνει μελίγκρα;
Τί κάνετε, για να μη βγάνει το σιτάρι δαυλίτη;»
Αυτά τα ρωτήματα, τον αγγίζανε μέσα στην καρδιά τον Πανταζή.
Μόνο που δεν μπορούσε να εξηγήσει, τι σχέση έχει ένας γραμματισμένος,
με τέτοια ζητήματα. Αυτά είναι για χωριανούς. «Δεν ξεχωρίζει λοιπόν μόνο γραμματισμένος από αγράμματο, παρά έχει διαφορά και γραμματισμένος
από γραμματισμένο», σκέφτεται. Στο μεταξύ όμως, χωρίς να το καταλάβουν, η γνωριμία τους προχωρούσε να γίνει φιλία.
Είχανε βρει ο καθένας, τον άνθρωπο που του χρειαζότανε.

80. Γεωπόνος
Ο νεοσύλλεχτος είναι γεωπόνος. Μήνες έχει που γύρισε από την Ευρώπη. Εκεί τον είχε στείλει ο πατέρας του, να σπουδάξει γεωπονία.
Γιατί στην Πατρίδα μας, δεν είχαν ιδρυθεί ακόμη οι γεωπονικές σχολές.
Ο πατέρας του ήταν αγρονόμος. Είχε ένα αγρόχτημα, τρεις ώρες μακριά από το χωριό του Πανταζή. Δάσος, καλλιεργημένα χωράφια, αμπέλια, δεντροφυτείες. Ο αγρονόμος ήταν άνθρωπος γνωστικός. Μετρούσε κι έκοβε. Δεν ήτανε ξιπασμένος, να πει: έχω χρήματα θα το κάμω το παιδί μου επιστήμονα, να πάρει μια «θέση». Σκέφτηκε πραχτικά. «Θα σπουδάξω το γιο μου, να εκμεταλλεύεται τη γης καλύτερα από μένα». Όταν τα ιστόρησε αυτά
ο γεωπόνος, γούρλωσε τα μάτια ο Πανταζής. Ποτέ δεν είχε φανταστεί, να καταπιάνεται η επιστήμη με κλαριά, θαρρούσε πως μόνο οι άνθρωποι του υπαίθρου, οι «κλαρίτες» καταγίνονται σε τέτοιες δουλειές. Η χαρά που ένιωσε, δεν περιγράφεται. «Είναι σπουδαία λοιπόν κι η δουλειά του χεριού, η δική μας δουλειά!» συμπέρανε. Κι άρχισε τώρα κι αυτός με τη σειρά του, να ρωτάει το φίλο του άπαυα: «Πώς τούτο; Πώς εκείνο; Πώς μπολιάζουνε; Πώς κλαδεύουνε; Πώς φυτεύουν; . .».  Χρειάστηκε νάρθουν επικουρία και τα βιβλία. Όπου έβρισκε ο γεωπόνος γραμμένο κάτι, του τό φερνε του Πανταζή. Μέσα στο λόχο, δεν επιτρεπότανε να μένει ξύπνιος τη νύχτα και να διαβάζει, όταν όμως την ημέρα ήταν «ελεύθερος υπηρεσίας», το διάβαζε ο Πανταζής, χωρίς να πάρει αναπνοή. Βρίσκαν ευκαιρίες, να εφαρμόζουνε κιόλας αυτά που διάβαζε ο Πανταζής. Στα παραπήγματα - απ’ έξω -  καλλιεργούσανε  και λουλούδια και δέντρα. Όσο για ζώα, βλέπανε τα άλογα του ιππικού και
τα μουλάρια του πυροβολικού. Δυο χρόνια περάσανε μαζί. Μέσα σ’ αυτόνε τον καιρό, ο Πανταζής απέχτησε ότι χρειάστηκε, για να τον αναγνωρίσουν
οι συντοπίτες του σοφό.

81. Ο Πανταζής αλλάζει επάγγελμα
Όταν πλησιάζαν οι ημέρες να χωριστούνε, νιώθανε κι οι δυο τους βάρος
στην ψυχή. Τι καλά περάσανε δυο χρόνια! Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο.
Την προτελευταία ημέρα του χωρισμού, εκεί που αραδιάζανε
τις περασμένες χαρές:
«Πανταζή, θα σε ρωτήσω κάτι», του είπε ο γεωπόνος, αλλάζοντας τόνο.
«Τα αγαπάς τα γίδια;» «Τις λες εκεί! Κάηκε η καρδιά μου γι αυτά!
Μόνο τι να κάμω! Βρέθηκα τσοπάνης, χτήματα δεν έχομε, θέλοντας και μη,
θα σέρνομαι όλη μου τη ζωή πίσω από την ουρά της γίδας!»
Αν είναι έτσι, θα μείνουμε αχώριστοι! Θα παρακαλέσω τον πατέρα, να σε πάρει επιστάτη στο χτήμα και θα είμαστε μαζί. Εκεί θα χορτάσει το μάτι σου καλλιέργεια! Και θάχουμε και ζώα: αγελάδες, φοράδες, προβατίνες, γίδες. Αλλά στο στάβλο! Εκεί δε χωρούνε βουκουλιά και βάρδες και κοπάδια!»
«Μου πέφτει μακριά από το χωριό μου το χτήμα. Αλλά αφού θ’ αφήσω τα γίδια και θάμαι μαζί σου, θα το αποφασίσω.
Ο πατέρας μου δε θα φέρει αντίρρηση. Δε χωρούμε όλοι σ’ ένα σπίτι».
………………………
«Να πας παιδί μου κι εγώ δε θα σ’ αφήσω έτσι, ότι δυναστώ θα σε βοηθήσω». «Δε θέλω τίποτε πατέρα, μονάχα την ευκή σου!»
«Του θεού και της Παναγίας παιδί μου! Να προκόψεις, να χτίσεις ένα σπίτι, εδώ στην άκρη στην αυλή θα σου δώσω το σπιτότοπο, να σε βλέπω να σε χαίρουμε». Με χρόνια, στο κάτω μέρος της πλατείας, υψώνεται το σπίτι του Πανταζή. Πλάι κυλάει το αυλάκι. Στις δυο γωνιές  του σπιτιού - στην άκρη στο αυλάκι – ο Πανταζής φύτεψε πλατάνια. Θέριεψαν αυτά και σκεπάζουν ως σήμερα το σπίτι. Αλλά δεν είναι πια του Πανταζή. Δεν του αρκούσανε, δεν του γεμίζανε την ψυχή. Ήθελε να βλέπει δάσος! Και βγήκε από τη μέση του χωριού. Και δεν τον κράτησε ούτε η άκρη. Διάβηκε το ποτάμι και σταμάτησε στο προσήλιο. Τρία στρέμματα γης, τήνε περίφραξε, τήνε στρεμμάτισε και τήνε ξελίθισε. Κέντρωσε τις αγριαπιδιές, έφερε τη συκιά της Κύμης, τη ροδακινιά του Βόλου, το κλήμα της Μονοβασιάς. Κι όταν δεν του έμενε τίποτε πια να φυτέψει, έχτισε στην άκρη το σπιτάκι του. Εκεί μένει τον πιο πολύ καιρό η οικογένειά του. Εκεί περνάει κι αυτός, άβγαλτος από το χτήμα, τις ημέρες που του δίνουν άδεια ν’ ανεβεί στο χωριό.
Οι χωρικοί τόνε λαχταρούνε πότε να ξαδειάσει, να τους πει κάτι.

82. Μάθε με τέχνη κι άσε με κι όποτε θέλεις
πιάσε με
Με χρόνια, το αγρόκτημα που επιστατούσε ο Πανταζής, πέρασε σ’ άλλα χέρια. Κι ο νέος ιδιοκτήτης, δεν χρειαζότανε τις υπηρεσίες του Πανταζή.
Γύρισε τότε κι αυτός στο χωριό του. Αλλά ο τόπος δεν τόνε σήκωνε.
Χωράφια δεν είχε και γίδια δεν ήθελε να ξαναναφυλάξει.
Ζήτησε λοιπόν καταφύγιο στα γράμματα.
Διορίστηκε δικαστικός κλητήρας στο δικαστήριο, που είχε την έδρα του κάτω στην πόλη του λιμανιού.
Τώρα εκτελεί τα νέα του καθήκοντα: γυρίζει τα χωριά και μοιράζει τις κλήσεις.
Στο δρόμο, όταν βλέπει πλάι ένα δεντράκι νάχει λυθεί από το παλούκι και να γέρνει κατά τη γης: «Σίγουρα θα το φάνε τα ζωντανά», σκέφτεται. Και τότε παραμερίζει στη στιγμή, απιθώνει τη σάκα του απάνω στο φρύδι της τάπιας, τραβάει πέρα μέσα στο χωράφι, φτάνει στον όχτο, βρίσκει την αγράμπελη, κόβει ένα ψωμωμένο βλαστάρι και γυρίζοντας, ανασηκώνει το δεντράκι, το ισώνει και το δένει στέρεα στο παλούκι. Δρασκελάει κατόπι, παίρνει τη σάκα του και δρόμο. Ανοίγει βήμα για να κερδίσει τον καιρό που έχασε.
Πιο πέρα, περνάει ανάμεσα στον ελιώνα. Ένα μπόλι τρυφερό γέρνει. «Μόλις δυναμώσει το αεράκι, θα το ξεμασκαλίσει», στοχάζεται ο Πανταζής. Πάλι μέσα στο χωράφι. Πηγαίνει ως την άλλη άκρη, που είναι ο σπαρτιώνας και γυρίζει στο μπόλιασμα, φέρνοντας μια αγκαλιά. Σκαρφαλώνει στο δέντρο, κρατώντας όπως μπορεί τα σπάρτα, περιτυλίγει τα βλαστάρια ολόγυρα μ’ αυτά, τα δένει με δέματα, που έχει στρίψει από τα ίδια κι ύστερα εξακολουθεί το δρόμο του. Τίνος είναι τα δεντράκια; Τι τόνε μέλει;  Αυτός τις αγάπες τις έχει με τα κλαριά.
Πάντα στην ώρα του φτάνει στα χωριά, αλλά και πάντα διπλά κουρασμένος, από δρόμο κι από δουλειά.
Δυο φορές την εβδομάδα, αραδίζουνε στην πολιτεία οι καρβουνιάρηδες από τη Στενή. Μια μαύρη συνοδεία. Γαϊδουράκια μουντζουρωμένα ως και τα σαμάρια τους, ακόμη κι οι τριχιές. Καρβουνόσακκα  κατάμαυρα, γεμάτα, ξέχειλα. Απάνω βαθυπράσινα κλωνάρια από έλατο, εμποδίζουνε να χύνονται τα κάρβουνα. Κρατιούνται με σκοινιά περασμένα από θηλιά σε θηλιά. 
Καθώς στέκονται τα σακκιά όρθια φορτωμένα, τα κλαριά φαντάζουνε σαν πένθιμα στεφάνια.
Άνθρωποι μπρος, πίσω, ανάμεσα, με μουτζουρωμένα πρόσωπα, χέρια, ρούχα, κουβαλούν από το δάσος της Στενής τα κάρβουνα στα «γύφτικα».
Ο Πανταζής αναταράζεται σύγκορμος, όταν τους αντικρίζει.
Φαντάζεται, πως περνάει μπρος του ξόδι νεκρών. Κομματιαστά-κομματιαστά τόνε κηδεύουνε το λόγγο της Στενής! Ακολουθεί ξοπίσω, ως εκεί που σταματούνε να πουλήσουν.
Και τι δεν τους ψάλλει!  
Χιλιοδικιολογιούνται αυτοί:
«Είναι από ξερές, από γκρεμισμένες, Πανταζή!»
Έτσι τον κατασυχάζουνε κι αρχίζει τότε να τους ρωτάει:
«Είναι.. τος, κείνος ο ελατός; .  Είναι..τη, κείνη η καστανιά;» 
Κι όταν ξεπουλώντας, φεύγουν ύστερα για το χωριό και τον αποχαιρετούνε: Πανταζή, φεύγομε, έχε γεια! Τι παραγγέλνεις;»
«Κανένανε δέ θέλω νά ιδώ στα μάτια μου! Χαιρετίσματα στις καστανιές! . . . Και στα έλατα! . . .»
Κανένανε δε θέλει να βλέπει! Κι όμως, για τους ανθρώπους θέλει να τις φυλάξει τις καστανιές. Από αγάπη τους μαλώνει, να μην είναι κακοκέφαλοι.
Κι ενώ οι καρβουνιάρηδες ξεμακραίνουν, ο νους του Πανταζή βυθίζει στα περασμένα, στα ξένοιαστα παιδικά χρόνια με τα παιχνίδια γύρω στις πηγές και τα ανεβοκατεβάσματα στα  δέντρα.
Όλος ο λόγγος περνάει τότε εμπρός του, σαν ταινία κινηματογράφου.















ΜΕΡΟΣ Γ'


ΝΕΑ ΖΩΗ
---

83. Επισκέψεις στο δάσος
Σαν το μελίσσι, βγαίνει κάθε πρωί ο κόσμος από το χωριό κι ανηφορίζει κατά το δάσος. Καθένας έχει το σκοπό του. Ο ξυλοκόπος, να πολεμήσει τη βαρυχειμωνιά. Ο λοτόμος, να σκεπάσει τα σπίτια. Ο κτηνοτρόφος, να βοσκήσει τα πρόβατα. Ένας μαζεύει καστανόχωμα για τα λουλούδια κάτω στην πολιτεία, άλλος ξεριζώνει νερόφτερες, για να φυτευτούνε σε γλάστρες.
Οι γυναίκες και τα παιδιά, μαζεύουνε τα κάστανα. Όλοι αυτοί είναι χωριανοί από τη Στενή. Το δάσος όμως καλοδέχεται και τους ξένους.
Το επισκέπτονται εντομολόγοι, επιστήμονες τρανοί σπουδασμένοι στην Ευρώπη, θέλουνε να μάθουνε, τι έντομα έχει ο τόπος, να μελετήσουνε τη ζωή τους.  Έρχονται περιηγητές για το όμορφο τοπίο. Εκδρομείς για τον αέρα του δάσους. Τους ξένους, ο Γιάννης τους δέχεται από λογαριασμό του λόγγου.
Και τους κατατοπίζει τον καθένα, ανάλογα με το σκοπό που τον έσπρωξε
ως εδώ. Τους εκδρομείς στους ήσκιους και στις πηγές, τους περιηγητές
στα πωρολίθια, να δούνε σταλακτίτες, τους εντομολόγους στις πεταλούδες.

84. Ορειβάτες
Μαζί με τους καρβουνιάρηδες, ήρθανε χτες το βράδυ και πεζέψανε στην πλατεία του χωριού, δυο νέοι από την πολιτεία. Είναι αδέρφια. Και μοιάζουνε σ’ όλα τους, σα νάναι δίδυμοι. Είναι νέοι σπουδασμένοι. Ο ένας, ο Πέτρος,
είναι γεωγράφος, ο άλλος, ο Παύλος, είναι βοτανολόγος. Εφέτος τελειώσανε το Πανεπιστήμιο. Η μάνα τους, τους έχει κρυφό καμάρι κι οι φίλοι τους, τους χαίρονται. Είναι αγαπημένα αδέρφια. Οι καθηγητές που τους είχανε στα χέρια τους, έχουνε μεγάλες ελπίδες για το μέλλον τους. Έρχονται στο χωριό με πρόγραμμα ν’ ανέβουν, όσο μπορέσουνε πιο ψηλά στο βουνό. Χιλιάδες μέτρα είναι ψηλό τούτο το βουνό. Ποιος άλλος, παρά ο Γιάννης θα γίνει οδηγός τους; Τον ειδοποίησαν οι χωριανοί. Ώσπου να πιουν οι ορειβάτες ένα ποτήρι νερό, ο Γιάννης πρόβαλε ολόισος και διευθύνθηκε ίσα στους ξένους. Τους καλησπέρισε κι άπλωσε πρώτα στον ένα το χέρι, λέγοντας και στους δυο:
Να με συμπαθάτε, εγώ δε σας  γνωρίζω, ποιος είστε πιο μεγάλος!
Κι ύστερα: «Πώς με το καλό στα μέρη μας;»
«Θέλομε ν’ ανεβούμε στο βουνό!»
«Να ανεβείτε, γιατί να μην ανεβείτε;»
«Θα κάμεις τον κόπο, να έρθεις οδηγός μας;»
«Μπορούμε να σας αφήσουμε παραπονεμένους, αφού περάσατε από τον τόπο μας;» «Και πότε θα ξεκινήσουμε Γιάννη;»
«Αν θέλετε ν’ ανεβούμε αύριο, τώρα να ετοιμαστούμε, να ξεκινήσουμε αποβραδίς». Οι ορειβάτες δε δώσαν αμέσως απόκριση.
Κι ο Γιάννης, σα να μάντεψε κάποιο δισταγμό τους, εξακολούθησε.
«Εγώ λέω με την ιδέα μου, δε μας κυνηγάει κανένας, έκτος αν είστε βιαστικοί.
Γιορτή είναι αύριο και μεθαύριο, των 'Αγίων Αποστόλων.
Να καθίσουμε απόψε, να πιείτε κρύο νερό, να κοιμηθείτε στη δροσιά,
να ξαποστάσετε. Κι άμα φέξει ο Θεός την ημέρα, παίρνομε τον ανήφορο.
Ημέρα νάναι, να ιδήτε και το λόγγο. Το βράδυ-βράδυ, θα έχομε φτάσει στην κορφή στο δάσος. Εκεί να κοιμηθούμε. Μη φοβάστε για κρύο, καλοκαίρι είναι.
Κι από το άλλο μέρος, ξύλα έχει ο λόγγος όσα θέλομε, ανάβω εγώ μια φωτοκαϊά, που να κρατήσει όλη τη νύχτα. Στο ξέφωτο δεν υπάρχει φόβος
για πυρκαϊά». Η γνώμη του Γιάννη ήτανε βολική για τους ορειβάτες. Πρόβλεπε και για το κρύο ακόμη, που αυτοί δεν το φοβόντανε, γιατί είχανε πάρει μαζί τους σκηνή. Όπου και να σταματούσανε, θα κατασκηνώνανε
και θα περνούσανε τη νύχτα, χωρίς να τους χρειάζεται φωτιά.
Μόνον θέλαν έναν αγωγιάτη, για τη σκηνή και τις άλλες αποσκευές.
Αυτόνε τόνε βρήκε ο Γιάννης, μόλις έφερε ένα γύρω στη γειτονιά.

85. Ζωή χαίρονται τούτα τα δέντρα
Το πρωί, μπροστά ο Γιάννης, κοντά οι ορειβάτες, παραπίσω ο αγωγιάτης και τελευταίο το μουλάρι, βγήκαν από το χωριό, περάσανε το γεφύρι και πήρανε τον ανήφορο, δεξιά μεριά την ποταμιά. Όταν σώθηκε το φαράγγι, ο δρόμος έγινε τρίστρατο. Δεξιά πήγαινε κατά την «Κερασιά», αναμεσίς κατά τη «Μεσοράχη», αριστερά κατά την «Αῐτοφωλιά».
Τον τελευταίο έπρεπε να πάρει η συνοδεία. Μόλις μπήκε το μουλάρι στο σωστό δρόμο, ο αγωγιάτης μάζεψε ψηλά το καπιστρόσκοινο, τόδεσε στην παγίδα του σαμαριού κι απόλυσε το ζώο. «Γιάννη, σαλάγα το μπροστά» είπε, «να κόψω μια λούρα» και κατέβηκε στην ποταμιά. Το μουλάρι ανέβαινε την ανηφοριά με στροφές. Σε κάποια καμπή, στάθηκε να πάρει την αναπνοή του. Πολλές φορές είχε κατηφορίσει απ’ αυτόνε το δρόμο αγκομαχώντας, γιατί ήτανε βαρυφορτωμένο. Αλλά σήμερα μόνο το στοχάζεται, πως ο ανήφορος είναι χειρότερος. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε με τα δυο του μάτια, να δει καλά, που είναι ο αφεντικός του. Εκείνος δε φαινόταν, είχε μείνει πίσω. Πρόσεξε κατόπι να δει, τι κάνει ο Γιάννης. Αυτός είχε πλατειά κουβέντα με τους ορειβάτες. Τότε του κατέβηκε μια ιδέα: ν’ αφήσει τον ανήφορο και να πάρει το μονοπάτι που πήγαινε πέρα-δίπλα. Και σα νά νιωθε, πως αυτό που θέλει δεν επιτρέπεται, παραστράτησε και πήρε δρόμο, φέρνοντας όλη τη δύναμή του στα πόδια, για να μην το προφτάσουν. «Μας έφυγε το μουλάρι», πετάχτηκε ο Γιάννης, κόβοντας  τη συζήτηση. Και χωρίς ν’ αφήσει ούτε ταγάρι, ούτε κοντάρι, παίρνει δρόμο κατώστρατα, πέρα-μέσα στο δάσος.
Κατηφοριά ήταν ο δασότοπος, στρωμένος παχύ στρώμα πευκοβελόνες και χλωρός, όπου δεν τον έτρωε ο ήσκιος.  Να σταθείς στα πόδια σου δε μπορούσες, όχι να τρέξεις  σ’ αυτόνε. Κι όμως ο Γιάννης φεύγει σα σαΐτα. Πατάει με το ένα πόδι και πριν προλάβει να γλιστρήσει, έχει σηκώσει αυτό
το πόδι κι αγγίζει το δασότοπο με το άλλο.
Στη σκάρφη  γλιστράς χειρότερα κι από τα φύλλα. Αλλά ο Γιάννης τρέχει,
σα νάχει φτερά. Προσπερνάει το ζώο, στρίβει δεξιά και του βγαίνει μπροστά στο δρόμο. Το μουλάρι καρφώθηκε στον τόπο. «Τι νόμιζες! Πού θα πήγαινες;» είπε, έλυσε το σκοινί, γύρισε το ζώο και τραβώντας τό βγανε στο δρόμο. Οι ορειβάτες τα χάσανε. Στην αρχή φοβηθήκανε για τις αποσκευές: «θα σκιστούνε, θα λωριδιαστούνε», σκέφτηκαν, έπειτα όμως όλη την προσοχή τους τήνε τράβηξε o Γιάννης.
Αγωνία είχανε να δούνε, που θα βγει το τέλος.
Κι άμα σταύρωσε o Γιάννης το μουλάρι, η ψυχή τους γιόμισε έκπληξη για
τη σβελτοσύνη του. Δεν τόνε ρώτησαν όταν γύρισε, για τα πράματα, παρά:
«Τι είσαι εσύ Γιάννη!» του είπε ο Πέτρος, «από τι λεβεντογενιά κρατιέσαι;»
Τι με ρωτάτε για γενιές; Όπως οι γενιές τα φύλλα, έτσι είναι κι οι γενιές
οι άνθρωποι. Τα φύλα φυσάει ο άνεμος και τα ρίχνει στρώμα στη γης.
Κατόπι το δάσος βγάζει νέα και σέρνει μακριά βλαστάρια, όταν γυρίζει
η άνοιξη. Έτσι κι οι γενιές οι άνθρωποι, γοργοπερνούν.
Η μία έρχεται, η άλλη φεύγει. Ζωή χαίρονται τούτα τα δέντρα, τους απάντησε, δείχνοντας γύρω του τα χιλιόχρονα κλαριά.

86. Χυμούνε τα μαντρόσκυλα
Τώρα φτάνει ο αγωγιάτης και παίρνει το ζώο μπροστά. Δεν έχουνε καλά-καλά προλάβει να βγούνε σ’ ένα ίσιωμα πιο ψηλά και ν’ αντικρίσουνε μια στάνη, όταν ακούνε αλυχτήματα άγρια και βλέπουνε να τους έρχονται σφαίρα απάνω δυο μαντρόσκυλα. Είναι μεγάλα και μαλλιαρά, σαν αρκούδες. Ξοπίσω τους πήρε δρόμο κι ένας τσοπάνης. Τρέχει όσο φτάνει, τα φωνάζει: «Τραχήλη! Πορπόδη! και τ’ αποπαίρνει: «’Έξω! Ου, να χαθείτε!» Τους κόβει με τις φοβέρες την ορμή κι όταν τα προλαβαίνει, τους πετάει και πέτρες, όχι όμως για να τα χτυπήσει. Αυτά στέκονται τότε ξέμακρα, κοιτάζουνε τους ξένους και αλυχτούνε πιο ήμερα. Ο βοσκός πλησιάζει τους στρατοκόπους κι εξηγεί:
«Τα έχω φύλακες». Μιλεί θαρρετά, γιατί έκαμε το καθήκον του. Δε στάθηκε θεατής, ν’ αφήσει τα σκυλιά ελεύθερα, για να βλέπει τους ξένους να σκυλομαχούν. Ήτανε και συμφέρο του αυτό που έκαμε. Γιατί ο Γιάννης δε χωρατεύει, θα τα σακάτευε τα σκυλιά. Κι ο τσοπάνης δε θάχε να πει λόγο.
Και σήμερα γίνεται, ότι γινότανε και τον παλιό καιρό. Και του Ηρακλή
του ρίχτηκε ένα τσοπανόσκυλο, όταν πήγαινε στη Σπάρτη. Κι ο Εύμαιος
ο χοιροβοσκός, τα φώναξε τα σκυλιά, τά κραξε, τα φοβέριξε, τους πέταξε πέτρες και τά καμε αλώνι γύρω του, όταν χυμήξανε στον άγνωστο ζητιάνο.
Περνούνε πλάι στη στάνη. Στον ήσκιο μιας καστανιάς - πιο πολύ από κούραση παρά γιατί ζεσταίνεται - στέκεται ένα γαϊδουράκι. Με ουρά, με στόμα, με πόδια, διώχνει τους ντάβανους και σειεί τ’ αυτιά του, για να προγκίσουνε κάτι μυγάκια, που έρχονται γύρω να μπούνε στα μάτια του.
Είναι να το λυπάσαι! Από το βαρύ φόρτωμα, έχει αργάσει το πετσί του απάνω στο κορμί, προτού το στείλουνε στον ταμπάκη.

87. Δάσος μια φορά!
Βαδίζουνε τον ανήφορο, κάτω από τους ήσκιους της καστανιάς. Ύστερα από τα πλατύφυλλα, περνούνε πιο απάνω, στον έλατο. Περίφημο δάσος τούτος
ο ελατιάς! Στην αρχή χαμόκλαρα και μέσα-μέσα από κανένας έλατος.
Εδώ μοιάζει σαν πάρκο. Έχει και άρκευθους - κέδρους λέει ο Γιάννης - στο πιο μεγάλο ύψος που παίρνουν αυτοί οι θάμνοι. Οι καρποί τους, φαντάζουνε μέσα στις σκουροπράσινες λόχμες της φυλλωσιάς, σαν κόκκινα κουμπιά.
Ύστερα από το δασάκι, έρχεται ο αληθινός λόγγος. Τούτος είναι δάσος μια φορά!  Όπως πέσαν, έτσι κείτονται τα πεθαμένα κορμιά. Δε βρίσκεται χέρι να τα μεριάσει. Τόπους-τόπους φράζουνε το δρόμο κι αναγκάζουνε τη συνοδεία να λοξέψει και να περάσει ανάμεσα στο σύδεντρο. Είναι κι άλλα νεκρά δέντρα. Γεράσανε και ξηραθήκανε, μα δεν ξεριζωθήκανε. Στέκονται ακόμη ορθά.
Τα κλωνάρια τους, δεν έχουνε πια βελόνες. Μαδήσανε. Κι η φλούδα τους έσκασε κι έπεσε. Τα κορμιά τους είναι κατατρυπημένα. Σαράκια κυκλοφορούνε μέσα σε στοές, κουβαλώντας πριονίδι από το εσωτερικό
ως την έξοδο. Και το αδειάζουνε, να σωριάζεται στη ρίζα. Η αράχνη έχει κατασταθεί απέξω, έχει υφάνει κατεβατά δυο μέτρα ιστό και παραμονεύει
από τον κρυψώνα της.
Αυτά τα πεθαμένα δέντρα, έχουνε ξασπρίσει σα σκελετοί από ψοφίμια.
Όχι ζώα μικρά, σαν αυτά που βλέπουμε σήμερα. Γίγαντες, όπως εκείνα
που ζούσανε προ κατακλυσμού. Η τελευταία μπόρα, συνεπήρε δέντρα από
τη ρίζα. Ξαπλωμένα τώρα στη γης, αρχίζουνε να ξεθωριάζουν, ενώ η γούβα που ανοίχτηκε με το ξερίζωμά τους, στέκει ακόμη ολάνοιχτη.
Κορμιά και κλωνάρια φαίνονται γκρίζα. Τα έλατα έχουνε χορταριάσει.
Οι ορειβάτες βλέπουνε, να κρέμονται από κορμιά κι από κλωνάρια μακριές τρίχες. Στην αρχή τις παίρνουνε για μαλλιά πρόβεια. Όταν όμως τις κοιτάζουνε κατόπι προσεχτικά, στο κορμί και στα πιο χαμηλά κλωνάρια, βεβαιώνονται, πως είναι φούντες από φυτά παράσιτα. Οι πιο αξιοσέβαστοι γεροέλατοι, είναι χορταριασμένοι σ’ όλο τους το κορμί.
Να και μια τρούμπα ελατάκια, όλο νιώματα! Αξίζει να σταθούν οι ορειβάτες, να τα καλοκοιτάξουν. Αυτά δεν έχουνε το βαθυπράσινο χρώμα των ηλικιωμένων. Αν ήτανε χειμώνας, σίγουρα θα νόμιζαν αυτοί, πως είναι πασπαλισμένα με χιονόψιχες. Τώρα όμως φαντάζουνε, σα να τους έχεις ρίξει απάνω ζάχαρη ψιλή. Μα όταν πλησιάσεις, το βλέπεις πως τα φυλλαράκια -  κάθε μια λόχη  - από την ανάποδη είναι δίχρωμα: ασημόχρωμη γης, με μια λεπτή πράσινη γραμμή στη μέση κατά το μάκρος, ενώ από το απάνω μέρος, από την «καλή»
είναι πράσινα.
Έτσι είναι τα ελατάκια, που φυτρώνουνε στον πιο γόνιμο δασότοπο

88. Του Δεσπότη η βρύση
Να ένα ξέφωτο πλουμιστό! Ένα ανθισμένο λιβάδι στο λόγγο. Από μια βρύση πέφτει το νεράκι κι αργοκυλάει, κάτω από εύωδιασμένο χορτάρι.
«Μια βρύση στο βουνό! Πολυτέλεια περιττή!» λέει ο Πέτρος.
Ο Γιάννης, τα παίρνει τα λόγια του γεωγράφου για κατηγορία.
Και για να τόνε σταματήσει, να μην ειπεί περισσότερα, του εξηγεί αμέσως. «Είναι του Δεσπότη η βρύση. Φτιασμένη εδώ κι εκατόν πενήντα χρόνια. Μπορεί και περισσότερα. Στον καιρό της Τουρκιάς, ένας Δεσπότης πέρασε από δω, έσκυψε, ήπιε, δροσίστηκε και το βλόγησε το νεράκι.
Και κατεβαίνοντας στη Στενή, άφησε στους δημογέροντες χρήματα, για να γίνει τούτη η βρύση.
Τη βλέπετε; Ακατάλυτη στέκεται, ούτε ένα χαλίκι δεν ξέσυρε τόσα χρόνια!»
«Γιάννη, άγια ήταν η προαίρεση του Δεσπότη, αλλά να ξέρεις, τέτοιο έργο
δε χρειάζεται στο βουνό. Είναι περιττό και φέρνει και ζημιά. Κανείς δε θα έρθει εδώ, να γεμίσει τη στάμνα του. Όσοι όμως περνούνε, για να θαμάζουνε τα έργα του Δημιουργού, αντί να δούνε πηγή, θα βρουν ένα ντουβάρι
και τίποτε παραπάνω». Έπειτα, γυρίζοντας κατά τον αδερφό του συνέχισε:
«Αυτό που βλέπεις σήμερα Παύλο - η βρύση όπως λέει ο Γιάννης - δεν είναι πια έργο ανθρώπου. Έβανε ο καιρός τη ρόδα του εκατόν πενήντα χρόνια, το δούλεψε με υπομονή και μαστοριά και μας το παρουσιάζει τώρα ολοδικό του δημιούργημα. Τι ήτανε στην αρχή; Ένας τοίχος, πέτρες κι ασβέστη, μακρύς 1.50 μ, ψηλός 1 μ, παχύς 0,70 μ. Σε ύψος 0,40 μ. είχαν αφήσει κατά το πάχος μια τρύπα, για να περνάει το νερό από το πίσω μέρος, να χύνεται πρόσωπο.
Εκεί που τελείωνε η τρύπα, κατά έξω, εξείχε από τον τοίχο ένας πέτρινος κρουνός, χτισμένος αλφαδιά με την τρύπα. Ο κρουνός συνέχιζε την τρύπα, με αυλάκι σκαμμένο  στην πέτρα του. Είχε κατόπι γούρνα ολοστρόγγυλη, για να πίνουνε τα ζώα κι ύστερα συνέχεια  άλλο αυλάκι, για να τρέχει και να χύνεται το νερό. Ο χτίστης, ίσως για να κάνει όμορφο το έργο, άφησε στο εξωτερικό πρόσωπο του τοίχου αχιβάδα. Να η βάση της, στο ίδιο οριζόντιο επίπεδο με τη βάση της τρύπας. Αυτή ήτανε αρχή-αρχή του Δεσπότη η βρύση.

89. Έγινε Θεός του λόγγου
«Κοίταξε τώρα, τι σκάρωσε από ένα τέτοιο έργο ο χρόνος», συνεχίζει
ο Πέτρος. «Το νερό βγαίνοντας από την τρύπα, ακολουθούσε το αυλάκι
και κυλούσε στη γούρνα του κρουνού. Τήνε γέμιζε και συνέχιζε κατόπι
το δρόμο του στο άλλο αυλάκι, ώσπου έφτανε στην κώχη.
Από δω έπρεπε να πηδήσει. Το χειμώνα, που είναι δυναμωμένο, όχι μονάχα να πηδήσει δε διστάζει, παρά και βάνει σημάδι πολύ πιο πέρα από κει που
θα έφτανε, αν αφηνότανε να γκρεμιστεί κατακόρυφα. Το καλοκαίρι όμως αδυνατίζει και δεν αποθαρρεύει να ξαποληθεί από τον κρουνό. Αναγλύφει λοιπόν τότε και κατεβαίνει ως την κορφή της κυρτής επιφάνειας, στο πιο χαμηλό σημάδι του κρουνού. Από κει πια, μια πιθαμή είναι το βάθος ως τη γης. Μαζεμένο καθώς αναγλύφει από την κώχη  - σαν άπό χείλι - έχει δύναμη. Χρόνο με το χρόνο, νερόφαγε εκεί ο κρουνός. Και βλέπεις τώρα σκαμμένο κείθε-δώθε ένα αυλάκι, όπως στο δικό μας σαγόνι, κάτω από το χείλι.
Απ’ αυτό το αυλάκι, σκορπώντας δεξιά-αριστερά το νερό, κατεβαίνει ως το
πιο χαμηλό σημείο. Με το πέρασμα του καιρού, ο κρουνός χορτάριασε. Νεροχόρτια σκεπάζουν όλη την κυρτή επιφάνεια. Δε θα δυσκολευόντανε, να ριζώσουνε και στο επίπεδο και στο κοίλο των αυλακιών και της γούρνας, αν δεν περνούσε άνθρωπος από δω. Απάνω στα πρώτα, ριζώσανε δεύτερα και κατόπι άλλα κι άλλα κι έτσι ψηλώσανε, πηγαίνοντας τον κατήφορο.
Τούφες - τούφες κατέβηκαν, ώσπου σχημάτισαν αυτά τα πράσινα γένια. Ανάμεσά τους κρεμιέται το νερό κι άμα τελειώνει το πράσινο, τους βάνει συνέχεια ασημένια. Χορτάριασε κι η αχιβάδα!
Έλα από δω Παύλο, να κοιτάξεις. Αυτή δεν είναι πια βρύση χτίριο. Μεταμορφώθηκε, έγινε θεός του λόγγου. Με πράσινο πρόσωπο, ασημένια, πράσινα γένια και στόμα ορθάνοιχτο! Ξεχύνει μέρα-νύχτα νερό και δροσολούζεται αυτός και το λιβάδι». Πήγε ο Παύλος. Από κοντά κι ο Γιάννης, χωρίς να τόνε φωνάξει κανείς.  Εδώ ταίριαζε να το πει: Εγώ περίεργος είμαι!»
Ένα κατωσάγονο γίγαντα, εξείχε από τον τοίχο. Απορεί ο Γιάννης, πως δεν το είδε, τόσες φορές που έχει περάσει από δω. Και δίνει μόνος του την εξήγηση:
«Είναι που τα βλέπω κάθε ήμερα και δεν τα προσέχω».
«Γιάννη! Να πεις στους προεστούς να φυλαχτούνε!
Μην τους έρθει καμιά ώρα η βουλή, να ξεκαινουργώσουνε τη βρύση!
Θα διώξουν από δω τον πράσινο Θεό, που χρειάστηκε ο καιρός, εκατόν πενήντα χρόνια για να τόνε θρονιάσει στου «Δεσπότη τη Βρύση»,
είπε ο Πέτρος. «Δεν είναι όλο δικό μας το φταίξιμο. Εσάς τους πολιτισμένους βλέπομε στις πολιτείες και φτιάνομε κι εμείς βρύσες», δικιολογήθηκε ο Γιάννης, σα να τόνε μάλωνε ο Πέτρος και σα να αναγνώριζε, πως είχε δίκιο να τόνε μαλώνει. «Η βρύση γίνεται για να περετήσει κόσμο. Να παίρνουν εύκολα και γρήγορα νερό. Εδώ όμως ποιος θα έρθει να πάρει; Όποιος έρχεται δε χρειάζεται νερό, θέλει να δει την πηγή, το έργο του Δημιουργού.
Η ψυχή μας δεν ησυχάζει, αν δε βλέπουμε έργα θεϊκά.
Εσείς δεν το καταλαβαίνετε αυτό, γιατί δε σας λείπουνε.
Ζείτε ανάμεσά τους. Εμείς όμως, οι άνθρωποι της πολιτείας, έχομε γύρω μας, όλο τεχνητά έργα ανθρώπων. Αυτή η έλλειψη δεν υποφέρνεται. Αυτή είναι, που μας σπρώχνει ν’ ανεβούμε στο βουνό. Κάτω στις πολιτείες, φτιάνουνε μέσα στους δημόσιους κήπους σύδεντρα, σπηλιές, λόχμες, πηγές, όπως είναι στο ύπαιθρο. Και μολονότι το ξέρομε, πως είναι τεχνητές, το ξεχνούμε ωστόσο για μια στιγμή και τότε αναπαύεται κάπως η ψυχή μας.
Γιάννη, μην τις χαλάτε τις πηγές εσείς που τις έχετε!»

90. Στην αλπική ζώνη
Ξεϊδρώσανε. Πίνουνε νερό κι εξακολουθούνε  τον ανήφορο. Τώρα έχουν ανεβεί πιο ψηλά από τη ζώνη του έλατου. Βαδίζουνε στη ζώνη της οξυάς. Περνούν ανάμεσα από δασιές τρούμπες, με γυαλιστερή φλούδα, σταχτιά.
Για να δούνε τις κορφές, γυρίζουνε τα μάτια τους στον ουρανό.
Ως τριάντα μέτρα ψηλώνει η οξυά. Πιο ψηλά ακόμη, συναντούνε το μοσκοέλατο, ολόισο, λαμπαδωτό. Τις παραβγαίνει στο ύψος τις οξυές.
Κάποια στιγμή, φτάνουνε στο όριο του δάσους.
Από δω κι απάνω δεν έχει δέντρα. Αρχίζει η αλπική ζώνη.
Περνούνε στο γυμνό κι ανεβαίνουνε κάμποσο, ώσπου συναντούνε τέλος
μια πηγή. Εδώ έχει κανονίσει ο Γιάννης  να περάσουνε τη νύχτα τους.
Είναι ηλιοβασίλεμα. Πλησιάζοντας, βλέπουν ένα γέρο καθισμένον πλάι
στο νερό. Τόνε χαιρετούν, ενώ αυτός προσηκώνεται να τους  καλωσορίσει. Είναι ο γερο-Αλεξίου από τα βόρεια της Στενής. Ο Γιάννης τόνε γνωρίζει καλά. Τόνε χαιρετάει  με την καρδιά του και τόνε ρωτάει, πως τα έχει τα πρόβατα.
«Εφέτος είναι τιμαρεμένα, σα θέλει ο Θεός», του απαντάει ο γέρος κι ύστερα γυρίζει το λόγο σε άλλο θέμα: «Του λόγου τους ποιοι είναι;»
«Η αφεντιά τους, είναι παιδιά με γράμματα. Έρχονται να δούνε τα λημέρια σου!» «Καλώς ήρθαν! Εδώ απάνω όμως, δεν έχει να δείτε πολλά πράματα. Που και που θα βρείτε κανένα λουλούδι, κανένα χορτάρι. Οι ομορφιές είναι εκεί που περάσατε, ο λόγγος!  «Εσύ τα ξέρεις!» Οι ορειβάτες ρίχνουνε ματιές ολόγυρα και δεν κρύβουνε τον ενθουσιασμό τους. «Ήταν έξοχη η ιδέα σου Πέτρο, να γιορτάσουμε το όνομά μας απόψε στην Αλπική ζώνη!» «Δόξα τω Θεώ» διαλέξαμε επιστήμες, που είναι μαζί και σπορτ. Η δική μου η γεωγραφία να ξέρεις, γράφεται με τα πόδια. Αλλά κι η δική σου η βοτανική, θαρρώ, διαβάζεται και στα πράσινα φύλλα, έκτος από τα άσπρα των βιβλίων».
«Νομίζεις Πέτρο, πως μόνο εμείς, είναι ανάγκη να πεζοπορούμε; Κανείς
δεν καταφέρνει μόνο με τα μάτια του, να υπολογίζει σωστά τις αποστάσεις.
Χρειάζεται να πάρει πρώτα μια ιδέα με τα πόδια». Λέγοντας αυτά ο Παύλος, εξακολουθούσε να κοιτάζει ολόγυρα, πότε με γυμνό μάτι και πότε με το τηλεσκόπιο. Τόχε ξεπεράσει από τον ώμο και κρεμάσει στο λαιμό του.
Κατά το ανατολικό μέρος, οι πλαγιές κατεβαίνουν ομαλά, ώσπου πλησιάζουνε κάπως τη θάλασσα. Ύστερα πέφτουν απότομα και δεν τον αφήνουνε να δει τις ακρογιαλιές, εκεί που πραγματικά είναι. Τα ακρογιάλια φαίνονται, σα νάχουνε σπρωχτεί μεσοπέλαγα, για να σημειώνουνε τη γραμμή, που επιτρέπεται να πλησιάζουνε τα καΐκια. Από αυτή τη γραμμή ανοιχτά κατά το πέλαγο, μπορούνε ν’ αρμενίζουν. Ο άνεμος, φυσώντας από τη στεριά, τους φουσκώνει τα πανιά. Αν όμως τήνε περάσουνε τη γραμμή και θελήσουνε να πλησιάσουν εκεί που είναι πραγματικά τα ακρογιάλια, μπορεί να μην το ξαναδούνε το πέλαγο. Όσο θέλουνε κι ας ψηλώνουνε τα κατάρτια!
Ποτέ δε θα ξεπεράσουνε το βουνό, όπως τον καιρό που ήτανε στο δάσος.
Και μια που κι ο άνεμος δε σκύβει κάτω από τα βουνά, τα καΐκια θα περιμένουνε καταδικασμένα, ως να φυσήξει αγριοκαίρι από  το πέλαγο,
να καραβοτσακιστούνε στα ξερολίθια.
91. Είναι το χωριό μου
Μια απ΄ αυτές τις πλαγιές, αντί να καταβαίνει σαν τις άλλες, το εναντίο, ανεβαίνει απότομα και σχηματίζει κώνο, με κορφή ως χίλια μέτρα ψηλά από την επιφάνεια της θάλασσας. Ο γεωγράφος ξέρει καλά, πως σχηματίστηκε αυτός ο κώνος. Αλλά το βοτανολόγο, δεν τόνε διαφέρνει αυτό. Αυτός αρχίζει από τη χλωρίδα. Κοιτάζει λοιπόν ο Παύλος, να τήνε δει πρώτα με γυμνό μάτι, βάνει κατόπι το τηλεσκόπιο. Ασβεστόπετρα, κοτρώνια, σάρες!
«Πέτρο, έλα να δεις μια φαλάκρα», λέει απλώνοντας στον αδερφό του το τηλεσκόπιο. «Τι καταραμένος τόπος! όλο βράχος και σάρα», συμπλήρωσε ο Πέτρος, ενώ εξακολουθούσε ακόμη να κοιτάζει. Ο γέρο-Αλεξίου, μόλις ακούει τους ορειβάτες, να μιλούν έτσι για τον κώνο, συγνεφιάζει και σφίγγει τα χείλια του, σα νάτανε τα λόγια τους κατηγορία γι αυτόνε τον ίδιο. Δεν τους αφήνει να πούνε περισσότερα: «Καλόπαιδα, δεν έχετε δίκιο να κατηγοράτε τα βουνά.
Βλέπετε εκεί, όσο φαίνεται» - κι έδειξε με το δάχτυλό του χωρίς και να ξεχωρίζει κάπου, ένα χτυπητό σημάδι - «από πίσω είναι το χωριό μου. 
Μην το κοιτάτε το βουνό πως είναι τώρα. Έναν καιρό ήτανε λογγιάς, φίδι δεν έσκιζε να βγει. Τα αρκουδόβατα, είχανε περάσει απάνω από τις κορφές των δέντρων. Είχανε πλέξει από πουρνάρι σε αριά κι είχανε μπλέξει μεταξύ τους, έτσι που ούτε χιόνι, ούτε βροχή τα περνούσε. Τα στέρφα γίδια ξεχειμωνιάζανε
χωρίς μαντρί, κάτω απ’ αυτές τις κατσούλες. Το δάσος κατέβαινε μέσα στο χωριό και προσπερνούσε κι έφτανε συγκρατητό ως το ρέμα.
Τριάντα σπίτια, τριάντα μαντριά είχε το χωριό (τσοπανοχώρι).
Τα γαλάρια, μόνο η βαρυχειμωνιά τα ανάγκαζε να κλειστούνε στο μαντρί.
Ο λόγγος ήτανε κούφιος, αλλά τα κοπάδια ξεχειμωνιάζανε με το βελάνι.
Έχυνε πολύ βελάνι αυτό το δάσος. Την άνοιξη ξεμαρτιάζαμε σ’ άλλες πλαγιές και το καλοκαίρι, ψηλώναμε κατά τούτα τα βουνά. Καλά τα πορεύαμε».
«Πού είναι τώρα το δάσος; το κάματε κάρβουνο;» Ρώτησε ο Πέτρος ανυπόμονα. «Κάτι χειρότερο», συνέχισε ο γέρος αναστενάζοντας:
«Έγινε στάχτη!» Οι ορειβάτες τον κοιτάζανε παράξενα.
Μπορεί να ήταν ο ίδιος που έβανε τη φωτιά και το ξομολογιέται τώρα, χιλιομετανοιωμένος.

92. Ζεστάνανε το φίδι στον κόρφο τους
Ο γέρος είναι βυθισμένος στους δικούς του λογισμούς και δεν το αντιλαμβάνεται πως τον κοιτάζουνε, παρά συνεχίζει την ιστορία:
«Ένας αναθεματισμένος γύρισε στο χωριό. Έλειπε χρόνια συβασμένος. Φύλαε ξένα κοπάδια. Πότε δω πότε κει. Οι γέροι τόνε λυπηθήκανε.
«Δε θα κάμεις προκοπή», του είπανε μια ήμερα που τους αντάμωσε στην εκκλησία. «Η πέτρα όσο κυλάει, μούσκλια δεν πιάνει». Να βγεις χαρολόγος, να γυρίσεις στις στάνες, να σου δώσουμε όλοι οι τσοπάνηδες από ένα γίδι,
να κάμεις κοπάδι, να κατασταθείς εδώ στον τόπο σου». Έτσι κι έγινε. Το χωριό τον έκαμε τσοπάνη. Αλλά αυτός ήτανε του διαόλου. Τεμπέλης!
«Πέσε πίτα να σε φάω!» Ήθελε γύρω στο χωριό να ξεχειμωνιάζει, να ξεμαρτιάζει, να ξεκαλοκαιριάζει, να ξεχινοπωριάζει. Κι ήτανε και σπουδασμένος. Εκεί που γύριζε, είχε μάθει να κάνει κάψαλα. Πήρε λοιπόν
το δαυλί κι έμπηξε τη φωτιά. Κι αυτή μπήκε από τη μια μεριά και βγήκε στην άλλη. Δεν άφησε τούφα, θάμα πως γλιτώσανε τα σπίτια! Θα καιόντανε και τα κοπάδια, αν βόσκαν εκεί. Οι χωριανοί ζεστάνανε το φίδι στον κόρφο τους. Σάπισε στη φυλακή, άλλα τι το όφελος;  Ο λόγγος ήτανε γεροντωπός και δεν πέταξε βλαστάρι. Κι εμείς δεν ξέραμε - δεν μας είχε τύχει τέτοιο κακό - κι αφήσαμε τα κοπάδια, να μπαίνουν απ’ όλες τις μεριές στο κάψαλο. Ανασκάψανε, κόψανε τον τόπο με τα ποδάρια. Ήρθανε κατόπι οι βροχές, νεροσυρμή, έφυγε το χώμα και μείναν οι σάρες. Από τότε δεν ξανανέβηκε ζωντανό. Οι τσοπάνηδες σκόρπισαν, όπου βρήκε καθένας λιβάδι».

93. Θαμμένοι σε χιόνια και χαλάσματα
«Πάθατε μεγάλη ζημιά», τόνε διάκοψε ο Πέτρος, γιατί νόμισε πως τελείωσε.
«Πίσω είναι τα χειρότερα», συνέχισε ο γέρος.
«Ήτανε Γενάρης, ο μήνας είχε τέσσερις. Εγώ ήμουνα Δεκατέσσερων - δεκαπέντε χρόνων, το θυμάμαι σαν τωραδά. Χιόνιζε από μια εβδομάδα.
Εμείς τα παιδιά, δε βγαίναμε πουθενά. Μιά αποταχινή μου λέει η μάνα μου:
«Δεν κατεβαίνεις στο κατώγι, να φέρεις ένα πιο χοντρό ξύλο, να το αδερφώσουμε με τα άλλα στην παραστιά, να ζεστάνει το σπίτι;»
Σ’ ένα βουναλάκι σύρριζα ήτανε το σπίτι μας. Αυτό το βουναλάκι, έχει και δεν έχει ριζό και πλαγιά από το αντίθετο μέρος. Γιατί δυο βήματα κάτω από την κορφή του, πιάνεται μια καναλιά κι ανεβαίνει ως την κορφή στο βουνό που βλέπετε. Καθώς κατέβαινα εγώ, έτυχε να κοιτάξω κατά την κορφή.
Εκεί ήτανε το σπίτι του Μαχαίρα, ενός χωριανού, μισοχωμένο στο βουναλάκι.
Ο πισινός τοίχος δεν εξείχε από τη γης κι η ταράτσα του σπιτιού, ακουμπούσε από εκείνη τη μεριά στην πλαγιά. Απάνω στην ταράτσα, μου φάνηκε σα να χόρευαν ευζώνοι φουστανελάδες κι αμέσως κατόπι, είδα να καβαλικεύει στο βουναλάκι σα «σκαστή» θάλασσα κι ένας αέρας έφτασε ως εμένα. Έφερα το χέρι μου μπροστά, να κρύψω το πρόσωπο. Και στη στιγμή ένιωσα, πως πέρασε από πάνω μου ο χιονοπόταμος. Το αφράτο χιόνι, αφού στοιβάχτηκε μέσα στην καναλιά και τήνε ψήλωσε και την έφερε αλφαδιά με τις ράχες δεξιά κι αριστερά, δε μπόρεσε να κρατηθεί αυτού που έπεσε. Ράγισε στην κορφή της καναλιάς και στις ράχες, από τη μια μεριά κι από την άλλη. Κόπηκε κατόπι και ξεκίνησε αργά τον κατήφορο. Όσο προχωρούσε μέσα στην καναλιά, τόσο και πιο γοργά γλιστρούσε, ώσπου στο τέλος έγινε χιονοκατεβασιά, χύθηκε θεριό ανήμερο, καβαλίκεψε το βουναλάκι, σκέπασε το σπίτι
του Μαχαίρα και σκέπασε κι εμένα. Δε μ΄ άγγιξε! Η αυλή μας είχε τοίχο την απάνω μεριά, για να μην κατρακυλούνε πέτρες. Καθώς πέρασε το χιόνι πλαγιαστά, έβανε απάνω από το κεφάλι μου μια σκεπή. Σκοτάδι με τύλιξε τότε και ζεστασιά γλυκειά χύθηκε στο πρόσωπό μου και στα χέρια.
Δε μπορώ και τώρα να το καταλάβω, γιατί δε φοβήθηκα. Η πρώτη μου σκέψη ήτανε : «Πάει το χωριό!» Νόμισα, πως μας σαβάνωσε όλους το χιόνι. Είχα γελαστεί. Σε μια στιγμή ακούω να πηγαινοέρχονται άνθρωποι, πάνω άπό το κεφάλι μου. Κατάλαβα αμέσως, πως δεν ήτανε γενική η καταστροφή.
Και στη στιγμή φτερωθήκαν οι ελπίδες μου.
«Μπορεί και να μην έπαθε κανένας! Όπως δεν έχω πάθει εγώ». Αρχίσανε να σκάβουνε, στο μέρος όπου ήμουνα ζωντανοθαμένος.  Είχε γλιτώσει παρέκει
ο αδερφός μου. Αυτός είδε, σε ποια μεριά στεκόμουνα τη στιγμή που πέρασε ο χιονοπόταμος κι έδειξε τον τόπο. Σκάβαν αυτοί με τσάπες και πετάγανε με φτυάρια, κούφωνα κι εγώ με τα χέρια μου καταπάνω. Κάποτε ένιωσα, πως
η σκεπή φτένεψε. Φόβος ήτανε, μη μου κατεβάσουνε καμιά τσαπιά. Βγάνω τότε κι εγώ το μαχαιράκι μου από το σελάχι, το κρατώ στο χέρι κι ακροάζομαι. Κάποια στιγμή, είμαι βέβαιος πως υψώνεται η τσάπα.
Δίνω τότε μια δυνατή και ξετρυπάω! Μεγαλώσανε γύρω την τρύπα, μου δώσανε χέρι και με τραβήξαν απάνω. Χαρούμενο δεν είδα κανέναν και σβήσανε στη στιγμή κι οι δικές μου ελπίδες. «Έλα να σε πάμε να ζεσταθείς!» μου είπαν. Μα εγώ δεν κρύωνα, ήθελα να δω τι έγινε.
Το σπίτι μας δε γκρεμίστηκε. Ο χιονοπόταμος πέρασε πλευρά.
Από ένα άλλο σπίτι όμως, που ήτανε πιο πάνω από το δικό μας, μόνο ένας τοίχος στεκόταν ορθός. Και μια πλεξάνα κρεμμύδια κρεμότανε σ’ αυτόν από ένα παλούκι. Το μόνο σημάδι, πως εδώ μέσα κατοικούσαν άνθρωποι. Σκάψανε, ψάξανε. Ένα μωρό τριών μηνών το ξεθάψανε ζωντανό κι είναι το τώρα άντρας στην Αμερική. Η μάνα του όμως δε γλίτωσε. Ένα κορίτσι,
που είχε πάει από γειτονικό σπίτι κι έτυχε μέσα, την ώρα του χαλασμού, δεν έπαθε τίποτε. Είναι τώρα γυναίκα παντρεμένη  σ’ ένα χωριό εδώ από κάτω.
Τέσσερα σπίτια γκρεμίστηκαν, έντεκα νεκροί ξεθαφτήκανε! Ύστερα από πέντε χρόνια, πάλι τα ίδια. Ένα σπίτι γκρεμίστηκε τέσσερεις άνθρωποι σκοτωθήκανε. Αυτό το σπίτι, είχε γλιτώσει την πρώτη βολά. Τα χαλάσματα δεν τα είχανε ξαναφτιάξει. Το χωριό πήγαινε να γένει χωράφι! Αλλά καλή μας τύχη σταμάτησε ως εδώ το κακό. Από τότε δεν έφερε πια χιονοκατεβασιά.
Ο τόπος έβγανε χαμόκλαρα και δένει το χιόνι. Όμως σπίτι, δεν ξαναχτίστηκε κατά κείνο το μέρος. Το χωριό τραβήχτηκε κατά το αντικρινό βουναλάκι.

94. Ώσπου να πούμε: Δόξα σοι ο θεός,
πάλι: Παναγία βόηθα!
Άμα σταμάτησε ο χιονοπόταμος, πιο πολύ όμως γιατί ματατόπισε το χωριό, ήρθε η καρδιά μας στον τόπο της. Σωθήκανε τα βάσανά μας, είπαμε και δοξάσαμε το Μεγαλοδύναμο. Αλλά δεν είχαμε προλάβει να χαρούμε και μας βρήκανε τα χειρότερα. Τώρα ήτανε φόβος, να μη γλιτώσει κανένας από μας, και να μη μείνει από το χωριό πέτρα απάνω στην άλλη. Να ρωτάει
ο στρατοκόπος: «Τι μεριά ήτανε αυτό το χωριό;» και να μη βρίσκουνε
να του δείξουνε τον τόπο, όπου ήτανε χτισμένο. Ανάμεσα στα βουναλάκια, σχηματίστηκε ξεριάς. Αυλάκι χαράχτηκε στην αρχή. Αλλά χρόνο με το χρόνο βάθαινε, ώσπου κατέβηκε σε μεριές, τρία μπόια. Και τότε, ξεκίνησε η άκρη του χωριού τον κατήφορο! Τέσσερα σπίτια φύγανε. Ήτανε νύχτα, κοντά τα ξημερώματα. Οι γυναίκες είχανε σηκωθεί γύρω στις παραστιές. Κάποια στιγμή καταλαβαίνουνε να φεύγει ο τόπος! Βάνουνε δριμές φωνές. «Παναγία μου!
τα παιδιά μου, γλιτώστε μας!»· Σηκώνεται το χωριό στο πόδι. Άνθρωποι είμαστε, και πάρα πάνω συγγενείς. Αρπάζομε δαυλιά στο χέρι κι αστραπή τρέχουμε, πέσε-σήκω, να δώσουμε χέρι. Τα σπίτια δεν τα βρίσκομε εκεί που τα ξέραμε! Από τις φωνές καταλαβαίνομε, πως έχουνε φύγει. Από πού να κατεβούμε να τα προλάβουμε; Κι αν μας ρουφήξει ο τόπος; Παραδέρνομε όλοι πέρα-δώθε μέσα στο σκοτάδι. Οι γυναίκες δέρνονται, σκοτώνονται, θρηνούνε και θεορίχνουνε το χαρολόγο. Και τα σκυλιά αλυχτούν. Κι έτσι δεν ξεχωρίζεις τίποτε. Είναι όμως και ο ξεριάς παραπανιστός. Βουίζει, βάζει κι αναχαράζει, λες και διαλαλεί, πως κυρίεψε αυτός τον τόπο. Τι γίνεται;
Εδώ «δε γνωρίζει το σκυλί τον αφέντη του». Επιτέλους, λυπήθηκε ο θεός τα πλάσματά του! Τα σπίτια σταματήσανε σ’ ένα «κάθισμα» κάτω από το χωριό, όσο μπορείς να πετάξεις την πέτρα μακριά. Και χάραξε. Το φως τότε μπήκε από εκατό μεριές στα σπίτια. Είχανε ραγιστεί δεξιά-αριστερά οι τοίχοι και γέρναν, άλλος μέσα άλλος έξω, έτοιμοι ν’ αφήσουνε τη σκεπή στα κεφάλια των νοικοκυραίων. Στη στιγμή τ’ αδειάσαμε και τα παρατήσαν. «Κι ύστερα;»
«Σωτηρία μας, που ο ξεριάς συνάντησε στην αυλακωσιά του μάρμαρο. Και το χωριό πατάει χαμηλά, σε φλέβα στουρνάρι. Αυτή το δένει κείθε-δώθε. Μέσα στην αυλακωσιά, φανήκανε τα «κλειδιά» της. Αλλιώς… Εδώ ταιριάζει: «Ρίχνει ένας μουρλός την πέτρα στο γιαλό, όλοι οι γνωστικοί να μαζευτούνε, δεν τήνε βγάνουν». Το χωριό θα γλιστρούσε, θά φευγε, θα κατέβαινε στο μεγάλο ρέμα και δε θα σταματούσε ούτ’ εκεί. Αυτό θα το κουβαλούσε πιο κάτω, στο γιαλό.
«Αυτά κάνουν οι μουρλοί», πρόστεσε τέλος ο γέρο-Αλεξίου, κουνώντας το κεφάλι του και σώπασε. «Πάλι καλά αφού βρέθηκε το έδαφος στέρεο», είπε
ο Πέτρος και καταπιάστηκε να στήσει τη σκηνή.

95. Το όριο του δάσους
Τον Παύλο, τόνε συνεπήραν όσα είδε ολημερίς και τούτα, που τους διηγιέται τώρα ο γέρο-Αλεξίου. Δεν έχει διάθεση να σηκωθεί να βοηθήσει, παρά εξακολουθεί: Τι όμορφα περάσαμε σήμερα Πέτρο! Δε μας πείραξε καθόλου
η ζέστη μέσα στο δάσος. Απάνω που πλησιάζαμε να βγούμε από το λόγγο, άκουσα ποδοβολητό ζαρκαδιού και σε μια κουφάλα, είδα να γυαλίζουνε τα μάτια του μπούφου. «Θά μοιαζε Παύλο, το ξύλο για μπούφος. Τα ζώα και τα πιο επίφοβα ακόμη, δε σταματούνε ν’ αντικρύσουνε τον άνθρωπο», είπε
ο Πέτρος, χωρίς να διακόψει την εργασία του. «Κι όταν κατόπι, βγήκαμε από το δάσος με τα θεόρατα δέντρα και το αφήσαμε χαμηλότερα, εκεί μου φάνηκε, πως περάσαμε μια γραμμή της γης και βαδίζαμε την απάνω μεριά».
«Είναι το όριο του δάσους», συμπλήρωσε ο Πέτρος. Η γραμμή όπου το δάσος χτυπιέται με το κλίμα και χάνει οριστικά τη μάχη. Είναι πιο δυνατό το κλίμα, νικάει και σβήνει το λόγγο. Και τότε πια ελεύθερο το κλίμα, δίχως εμπόδιο και χωρίς αντίπαλο, απλώνεται με το πλατύ χέρι της θύελλας, απάνω από την ερημιά. Κοίταξε! Που και που βλέπεις ακόμη κανένα μοσκοέλατο κι αυτό με γερμένο το κορμί, με σπασμένα τα κλωνάρια.
Το κλίμα όπως ξέρεις, είναι παντοδύναμο.

96. Η θερμότητα είναι η πηγή της ζωής
Ο Γιάννης βοηθάει τον Πέτρο, αλλά το αυτί του το έχει σ’ αυτά που συζητούνε τα δυο αδέρφια. Από τον καιρό που πήγαινε στο σκολειό, είχε διαβάσει στη γεωγραφία του: κλίμα. Και παρακάτω: κλίμα τροπικόν, κλίμα πολικόν, κλίμα εύκρατον, κλίμα ωκεάνιον, κλίμα ορεινόν. Τι θέλανε να πουν όλα αυτά;
Ποτέ δεν το ξεκαθάρισε στο νου του. Γι’ αυτό, αν και του αρέσανε πολύ αυτές
οι λέξεις, δεν τις μεταχειριζότανε, παρά ανάφερνε, όπως οι συντοπίτες του πάντα «αέρι». «Δεν τόνε σήκωσε το αέρι». «Το αέρι είναι αλαφρό, κοιμάσαι και σηκώνεσαι φύλλο». Ποτέ δεν είχε ακούσει, πως χτυπιέται το κλίμα με το δάσος, πως σταίνουνε πόλεμο μεταξύ τους τα δύο, πως ο νικημένος είναι πάντα το δάσος. Ούτε και τώρα το χωράει ο νους του. «Δεν ξέρουνε», λέει μέσα του. «Νικιέται ποτέ ο λόγγος;» Αυτό πιστεύει ο Γιάννης. Μια όμως που ακούει κι αντίθετη γνώμη, δε θα κάμει άσκημα να το ξεκαθαρίσει το ζήτημα.
Γι αυτό παρακαλεί τον Πέτρο :«Τι μάχη; Ποιος νικάει το λόγγο;»
«Φώναξε τον αγωγιάτη, να έρθει εδώ να με βοηθάει και συ πήγαινε στον Παύλο, να σου πει ποιος νικάει το δάσος.
Το ξέρει αυτός, όπως κι εγώ κι είναι άνεργος τούτη την ώρα.
«Ξέρεις Γιάννη, πως μέσα το κορμί μας έχει θερμότητα;» τόνε ρωτάει
ο Παύλος. «Άμα βάνω το χέρι στον κόρφο μου, το νιώθω!»
«Πως δε ζούμε όμως χωρίς θερμότητα;» «Αμέ! Άμα ξεπαγιάσεις, πεθαίνεις!
Ο Φατούσης, που αποκλείστηκε στο λόγγο με το χιονιά, ήρθε στο αμήν. Ξενύχτησε στη ρίζα σε μια καστανιά, χωρίς να κλείσει μάτι.
Καθότανε τυλιγμένος με την κάπα κι όταν τόνε κουκούλωνε το χιόνι, σηκωνότανε, το τίναζε, το ταράτσωνε και ξανακαθότανε. Το πρωί είχε ψηλώσει στο «σταυρό» της καστανιάς. Τότε το είδε, πως το χωριό δεν ήτανε μακριά. Αλλά που πόδια, για να κατεβεί! Είχανε κοκαλιάσει κι αυτά και τα χέρια. Ανάσκελα απάνω στο λάκκο, στην άκρη του χωριού, δεν μπορούσε
να περάσει. Το κορμί του όμως ήταν ακόμη ζεστό και μπόρεσε να φωνάξει. Βγήκανε τότε από το χωριό και τόνε φέρανε σηκωτό στο σπίτι.
Τόνε τρίψανε με χιόνι, ν’ απολύσουνε τα πόδια του και τα χέρια, αλλά τι το θέλεις, υπόφερε ο άνθρωπος. Ένα μήνα χρειάστηκε να έρθει στα συγκαλά του. Κι ήταν ο Φατούσης θεριό!  Αν ήτανε κανένας αδύνατος! . . . .»
— «Αφού είχε θερμότητα το κορμί του, γιατί έφτασε σε μεγάλο κίνδυνο;»
—«Αυτό δεν το ξέρω. Άμα κατεβούμε στο χωριό, να ρωτήσομε το γερο-Τίλια. Αυτός έκαμε νοσοκόμος στο στρατό και ξέρει, ότι να τόνε ρωτήσεις».
«Άκουσε Γιάννη, το ξέρω κι εγώ. Το ποσό της θερμότητας, η θερμοκρασία που έχει το σώμα μας, είναι σταθερή. Αλλά εκείνη που έχει γύρω μας ο αέρας, ανεβοκατεβαίνει. Και τότε, αν υψωθεί πιο πάνω από τη δική μας, θέλει να δώσει σ’ εμάς ένα μέρος, ώστε να είναι μέσα μας κι έξω ο ίδιος βαθμός. 
Αν κατεβεί πιο κάτω από τη δική μας, τότε γυρεύει ένα ποσόν από εμάς για νάρθει μέσα μας κι έξω ισορροπία. Αυτό ο οργανισμός μας δεν το δέχεται.
Το καλοκαίρι χύνομε ίδρωτα και τρέχομε στον ήσκιο. Το χειμώνα πιάνομε
το παραγώνι και το προσήλιο. Όλα αυτά, για να κρατήσουμε σταθερή
τη θερμοκρασία μας. Και τα ζώα νιώθουνε την ίδια ανάγκη. Το χειμώνα εφοδιάζονται με γουναρικό, το καλοκαίρι μαδούνε».
—«Και τα κλαριά στο προσήλιο προκόβουνε», συμπληρώνει ο Γιάννης.
—«Σωστά» είπε ο Παύλος. «Η θερμότητα είναι η πηγή της ζωής.
Χωρίς αυτή, ούτε ζώα ούτε φυτά θα δεις στην κορφή του βουνού!»

97. Τη Θερμότητα τήνε δέχεται από τον ήλιο
και τήνε διαμοιράζει η γης
«Το ξέρω πως εκεί ψηλά το κρύο είναι τσουχτερό, άλλα δεν μπορώ να το καταλάβω γιατί. Η θερμότητα μας έρχεται από τον ήλιο. Πως συμβαίνει
το πιο ψηλό μέρος, το πιο κοντινό στον ήλιο, να παίρνει την πιο λίγη ζέστη;
Στη φωτιά, όποιος κάθεται πιο κοντά, αυτός δε ζεσταίνεται περισσότερο;»
—«Είναι δικιολογημένη  η απορία σου Γιάννη, γιατί δεν ξέρεις, πως
την θερμότητα δεν τήνε σκορπάει ο ήλιος στον αέρα, παρά η γης».
—«Και πού τήνε βρίσκει η γης;»
—«Οι αχτίδες του ήλιου, περνώντας μέσα από τον αέρα, της κουβαλούνε
της γης μαζί με το φως και την θερμότητα. Και την αδειάζουνε σε στεριά
και θάλασσα. Στη στιγμή ζεσταίνεται η επιφάνεια της στεριάς, αργεί όμως
η επιφάνεια της θάλασσας.
Αυτές ύστερα γίνονται εστίες και θερμαίνουνε τον αέρα. Έτσι έχομε τώρα
την εστία χαμηλά. Τα στρώματα του αέρα, όσο ψηλώνουνε, τόσο και κρυώνουν. Έπειτα είναι και κάτι άλλο. Η στεριά, άμα βασιλέψει ο ήλιος, αφήνει τη θερμότητα να της φύγει με μιας. Με την ίδια ευκολία που τήνε δέχεται.
Ενώ η θάλασσα, τήνε κρατεί με χέρι σφιχτό. Λίγη-λίγη τήνε δίνει στον αέρα
και μπορεί να τόνε διατηρήσει ζεστό όχι μόνο μια νύχτα, παρά και μερόνυχτα, ώσπου να ξαναβγεί ο ήλιος.
Έτσι σχηματίζονται ζώνες, από τη θάλασσα ως την κορφή του βουνού.
Στο ακρογιάλι πιο πολλή ζέστη, διακόσα μέτρα ψηλά λιγότερη, πεντακόσα πιο λίγη, χίλια, ακόμη λιγότερη, όλο λιγοστεύει, ώσπου να φτάσουμε στην κορφή.
Οι οργανισμοί των φυτών, είναι πολύ ευαίσθητοι στο κρύο.
Δεν μπορούνε βλέπεις και να φυλάγονται, να έχουνε σπίτια, όπως εμείς, να ντύνονται και να μεταναστεύουν, όπως τα ζώα. Γι αυτό, τα βλέπεις το καθένα να φυτρώνει, στη ζώνη που το σηκώνει. Το δεντρολίβανο στο ακρογιάλι,
η μυρτιά πιο ψηλά, πιο πάνω η αριά, έπειτα η δρυς κι η καστανιά, ο έλατος πιο πάνω, και μετά η οξυά και παραπάνω ο μοσκοέλατος, ώσπου φτάνομε στο όριο του δάσους και συναντούμε τούτη τη χλόη.

98. Ζώνες ύψους και ζώνες πλάτους
«Μου φαίνεται, κύριε Παύλο, πως αυτές τις ζώνες τις θέλει κι ο άνθρωπος. Εγώ δεν μπορώ να κάμω στον κάμπο. Μια φορά κατέβηκα όλη-όλη και λίγο να σκάσω από τη ζέστη. Λάφαξα, άνοιγα το στόμα σαν κότα.
Ας ήμουνα και μέσα σε πευκιά! «Βέβαια, παρουσιάζεται κάποια στενοχώρια στους ανθρώπους του βουνού, όταν κατεβαίνουνε στον κάμπο. Αλλά κίνδυνος δεν υπάρχει για τη ζωή τους. Ζώνες, που μονάχα σ’ αυτές ζει ο άνθρωπος υπάρχουν, όμως αυτές δεν είναι ζώνες ύψους, από τη θάλασσα κατά το βουνό, παρά πλάτους από τη μέση της γης, από τον Ισημερινό
- όπως λέει ο Πέτρος, - βόρεια και νότια. Σ’ αρκετό πλάτος βόρεια και νότια από τον Ισημερινό, απλώνεται η τροπική ζώνη. Ζέστη που κάνει εκεί! Μόνο στο Βεδουίνο, στη γκαμήλα και στη χουρμαδιά, αρέσει αυτός ο τόπος.
Έπειτα συνέχεια στην τροπική, βόρεια και νότια, απλώνονται οι εύκρατες ζώνες Εμείς, το άλογο κι η ελιά μέσα σ΄ αυτές, νιώθουμε τον εαυτό μας καλά.
Συνέχεια κατόπι βόρεια και νότια, είναι οι δύο πολικές ζώνες. Εκεί ζει
ο Εσκιμώος ο τάρανδος κι η σημύδα. Και πιο πέρα; Απάνω στους πόλους; Υπάρχουνε πάγοι. Λείπει η θερμότητα, λείπει η ζωή!

99. Η θερμότητα βάνει σε κυκλοφορία το νερό και τον αέρα
«Μια τόσο σπουδαία ιδιότητα, όπως είναι η θερμότητα για τη ζωή μας», εξακολούθησε ο Παύλος, τη μετρούμε στην κάθε ζώνη, είτε ύψους, είτε πλάτους. Έχομε το θερμόμετρο. Μετρώντας τους βαθμούς, που δείχνει στις εικοσιτέσσερις ώρες, παίρνομε τη μέση τιμή του μερόνυχτου. Έπειτα του μήνα, της εποχής, της χρονιάς, πολλών ετών. Το λιγότερο μέση τιμή μιας εικοσαετίας πρέπει νάχουμε, για να μιλούμε με βεβαιότητα για τη θερμοκρασία ενός τόπου. Η θερμότητα όμως, μας διαφέρνει και για κάτι άλλο. Αυτή βάνει το νερό σε κυκλοφορία. Το νερό χωρίς αυτή θα ήτανε πάντα πάγος. Αλλά κι αν παραδεχτούμε, πως μπορούσε χωρίς θερμότητα να είναι υγρό, πάλι θα στέρνιαζε στα βαθουλώματα, ακίνητο. Η θερμότητα το μεταβάλλει σε υδρατμούς. Φτιάνει νερόφουσκες - σα σαπουνόφουσκες - γεμάτες αέρα. Αυτές υψώνονται και κατασταίνουν υγρή την ατμόσφαιρα.
Αυτή την υγρασία τήνε μετρούμε εμείς με το υγρόμετρο, γιατί μας ενδιαφέρει. Έχει σημασία για μας, αν ο αέρας είναι υγρός, επειδή αυτοί οι υδρατμοί μπορούνε να πυκνωθούνε, να γίνουν ομίχλη, σύγνεφο και να γυρίσουνε πάλι στη γης, με τη μορφή της βροχής και της δροσιάς, της πάχνης και του χιονιού.
Βάνει όμως και τον αέρα σε κυκλοφορία η θερμότητα. Χωρίς αυτή, θάχε σωριαστεί ο αέρας γύρω στη γης και δε θα ματατόπιζε. Άνεμος δε θα φυσούσε ποτέ. Η θερμότητα τον αναριεύει και τότε γίνεται πιο αλαφρός.
Όταν λιγοστέψει αυτή, πυκνώνεται και τότε γίνεται πιο βαρύς. Βαραίνει ακόμη περισσότερο με τους υδρατμούς. Τα χαμηλά στρώματα, πιέζονται από τα ανώτερα. Η μεγάλη πίεση σπάζει τους υδρατμούς κι αρχίζει τότε η βροχή. Μας χρειάζεται λοιπόν, να τήνε ξέρομε αυτή την πίεση και τήνε μετρούμε με
το βαρόμετρο. Όταν ο αέρας αραιώνει σ’ ένα μέρος, τότε τρέχει κατ΄ αυτό το μέρος άλλος αέρας πιο βαρύς, να πιάσει τον άδειο χώρο κι έτσι σχηματίζεται ο άνεμος. Μας ενδιαφέρει από που ξεκινάει ο άνεμος, γιατί αν έρχεται από τον Ισημερινό, είναι λίβας, αν κατεβαίνει από τον πόλο, είναι χιονιάς. Σημειώνομε κάθε φορά τη διεύθυνσή του. Ακόμη μετρούμε και πόσα χιλιόμετρα τρέχει.

100. Τι είναι το κλίμα και πως βελτιώνεται
«Η μέση τιμή», - συνεχίζει ο Παύλος, - της θερμοκρασίας ενός τόπου, καθώς κι οι μέσες τιμές της κυκλοφορίας του νερού (υγρασία, συνέφιασμα, βροχή) και του αέρα (πίεση, διεύθυνση και ταχύτητα), όλα αυτά τα στοιχεία, συναπαρτίζουνε το κλίμα του τόπου. Αέρας υπάρχει, αν λείψει η θερμότητα;
Εδώ απάνω λιγόστεψε η θερμότητα. Βρήκε καιρό κι ο άνεμος ύστερα και το αποτελείωσε το δάσος. Να πως τόνε νικάει το λόγγο το κλίμα!»
—«Κρίμα. Τίποτε δεν μπορούμε να κάμομε!»
—«Εμείς ναι. Μόνο του όμως το δάσος, βελτιώνει το κλίμα.
Στην άρχή ο λόγγος φύτρωσε, όπου του επίτρεπε το κλίμα. Αλλά κατόπι, όταν δασώθηκε πλατιά ο τόπος, το κλίμα έγινε πιο γλυκό, όχι μονάχα στο δάσος μέσα, παρά και στη χώρα, που απλώνεται γύρω σ’ αυτό. Η θερμοκρασία,
την ημέρα με το λιοπύρι, είναι χαμηλότερη μέσα στο δάσος, παρά στο γυμνό. Αντίθετα τη νύχτα είναι πιο ψηλή μέσα στο λόγγο, παρά στο ξέφωτο. Γιατί το ξύλο και γενικά η φυτική υλη, δύσκολα αφήνουνε να τους φύγει η θερμότητα, που ρουφήξανε την ήμερα από τον ήλιο. Κι η φυλλωσιά του δάσους δεν επιτρέπει να φύγει η θερμότητα τη νύχτα, με ακτινοβολία κατά τον ουρανό. Φυσικά κι ο αέρας είναι πιο υγρός μέσα στο δάσος κι όταν κατεβαίνει τη νύχτα στη γυμνή χώρα, ρίχνει  δροσιά. Έπειτα φυσώντας από το δάσος κατά τους γειτονικούς τόπους, που έχουν αέρα πιο θερμό, συμπυκνώνει τους
υδρατμούς, που υπάρχουνε μέσα σε κείνονε τον αέρα και σχηματίζει
συννεφιές.
— «Μ’ αυτό ο λόγγος δεν κάνει καλό στον εαυτό του μόνο, παρά και σ’ εμάς».
—«Σαν να τό ξερα εγώ, δε φεύγω χρονικής από δω!»
είπε ο Γιάννης και τελείωσε η συζήτηση.
101. Γειτονιά με τη Φύση
Έχει νυχτώσει πια για καλά. Από πάνω τους απλώνεται ο ουρανός, σαν ωκεανός αναποδογυρισμένος, με την επιφάνεια κατά κάτω. Σ’ αυτή προβάλλουνε πρώτα τα μεγαλύτερα, από κοντά άλλα, μικρότερα φωτονήσια και στο τέλος ένα απέραντο αρχιπέλαγος από χρυσαφένιους βράχους. Σκόπελοι κι ύφαλοι μέσα από τα μισοδιάφανα ρηχά του Γαλαξία, του «Ιορδάνη ποταμού». Ξερός καθάριος κι αριός εδώ απάνω ο αέρας, αφήνει τα αστέρια να φαίνουνται μεγάλα, όσο δεν τα έχουνε δει ποτέ. «Υπάρχουνε πολλά αστέρια», λέει ο Παύλος, «όσα μπορεί να χωρέσει ο νους μας».
— «Βέβαια», απαντάει ο Πέτρος, «άλλα εμείς έχομε πάντα στο μυαλό μας λιγότερα από όσα βλέπει ένα παιδί. Όμως δεν πρέπει ν’ αφήνουμε παραπονεμένη τη σκηνή». Κατέβασε άξαφνα απόγειο. Ο αέρας του βουνού κατηφόριζε για την κοιλάδα. Ο Πέτρος τρύπωσε στη σκηνή. Από κοντά κι ο Παύλος. Τυλιχτήκανε στις κουβέρτες τους. Τα πόδια όμως δεν τα χωρούσε η σκηνή κι εξείχαν από την είσοδο.
Στριφογύρισαν ώρα πολλή και κατόπι φάνηκε πως ησύχασαν.
Τότε ο Παύλος σιγομιλώντας, σαν να πρόσεχε μην ξυπνήσει κάποιονε, ρώτησε: «Κοιμάσαι Πέτρο;»
—«Όχι, εσύ στριφογυρίζεις και δεν μ΄ αφήνεις να με πάρει ύπνος».
—«Δε μπορώ να κοιμηθώ! Τα νεύρα μου έχουνε τεντώσει, δεν είμαι βλέπεις συνηθισμένος σε τόσο κοντινή γειτονιά με τη φύση.
Δεν είναι αλήθεια πως μόνο τα μισά αστέρια μπορούμε να δούμε;
—«Κοιμήσου τώρα κι άφησε τα αστέρια!»
Πάψαν. Από τα χαμηλώματα έφτανε ως απάνω ένα κουδούνισμα, συνθεμένο από τα κάθε λογής κουδούνια των κοπαδιών. Και μακριά, πολύ βαθιά, ροχάζανε τα νερά  που κατεβαίνανε κατά τη Στενή.
Επιτέλους τους αγκάλιασε ο Μορφέας.
Περασμένα μεσάνυχτα, πετάχτηκε ο Παύλος από τον ύπνο. Τόσο άξαφνα, που πρόλαβε ν’ ακούσει το ροχαλητό του. Και δε μπόρεσε να κρατηθεί μέσα στη σκηνή, γιατί ήταν υγρή και τον έπνιγε το χνώτο.
Στη στιγμή σύρθηκε έξω, χωρίς ν΄ ανοίξει και περπάτησε λίγο στη χλωρασιά. Από τη δροσιά έμοιαζε απόβροχο.
Κομμένος ήταν από την αϋπνία. Έψαξε για πέτρα να καθίσει.
Χαμήλωσε σ’ ένα λιθάρι. Μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, με σφιγμένα χείλια και βαριά ματόφυλλα, ακούμπησε τους αγκώνες του στα γόνατα και το κεφάλι του στις παλάμες. Κάτω χαμηλά στη ζώνη του δάσους, σκούζανε λυπητερά δυο μπούφοι. Κι όταν σταμάτησαν αυτοί για μια στιγμή, ακούστηκε η συρτή και κλαψιάρικη φωνή της κουκουβάιας.
Σ’ ανθρώπους, που ζουν όπως ο Παύλος, είναι άγνωστο πράμα η ψύχρα του βουνού, ύστερα από τα μεσάνυχτα. Και τους φαίνεται παράξενη, ανεξήγητη κι ενοχλητική. Ο Παύλος κρυώνει. Λαχταράει την ώρα, πότε να φέξει. Τρέμει και τρίζουνε τα δόντια του από το κρύο. Κάθεται κακοκεφισμένος, στενοχωρημένος και λυπημένος.
Έχει και το σώμα βλέπεις, τα δικαιώματά του, Θέλει κι αυτό να ησυχάσει, να ξεκουραστεί. Τόνε λυπήθηκε ο ύπνος και του ήρθε άξαφνα.
Αισθάνεται να κλείνουν απότομα τα μάτια του.
Μόλις προλαβαίνει να τρυπώσει στη σκηνή και τόνε παίρνει ο ύπνος.


102. Κυνηγούν οι αητοί
Ξύπνησε αργά. Ο Πέτρος είχε σηκωθεί με το χάραμα. Τόνε σκέπασε και τον άφησε να κοιμηθεί. Ετοιμάστηκε ο ίδιος, έδεσε τις αποσκευές κι ετοίμασε το πρόγευμά του. Χαλούσε τη σκηνή απάνω από το κεφάλι του Παύλου, όταν
ο ήλιος είχε πια ανεβεί ψηλά κι ένας αητός, φέρνοντας βόλτες στον αέρα για κυνήγι, σκούνιαζε κιόλας από πρωινή του ευδιαθεσία. Κάποια στιγμή το όρνιο προτείνει τα νύχια, συμμαζεύει τις φτερούγες και κατεβαίνει σα σαΐτα.
Ο Παύλος το κοιτάζει, μ’ ανείπωτη ευχαρίστηση από κει που είναι ξαπλωμένος ακόμη, χωρίς να σειστεί. Τόνε κρατάει ακόμη ο ευεργετικός ύπνος. Στις άκρες των χεριών του, στα δάχτυλα, στο σφυγμό, τόνε νιώθει
τον ύπνο μ’ ευχαρίστηση, πως αποτραβιέται, για να τον αφήσει να σηκωθεί.
Τώρα ο αητός υψώνεται, δείχνοντας σκουρόχρυσο κεφάλι και φτερά ποδιών κι άσπρη την άκρη της ουράς. Στα νύχια του κρατεί ένα αγριοκάτσικο κι
οι μαύρες του φτερούγες, φτεροκοπούνε με βουητό. Από κοντά πετάει
η αητού προς κάποια μοσκοέλατα, που έχουνε φυτρώσει πολύ πιο ψηλά από τη ζώνη του δάσους, μέσα σ’ ένα απάνεμο ζάστανο. Εκεί είναι η αετοφωλιά.
Αυτή η απλότητα, μαζί και σκληρότητα του κυνηγιού, τόνε συνεπήρε τον Παύλο. Γυρίζει τα μεγάλα μάτια του τα λαμπερά κατά τον Πέτρο, που στεκόταν ορθός και φαινότανε σα γίγαντας, στο κενό του ουρανού.
«Μάλιστα», του λέει εκείνος. Έτσι παρουσιάζεται η ζωή στον αέρα, που σπάνια εμείς παρατηρούμε, γιατί τον έχομε για άδειο. Κι όμως μπορεί να πετούνε περισσότερα από τα μισά ζώα, ακόμη και τα ψάρια αν λογαριάσουμε». «Δεν το είχα σκεφτεί», απάντησε ο Παύλος και πετάχτηκε.

103. Ένας μαγικός κήπος
Πως έχει αλλάξει το λιβάδι, γύρω στον τόπο που κοιμήθηκε! Χτες το βράδυ, κάτω από το ηλιοβασίλεμα, φαινότανε σα βελούδο από χλωρασιά. Σήμερα, κάτω από τον ήλιο που ανεβαίνει, παρουσιάζεται κήπος φυσικός, με χρώματα και λάμψη. Τέτοια χρώματα και τέτοια λάμψη, που ένας άνθρωπος από βαθύπεδο, δυσκολεύεται να τα παραδεχτεί για πραγματικά. Γιατί ζει τούτος μέσα στο πυκνό, το θολό στρώμα του αέρα. Εκεί κάτω που το «διοξείδιον του άνθρακος», σχηματίζει θάλασσα.
Ενώ ο Πέτρος ετοιμάζει του υπναρά το πρόγευμα, ο Παύλος ξεμακραίνει από κει, ακολουθώντας τον ήσκιο του κατά τη διεύθυνση που πηγαίνει από ψηλά
ο ήλιος. Περνάει ανάμεσα στο λιβάδι. Λεμονοκίτρινες ανεμώνες
το στολίζουνε, κοκκινορίγανη και γεντιανή, με ωραία γαλάζια λουλούδια σαν καμπανούλες. Να κι η μαλούσα, αυτός ο χαμηλός, ο κλαδωτός ο θάμνος με φύλλα σαν της λισφακιάς, πράσινα απάνω, άσπρα χνουδωτά από την ανάποδη. Είναι γεμάτη ανθάκια μοβ, χωρίς μίσχο. Εδώ κι εκεί, βλέπει βαθυπράσινες τούφες καλαμοχόρτι. Που να τα αραδιάσουμε όλα.
Εδώ απλώνονται όλες  οι αποχρώσεις του πράσινου.
Όταν γύρισε κατόπι και τράβηξε αντίκρυ στον ήλιο, μονομιάς σβήσανε τα χρώματα. Χάθηκαν όλα τα λουλούδια κι απλώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη το χορτάρι. Ο κήπος λουλούδιζε μόνον αντίκρυ στον ήλιο.
Τι γλυκό άρωμα! Μοσκοβολιά χυνότανε τριγύρω κι ένα σμήνος από κατοίκους του αέρα, διαφέντευε με βουητό μέσα στο μαγικό κήπο του ύψους. Όλα τα δυσάρεστα της νύχτας, σβήνουνε μπρος σ’ ότι βλέπει, ακούει κι οσφραίνεται
ο Παύλος. Τώρα κάθεται για το πρόγευμα! Πριν αρχίσει, λέει στον Πέτρο:
«Ξέρεις τι παρατήρησα;»  Είχε δει ψηλά το χιόνι.
«Στα χαμηλώματα, το πράσινο αρχίζει να μεγαλώνει από κάτω κατά πάνω,
να απλώνεται όσο ανεβαίνει τον ανήφορο. Αρχίζει από στενό και πλαταίνει ύστερα. Κι αυτό γίνεται το καλοκαίρι. Στα ψηλώματα, το άσπρο αρχίζει να μεγαλώνει από πάνω κατά κάτω και να στενεύει όσο κατεβαίνει τον κατήφορο. Και τούτο γίνεται μόνο το χειμώνα. Κάτω είναι οχτρός ο χειμώνας, πάνω είναι το καλοκαίρι».
«Αυτό σημαίνει», λέει ο Πέτρος, πως η φύση δεν έχει οχτρό κανέναν από τους δυο. Συνταιριάζει το χειμώνα και το καλοκαίρι και πετυχαίνει ισορροπία.

104. Κάτι που χωρίς αυτό δε ζούμε
Παρέκει στέκεται ο Γιάννης, όρθιος με το κοντάρι και το ταγάρι,
ανυπομονώντας να ξεκινήσει. Ο Παύλος τόνε πρόσεξε και πριν σηκωθεί,
του φωνάζει: «Γιάννη, έλα εδώ, έχω να σου πω κάτι!»
Ο Γιάννης ήρθε πρόθυμα και στάθηκε την κάτω μεριά, γυρισμένος προς την ανηφοριά. Έγειρε λίγο το κορμί του και στηρίχτηκε στο κοντάρι.
Μέσα στα μάτια τον κοιτάζει τον Παύλο, περιμένοντας ν’ ακούσει.
«Χτες λέγαμε, πως το δάσος κάνει το κλίμα καλύτερο. Τη νύχτα μου ξαναήρθε στο νου ο λόγος και τότε θυμήθηκα μια άλλη υπηρεσία, που μας προσφέρει το πράσινο. Μπροστά σ’ αυτή, θαρρώ δεν είναι τίποτε το κλίμα, γιατί επιτέλους φορούμε ένα ρούχο πιο βαρύ το χειμώνα, χύνομε λίγον ίδρωτα παραπάνω, κάνομε αναπνοές περισσότερες το καλοκαίρι κι η ζωή κυλάει. Αλλά, αν πρόκειται να κοπεί η ζωή μας και μας τήνε γλιτώνει και τήνε συνεχίζει ο λόγγος, τότε τι θάλεγες για το δάσος, Γιάννη;»
—«Ξέρω, θέλετε να πείτε για τα κάστανα και τα μανιτάρια».
—«Όχι, η θροφή δεν είναι το πρώτο.
Τρεις εβδομάδες μπορείς να ζήσης χωρίς φαγί.
Ούτε και το νερό. Τρεις ημέρες περνάς χωρίς νερό.
Αν σου λείψει όμως αυτό που έχω εγώ στο νου μου, ούτε τρία λεπτά δε ζεις».
Ο Γιάννης ανασηκώνει τους ώμους: «Που να τα ξέρει κανείς όλα!» λέει.

105. Κυνός σπήλαιον
— «Γιάννη, στην Ιταλία είναι μια σπηλίτσα, πλάτος 1 μ. ύψος 1.50 μ. και βάθος οριζόντια από την είσοδο 3 μ. Άμα μπεις μέσα σ' αυτή, σέρνοντας ξοπίσω το σκυλί σου, το ζώο μόλις περάσει την είσοδο, σωριάζεται καταγής, παραδέρνει, σπαρταράει και ψοφάει στο λεπτό, αν δεν καταλάβεις, να
τ’ αρπάξεις, να το πετάξεις έξω στον αέρα».
—«Μήπως το βαρεί ο τόπος; Το σκυλί το κυνηγάει και το αστροπελέκι. 
Όταν μπουμπουνίζει, οι τσοπάνηδες το διώχνουν από κοντά τους».
—«Δεν είναι αυτό Γιάννη. Στο βάθος στη σπηλιά χάσκει μια σκισιματιά.
Απ’ αυτή ξεθυμαίνει αέριο. Το ονομάζουνε «διοξείδιον του άνθρακος». Βγαίνοντας μέσα από τη γης κατακάθεται. Δεν περνάει πιο ψηλά από μισό μέτρο, γιατί είναι πιο βαρύ από τον αέρα. Το σκυλί αναπνέει αυτό το αέριο και παθαίνει ασφυξία. Το διοξείδιο του άνθρακος, δεν είναι κατάλληλο για την αναπνοή».
—«Και πού στην οργή βρέθηκε αυτό το άχαρο αέριο;»
«Αυτό βγαίνει πάντα, από κει που καίγεται κάτι. Ένα μέρος του  είναι καμωμένο από τον ίδιο τον αέρα, που αναπνέει το σκυλί, καθώς κι εμείς».
— «Και πώς γίνεται, να ψοφάει τότε αμέσως το σκυλί;»
—«Ο αέρας που αναπνέομε είναι μείγμα, συνθεμένο από δυο αέρια:
από άζωτο - το λέμε έτσι γιατί δε μας δίνει ζωή - κι από οξυγόνο.
Τούτο το τελευταίο μας συντηρεί τη ζωή.
Είναι κατάλληλο για την αναπνοή. Στο μείγμα μπαίνει πιο πολύ άζωτο.
Σε κάθε 100 μέρη τα 21 μόνο είναι οξυγόνο. Τα άλλα 79 είναι άζωτο.
Δε χρειάζεται περισσότερο οξυγόνο, μας αρκεί αυτό. Μεγαλύτερη αναλογία οξυγόνο, ζημιά θα μας έφερνε, θα μας έκαιε τα πνεμόνια μας.
Αυτά τα δύο αέρια είναι ανακατεμένα, όπως το σμιγάδι: καλαμπόκι και σιτάρι που είναι μηχανικό μείγμα. Εύκολα το ξεχωρίζεις το σιτάρι, άμα βάνεις το σμιγάδι στο χοντρό κόσκινο. Με την ίδια ευκολία και το πλεμόνι  μας, ξεχωρίζει το οξυγόνο από τον αέρα και το παίρνει. Ως εδώ καλά. Όμως, όπως εμείς έχομε ανάγκη από οξυγόνο για  την αναπνοή μας, έτσι είναι απαραίτητο το οξυγόνο παντού, αν πρόκειται να καεί κάτι. Υπάρχει άνθρακας, έχει κι ο αέρας οξυγόνο. Άμα παρουσιαστεί θερμότητα, αυτή βοηθάει το οξυγόνο να ενωθεί με τον άνθρακα. Ενώνεται άνθρακας ένα μέρος με οξυγόνο δύο μέρη και γίνεται το αέριο: «Διοξείδιο του άνθρακος».
«Και τι μας ζημιώνει εμάς αυτό; Γιατί δε χωρίζομε το οξυγόνο από τον άνθρακα ίδια, όπως το οξυγόνο από το άζωτο;»
—«Εδώ Γιάννη, βρίσκεται η αξεπέραστη δυσκολία.
Ο άνθρακας με το οξυγόνο δε σμίγουν, όπως το οξυγόνο με το άζωτο, να κάμουνε μηχανικό μείγμα, παρά ενώνονται χημικά: Αυτό θα πει, όπως το θειάφι και το χάλκωμα στη γαλαζόπετρα. Μπορείς να πάρεις από το θεϊκό χαλκό το θειάφι και ν’ αφήσεις το χάλκωμα; Άλλο τόσο μπορεί και το πνεμόνι μας, να σπάσει τη χημική ένωση, για να της πάρει το οξυγόνο. Έχει το διοξείδιον τού άνθρακος και παραέχει οξυγόνο, άλλα το πνεμόνι δεν έχει την ικανότητα να το ελευθερώσει, για να το χρησιμοποιήσει».
—«Και βγαίνει ολοένα απ’ αυτή τη σκισμάδα; Πόσο θα σωριαστεί στη γης;
Τι θα γενεί ο κόσμος, αν ψηλώσει το στρώμα;» ρώτησε ο Γιάννης κάπως ανησυχώντας.
—«Υπάρχει Γιάννη, χυμένο στην ατμόσφαιρα τόσο διοξείδιο του άνθρακος, που αν έμενε κατακαθισμένο στην επιφάνεια της γης, θα σκημάτιζε στρώμα ψηλό δυο μέτρα. Όμως τα αέρια εισδύουν σιγά-σιγά το ένα μέσα στο άλλο.
Το πιο αλαφρό στο βαρύτερο, το πιο πυκνό στο πιο αριό.
Τι ευεργετικός που είναι αυτός ο νόμος!
Άμα ανοίγομε το παράθυρό μας, ο καθαρός αέρας μπαίνει στο δωμάτιο,
ο μολεμένος βγαίνει στην ατμόσφαιρα.
Το διοξείδιο λοιπόν του άνθρακος, σκορπώντας στον αέρα λιγοστεύει τόσο, που ούτε το καταλαβαίνομε καθόλου, όταν αναπνέομε.
Αν γεμίσεις δέκα χιλιάδες ασκιά με αέρα ατμοσφαιρικό, μέσα σ’ αυτό το τεράστιο ποσό, υπάρχει χυμένο διοξείδιο του άνθρακος, μόνο όσο χρειάζεται για να γεμίσουνε τρία ασκιά. Τα 9997 είναι αέρας από αυτόνε που αναπνέομε
—«Τότε είμαστε καλά, είμαστε ασφαλισμένοι, δεν έχομε φόβο!»
—«Από αυτό το ποσό σίγουρα. Είναι από την αρχή του κόσμου διαχυμένο στον αέρα κι είναι γι’ αυτό ανίκανο να μας βλάψει».

106. Εργοστάσια ασφυξιογόνων
«Παράγεται όμως κάθε στιγμή νέο, τεράστιες ποσότητες.
Το χνώτο των ανθρώπων, είτε λευκοί είναι, είτε αραπάδες, ερυθρόδερμοι και κίτρινοι, δεν είναι παρά άνθρακας ενωμένος χημικά με οξυγόνο. Ίδια και των ζώων, από τη φάλαινα και τον ελέφαντα, ως τα πρωτόζωα. Και πιο πέρα από τους πόρους - που έχει η φλούδα  - κάθε φυτό εισάγει οξυγόνο και εξάγει διοξείδιο του άνθρακος.
Έπειτα, όπου γίνονται ζυμώσεις, όπως στο μούστο κι αποσυνθέσεις, όπως στα ψοφίμια και στα σάπια πεπόνια, διοξείδιον του άνθρακος αναδίνεται.
Χιλιάδες εκατομμύρια είναι οι πηγές, που βγάνουνε διοξείδιο του άνθρακος. Αν στρωθεί απάνω στην επιφάνεια της γης, όσο βγαίνει σ’ ένα μερόνυχτο, θα σχηματίσει στρώμα ισόπαχο με ύψος 225 μέτρα. Που να προλάβει αυτό, να ανακατωθεί με τον ατμοσφαιρικό αέρα!
Κι έπειτα, το δεύτερο εικοσιτετράωρο, άλλα 225 μέτρα και το τρίτο συνέχεια».
—«Έτσι που το παρασταίνετε εσείς κύριε Παύλο, έπρεπε νάχουμε τελειώσει
κι εμείς, σαν το σκυλί κι ο αητός που πετάει στα ουράνια κι ο λόγγος ακόμη, αφού ξέρετε εσείς, πως κι αυτός αναπνέει αέρα».
—«Αυτό θα είχε γίνει Γιάννη, αλλά γλιτώνομε, γιατί καταναλώνεται όλη
η παραγωγή την ίδια ημέρα!»
«Και ποιος το χρειάζεται, αφού μέσα σ’ αυτό σκάζουνε ζώα και κλαριά;»
—«Ο λόγγος  σου!»
—«Κύριε ελέησον! Δεν καταλαβαίνω πια τίποτε!»

107. Καθαρίζεται ο αέρας χωρίς προσωπίδα
— «Χρειάζεται Γιάννη, να ξεκαθαρίσω μια λεπτομέρεια.
Το δάσος δεν αναπνέει πρώτα, περιμένοντας πότε να γεμίσει η ατμόσφαιρα διοξείδιο του άνθρακος. Παράλληλα στην αναπνοή, δουλεύει από την πρώτη στιγμή κι η αφομοίωση.
Τι θα πει αυτό; Το δάσος κοντά στη θερμότητα που συντηρεί με το οξυγόνο, χρειάζεται και ξύλο για να ψηλώνουν οι κορφές και να μακραίνουν τα βλαστάρια. Για να χοντραίνουνε τα κορμιά και να μεστώνουνε τα κλωνάρια.
Κάθε άνοιξη περνάει και νέο δαχτυλίδι ξύλο, από μέσα από τη φλούδα, γύρω στο  παλιό. Άνθρακας είναι το πιο πολύ μέρος τού ξύλου. Τα φυτά για να σχηματίσουνε το ξύλο τους, χρειάζονται κάθε ημέρα όλον τον άνθρακα, που έχει το διοξείδιο του άνθρακος.
Τόνε παίρνουνε λοιπόν και καταλήγομε σε ισοζύγιο, σε ισορροπία.
Όση είναι η παραγωγή τόση και η κατανάλωση.
—«Και πώς τόνε ξεχωρίζουνε από το οξυγόνο;»
—«Εδώ τα φυτά, παρουσιάζονται καμωμένα διαφορετικά από τα ζώα.
Ενώ το αναπνευστικό σύστημα ζώων και φυτών, δεν είναι ικανό να σπάσει
το διοξείδιο του άνθρακος και να πάρει το οξυγόνο, τα φυτά έχουνε παραπανιστά όργανα, επίτηδες  γι’ αυτή τη λειτουργία: τα πράσινα φύλλα
και τα πράσινα βλαστάρια. Αυτά τα όργανα, με σύμμαχο το φως του ήλιου, σπάζουνε το διοξείδιο, κρατούνε τον άνθρακα κι αφήνουν ελεύθερο το οξυγόνο. Μας γλιτώνει τη ζωή ο λόγγος, ναι ή όχι;»
-«Τώρα κατάλαβα. Από το δάσος η ζωή», είπε ο Γιάννης και συνέχισε χαμηλόφωνα, σα να τα έλεγε τα παρακάτω στον εαυτό του.
«Ο Αρίδας κλαρίζει τις καστανιές για τα γίδια του και χαίρεται.
Δεν ξέρει ο κακομοίρης, πως κόβει μία μία τις ημέρες του με το τσεκούρι!»
«Τελείωνε Παύλο, γιατί θα μεσημεριαστούμε εδώ», ακούστηκε η φωνή του Πέτρου. «Έτοιμος είμαι!» είπε ο Παύλος και σηκώθηκε
.


108. Στο κράτος του νερού
Το μουλάρι δεν τόνε πατάει τον τόπο απ’ εδώ κι απάνω, θα τον αφήσουνε
τον αγωγιάτη να περιμένει, ως να γυρίσουν. Ξεκινήσανε, προχωρούνε!
Τα παπούτσια τους γλιστρούνε και τα μπαστούνια - με τις δαχτυλήθρες
από κάτω - στριγγλίζουνε στις σάρες, στο χαλίκι και στα σκαλιά.
Οι ορειβάτες κι ο οδηγός, σκαρφαλώνουνε με στροφές ψηλότερα στα τείχια του βουνού. Κοντοστέκονται και θαυμάζουνε το σαθρωμένο πέτρωμα, που τροφοδοτεί τις σάρες. Βράχος ψηλός, μακρύς, παχύς, βουνό από μόνος του.
Είναι συνθεμένος με παραλληλεπίπεδα. Νομίζεις, πως τα είχαν ετοιμάσει πρώτα σε καλούπια, πως τα ξεφορμάρισαν έπειτα και τα σηκώσανε κύκλωπες, πως τα ταιριάσανε το εν’ απάνω στο άλλο και φτιάσανε το βουνό
κι ύστερα πάλιωσε, θαρρείς το βουνό και γκρεμίζεται χρόνο με το χρόνο. Σήμερα κατρακυλάει ένας όγκος, πριν έναν αιώνα είχε κυλήσει άλλος!
Κι όμως δεν είναι έτσι. Ατόφιο ήτανε στην αρχή το πέτρωμα.
Ο ήλιος όμως το ζέστανε και το έσκασε. Και ύστερα το νερό καταπότισε,
κι όταν έγινε πάγος - τότε που κρουσταλλιάζει το βουνό - έβανε κι αυτός
τα δυνατά του, να το θρυψαλιάσει. Δουλέψαν αμέτρητα χρόνια, ώσπου τόνε σκορπίσανε σαν αλάτι το βράχο, που στεκόταν εκεί έναν καιρό μονοκόμματος κι ατράνταχτος. Πιο ψηλά συναντούνε το χιόνι. Παντού υγρό το έδαφος.
Νερό αναβρύζει από τη γης κι άλλο σταλάζει από το χιόνι. Δροσιά νιώθουνε και φως τους λούζει. Αυλάκια νερό κατρακυλούνε σε όλες τις καναλιές, σαν τρελά από τη βιασύνη τους. Δε σηκώνουνε μάτια, να δούνε γύρω τους. Κοιτάζουνε μόνο τη γης, που στο δρόμο τους και στον πόθο τους, να φτάσουνε γρήγορα στη θάλασσα, τους βάνει εμπόδια: χαλίκια και ριζιμιά λιθάρια. Τα πηδούνε με βουητό και τραβούνε τον κατήφορο.
Ίλιγγος τους πιάνει καθώς ανεβαίνουνε, γιατί κάτω αριστερά τους, ο γκρεμός χάσκει κι απάνω δεξιά, το ζάστανο κρέμεται στο κεφάλι τους.
Πιο ψηλά, από σπηλιές, ξεκινούνε τον κατήφορο δράκοι κατάλευκοι.
Ο ήλιος όμως τους προλαβαίνει και τους σκοτώνει με τις αστραφτερές σαΐτες του. Τους ανοίγει στο κορμί αγιάτρευτες πληγές. Απ αυτές χύνεται το αίμα τους το γαλατόχρωμο. Την ώρα που ξεψυχούνε, φαίνονται μανιασμένοι, γιατί το βλέπουνε, να νεροσέρνει τον κατήφορο κατά την κοιλάδα. Εδώ το τοπίο είναι συνθεμένο μόνο από γης, αέρα και νερό. Νερό σ’ όλες τις μορφές: Ομίχλη, σύγνεφο, χιόνι μισολυωμένο, φετινό, παλιό, πάγος, σταλαμός, αυλάκια, νεροσυρμοί ως το ποτάμι, που ροχάζει κάτω βαθιά.
Είναι μεσημέρι. Αυτή τη στιγμή ομίχλη πυκνή ανηφορίζει, αγγίζοντας το στεφάνι του βράχου. Ο Παύλος αισθάνεται  τον αέρα να περνάει από μπροστά του και να τραβάει κατά την κορφή. «Χα, χα, ο φίλος μας ο αέρας της νύχτας! Γυρίζει από την κοιλάδα φορτωμένος υγρασία».
«Σωστά το είπες. Η ομίχλη δεν είναι πράμα από μόνη της.
Είναι ο ίδιος ο αέρας του κάμπου, που μας χαϊδεύει, χωρίς να καταφέρνουμε να τόνε δούμε. Η ομίχλη και το σύγνεφο δεν είναι τίποτ’ άλλο, παρά αέρας ορατός», συμπλήρωσε ο Πέτρος. Τέλος φτάνουνε σ’ ένα διάσελο.
Οι ψηλές κορφές το περιφρονούνε το διάσελο. Ο ορειβάτης όμως το βλέπει
με διαφορετικό μάτι. Γιατί απ’ αυτού μπορεί να περάσει στην πίσω χώρα,
που την αποκλείνει η οροσειρά, ορθοστυλωμένη σαν κάστρο. Είναι εξαιρετικό κατόρθωμα να καταφέρεις να φτάσεις  στο διάσελο.
Εδώ σταματούν οι ορειβάτες μας ικανοποιημένοι. Πατούν απάνω στη σκεπή της χώρας. Κάθονται λοιπόν λίγο στα βράχια. Κοιτάζουνε το νερό που κυλάει στάλα-στάλα από πολλές μεριές, σε μια άβαθη λεκάνη. Όταν ξεχειλίζει αυτή, ένα μέρος νερό κυλάει βόρεια, άλλο χωρίζεται από τα αδέρφια του και κατηφορίζει νότια. Ίσως ξανανταμώσουνε στη θάλασσα.
«Το διάσελο είναι υδροκρίτης» λέει ο Πέτρος.
«Άμα ξανάρθουμε θ’ ανεβούμε στην κορφή. Για τούτη τη φορά είναι αρκετά όσα είδαμε. Εμπρός, να κατεβαίνομε!»

109. Ο λόγγος πολεμάει και την αρρώστια
Γυρίσανε στην πηγή, πήρανε τον αγωγιάτη και τραβήξανε τον κατήφορο.
Όταν μπήκανε ξανά στη ζώνη του δάσους και φτάσανε στις πυκνές συστάδες, ο Γιάννης δε χορταίνει να κοιτάζει τις οξυές.
Σα να τις βλέπει τώρα πρώτη φορά.
Αυτά που άκουσε χτες το βράδυ και σήμερα πρωί, τον κάνουνε να το αγαπάει διπλά το δάσος. Χαίρεται που τόνε ξαναβλέπει από κοντά το λόγγο και δε χορταίνει να τον κοιτάζει.
Είχανε μπει στην πιο πυκνή λόχμη, όταν ο Παύλος του λέει:
«Γιάννη, όσο έχομε το δάσος δεν έχει φόβο η ζωή μας.
Τι νομίζεις, τι άλλο μας χρειάζεται παραπάνω για να περνούμε καλά τη ζωή;»
-«Καλή καρδιά!» απαντάει ο Γιάννης. «Άμα καταδέχεσαι  ως και τα μικρά παιδιά κι άμα δεν είσαι κρούχτης να χτυπάς τα ζωντανά, κι άμα δε βάνεις τσεκούρι σε κλαρί, δεν σε τρώει από μέσα η καρδιά σου».
Ο Παύλος δε μιλεί. «Τι δεν το πέτυχα;» ρωτάει ο Γιάννης.
-«Και με το παραπάνω», απαντάει ο Παύλος, «μόνο παράτησες κάποιον, που και μ’ αυτόν είναι ανάγκη να τάχεις καλά».
-«Εκτός από ανθρώπους, ζώα και κλαριά, έχει άλλος ψυχή; Υπάρχει άλλος;»
-«Ο εαυτός σου! Εσύ ο ίδιος!»
-«Αστειεύεσαι κύριε Παύλο! Άλλος είμαι εγώ κι άλλος ο εαυτός μου;»
-«Έτσι φαίνεται! Εσύ θέλεις καλή καρδιά  Όμως, αν σε σφάζει πόνος, αν
σε κεντάει σφάχτης, αν σου έρχονται σουβλιές, αν έχεις πονοκέφαλο, χαλάει
η καρδιά σου, ερεθίζεσαι, γίνεσαι νευρικός, όλα σου φταίνε κι ας μη σε πειράζει κανένας».
- «Αυτό δεν το ξέρω. Δεν μου έχει τύχει. Στη ζωή μου δεν έχω πει κεφάλι».
- «Μα πως ν' αρρωστήσεις, μέσα στο δάσος που γυρίζεις!»
- «Τι να σου κάμει ο λόγγος για την αρρώστια.
Έχω μάθει από μικρός στη σκληραγωγία. Αμέτρητες φορές  έχω κοιμηθεί βρεμένος. Αλλιώς κρούσταλλο είναι ο λόγγος το χειμώνα, όπως και το γυμνό».
- «Νομίζεις, πως το κρύο είναι αρρώστια;»
- «Αμέ! Γιατί συναχώνεσαι, γιατί πλευριτώνεις, άμα κάνει κρύο;»
«Έχεις λάθος Γιάννη! Τις αρρώστιες τις προκαλούνε τα μικρόβια, τα βακτηρίδια, όπως λένε οι γιατροί. Ζώα είναι, άλλα τόσο μικρά, που χρειάζεται να τα κοιτάξουμε με το μικροσκόπιο. Μοιάζει αυτό το όργανο με το τηλεσκόπιο. Τούτο είναι για τα μακρινά, εκείνο για τα μικρά. Αυτά τα ζωύφια, μια που ζουν, επηρεάζονται κι αυτά από το ανεβοκατέβασμα της θερμοκρασίας, όπως κάθε ζωή. Άλλα τα ευνοεί η ψηλή θερμοκρασία (βακτηρίδιο χολέρας),  άλλα η χαμηλή (μικρόβιο γρίπης).
- «Το παραδέχομαι, αφού το ακούω από ένα σπουδασμένον. Όμως μου φαίνεται, πως από μερικές αρρώστιες με φυλάει το κρύο, πολεμώντας τες από μερικές το σκληραγωγημένο μου κορμί, πολεμώντας το κρύο και μαζί
και τις αρρώστιες που το θέλουν.
Εκείνος που δεν έχει να κάμει με την αρρώστια είναι ο λόγγος.
Ούτε καλό ούτε κακό».
- «Το δάσος κάνει το πιο μεγάλο καλό! Αυτό τις προλαβαίνει.
Τα μικρόβια πηγαινοέρχονται με τον αέρα.
Πάρε ένα κυβικό μέτρο - κασόνι με έξι πλευρές, η κάθε μία ένα μέτρο μάκρος, ένα μέτρο πλάτος - να το γιομίσεις αέρα, από αυτόνε που κυκλοφορεί στις παλιές συνοικίες του Πειραιά. Αν το δώσεις  σ ένα μικροβιολόγο, να εξετάσει
αυτόνε τον αέρα, τι νομίζεις θα σου απαντήσει;
- «Βρήκα στο κυβικό μέτρο του αέρα, σαράντα χιλιάδες βακτηρίδια».
Αλίμονο σ’ όσους κάθονται σ’ εκείνα τα παλιόσπιτα κι αναπνέουνε αυτόνε
το μολεμένον αέρα.
Άμα αδειάσεις το μικροβιοφορτωμένον αέρα και το γιομίσεις το κυβικό
αέρα από τούτη τη λόχμη, από κείνονε το δρυμό, πιο κάτω άπό το λαγκάδι,
ο μικροβιολόγος θ΄ απαντήσει: «Βρήκα ένα μονάχα» και πολλές φορές:
«Δε βρήκα κανένα μικρόβιο».
-«Μέγας ει Κύριε και θαυμαστά τα έργα σου!» συνήθιζε να λέει ο ιερέας, όταν άκουε πράματα, που δε χωρούσε ο νους του. Το επανέλαβε τώρα κι ο Γιάννης, ενώ τα μάτια του γουρλώνουνε, τα χείλια του σουφρώνουνε και το πρόσωπό του μακραίνει. «Γιάννη, όλα τα θαμαστά έργα μοιάζουνε μεταξύ τους. Είναι πολύ απλά. Έχεις περάσει καμιά φορά κοντά σε ψοφίμι;»
«Άλλο τίποτε. Ψόφια σκυλιά και γαϊδούρια πεταμένα!
Δεν υποφέρνεται η αποφορά! Δαγκώνω την πετσέτα μου, φράζω και τα ρουθούνια μου και παίρνω δρόμο, να ξεμακρύνω, να με πάρει καθαρός αέρας».
-«Μόνος σου το είπες. Ότι κάνει η πετσέτα σου, για να σε προφυλάξει από την αποφορά του ψοφιμιού, το ίδιο κάνει κι η φυλλωσιά του λόγγου, για να σε γλιτώσει από τα μικρόβια. Σουρώνει τον αέρα και κρατεί απάνω στα φύλλα τον κουρνιαχτό και τα βακτηρίδια.
Έτσι στις Ινδίες και στη Β. Αμερική, το μικρόβιο της χολέρας δε φτάνει ποτέ ως τους συνοικισμούς, που τριγυρίζονται από απέραντο δάσος.»

110. Το μόλεμα
«Κι εδώ σε τούτονε το λόγγο, γίνηκε κάτι τέτοιο μια φορά. Κρυφτήκανε μέσα στο δάσος οι χωριανοί, μα όχι γιατί είχε ο αέρας μικρόβια, παρά για να φυλαχτούνε, να μην τους χτυπήσει το μόλεμα. Ο γέρο-Μπαραλής, ένας συντοπίτης μου, το ιστορούσε αυτό μια μέρα στο δάσκαλο».
«Τον καιρό, που λες δάσκαλε, που έπεσε το μόλεμα, (Χολέρα 1854)
ήτανε χωριά κάτω στον κάμπο, ο Αῑ Νικόλας, η Άγια Τρίτη κι η Σκουντέρη.
Ο Αϊ Δημήτρης, που είναι τώρα ερημοκκλήσι, ήτανε το καθολικό της Σκουντέρης. Εγώ έφτασα και τη βρύση ξερή. Και το υδραγωγείο φαίνεται
και τώρα. Πήγαινε το νερό από τα Καμπιά κάτω τη ράχη.
Έπεσε που λες το μόλεμα και τα μάζωξε αυτά τα χωριά.
Και βουκολούδι που ήμουνα μικρός, με άλλα παιδιά και φυλάγαμε τα βόδια, έβλεπα, καθώς πήγαινε κανένα βόδι να ξυστεί στον όχτο, ν’ ανοίγει το μνήμα και να φαίνονται μέσα σωρός κόκκαλα. Τους μάζωξε βλέπεις, όλους το μόλεμα. Δεν μείνανε ζωντανοί, να ξεθάψουνε τους πεθαμένους.
Τότες για να γλιτώσουν εδώ στο χωριό, χώσανε τις φωτιές, κλείσανε τα σπίτια, τα παρατήσανε και πήραν απάνω το λόγγο, στο «Συκάμινο» και
στην «Κερασιά». Με έξι μήνες γυρίσανε και πήγανε στο σπίτι του Καπέλου.
Είναι το και τώρα αυτό το σπίτι, εκατόν πενήντα χρονών.
Από τρεις αδερφές, μπήκε μέσα η μία. Και μόλις ξέχωσε τη φωτιά, στη στιγμή τήνε χτύπησε το μόλεμα. Και τότε πήρανε πάλι δρόμο και κατεβήκανε πια την άλλη χρονιά στο χωριό».
- «Γιάννη, αυτά που ιστορίζει ο γέρος, είναι σημάδια  της  χολέρας».
- «Μα εσείς είπατε, πως η χολέρα έχει μικρόβιο, που ταξιδεύει με τον αέρα. Εδώ το μόλεμα φώλιαζε μέσα στη φωτιά κι από κει τήνε χτύπησε την αδερφή, μόλις τήνε ξέχωσε τη φωτιά».
-«Ιδέα τους ήταν αυτό, όχι αλήθεια. Πριν ανακαλυφτούνε τα μικρόβια,
ο κόσμος πίστευε πως οι αρρώστιες είναι πνέματα πονηρά, που φωλιάζουνε κάπου και παραμονεύουνε, να βρούνε τον καιρό, να μπούνε στο σώμα μας ή να μας κάμουνε κακό.
Είδες, όταν κρυολογήσεις και σε τριγυρίζει το συνάχι (μικρόβιο γρίπης), όλο φτερνίζεσαι και τότε οι άλλοι σε ευκιώνται: «Γεια σου!» Έχει μείνει η ευκή, από τον παλιό καιρό, τότε που νομίζανε, πως το κακό το πνεύμα παλεύει
να μπει από τα ρουθούνια και το σώμα μας το διώχνει με τα φτερνίσματα.
-«Όμως κύριε Παύλο, οι παππούδες κρυφτήκανε μέσα στο λόγγο, σα να ξέραν από που έρχεται η αρρώστια. Παράξενο δεν είναι αυτό;»
- «Οι άνθρωποι Γιάννη, έχουνε μέσα τους μια δύναμη, που τους σπρώχνει να ζήσουν. Ένστικτο τη λένε αυτή τη δύναμη. Είναι η ίδια που σπρώχνει τα ζωντανά να μην τρώνε τα φαρμακερά χορτάρια, χωρίς να τους τα μάθει κανείς ποτέ, ποια είναι αυτά τα βότανα».

111. Ένα τοπίο
«Καημένε Παύλο, από χτες το βράδυ μ΄ έχεις ζαλίσει.
Τούτο ωφελεί, εκείνο ωφελεί. Άφησε τις ωφέλειες και κοίταξε να δεις και καμιά ομορφιά!» Είπε ο Πέτρος. Ο Παύλος, σα να το παραδέχτηκε, πως τόχε παρακάνει, σταμάτησε αμέσως, χωρίς αντιλογία και σήκωσε τα μάτια του,
να προσέξει αντίκρυ, που του έδειχνε ο αδερφός του.
Μια ράχη  ξεκινάει από την κορυφογραμμή ΒΑ της Στενής και τραβάει κατά το χωριό, με διεύθυνση ΝΔ και κλίση πολλή αλαφρή. Νομίζεις πως πηγαίνει οριζόντια. Τόσο λίγο χαμηλώνει. Προχωρεί ως πέντε χιλιόμετρα έτσι κι έπειτα κόβεται απότομα. Από την κόψη της, αν κοιτάξεις, βλέπεις  -  σαν από ταράτσα  - τη Στενή στη ρεματιά, κάτω από τα πόδια σου. Καλύβια γίνονται τα σπίτια κι οι χωριανοί νάνοι. Πρέπει να προσέχεις σ’ αυτή τη βίγλα, να μην πέσεις μέσα στην «Άπατη Τρύπα». Οι χωριανοί τήνε νομίζουνε θεϊκό έργο αυτή την τρύπα. Οι μηχανικοί όμως σου ξεκαθαρίζουν αμέσως, πως είναι απομεινάδι από αρχαίες εκμεταλλεύσεις.
Αυτή η ράχη ξεκινάει από την κορυφογραμμή ομαλά. Ούτε φαίνεται καθόλου, πως και που ενώνεται με τον κορμό του βουνού. Κι η πλαγιά της, που παρουσιάζεται στους ορειβάτες κι αυτή ομαλή, είναι κι όλο χώμα.
Μόνο κλίση έχει κάπως μεγάλη.  Δεν το δείχνει ως τόσο, γιατί είναι πυκνοντυμένη μ’ έλατα και το χρώμα τραβάει και ξεκουράζει το μάτι.
Μόλις όμως πλησιάζει στην «Άπατη τρύπα», παίρνει ολότελα διαφορετική όψη. Δε βλέπεις πια πράσινο.
Από τη ράχη, ο βράχος πέφτει κατεβατός ως εκατό μέτρα βάθος. Στα πόδια του απλώνεται μια ποδιά γεμάτη σάρα. Νομίζεις πως είναι η σκεπή του άλλου βράχου, που κατεβαίνει από  την άκρη της πάλι κατεβατός, άλλα τόσα, τόσα μέτρα. Κι απ΄ αυτόν αρχίζει άλλη σκεπή και πατάει στο φρύδι τρίτου βράχου, που αυτός κατεβαίνοντας  και συμμαζεύοντας το κορμί και τα πόδια του κατά μέσα, σχηματίζει έτσι μια θεόρατη σπηλιά. Από τα πόδια του τελευταίου βράχου ως το χωριό είναι χωματότοπος, ο «Ανήλιος».
Τι παράξενοι βράχοι, όπως τους κοιτάζουνε με το τηλεσκόπιο! Πέτρα σταχτιά, παίρνει εδώ κι εκεί αποχρώσεις στο κόκκινο, στο γαλάζιο, στο μαύρο.
Μέσα στο πρωινό ησκιόφωτο, που γίνεται πιο αισθητό στον Ανήλιο, όταν ο ήλιος χρυσώνει γύρω, φαντάζουν αυτοί
οι βράχοι, σαν πετρωμένοι γέροι!
Μπαρουτοκαπνισμένοι! Απάνω στη μάχη, θαρρείς, πήραν αυτό το γαλάζιο.
Τα γένια τους και τα μαλλιά τα άσπρισε ο καιρός, αλλά τα πρόσωπα κρατιούνται ροδοκόκκινα και μ’ όλα τα γεράματα. Μέσα στους χιονιάδες, ανάβανε φωτιές και τις συνταυλίζανε. Και πιάνοντας κάποια στιγμή το πρόσωπά τους, τα μουτζουρώνανε, χωρίς να το καταλαβαίνουν.
Κάποτε ήρθε ο καιρός τους. Κρίμα να πεθαίνουνε κι οι γενναίοι.
Ο θεός δε θέλησε να τους πάρει, για να τους βλέπουνε τα παιδιά
και τους μαρμάρωσε.
Το πρωί με το ησκιόφωτο, πρέπει να τόχεις πάρει απόφαση, για να μην τους φοβηθείς. Το δειλινό όμως, όποτε προσηλιάζει, έχουνε μεγαλείο.
Τους ημερώνει κάπως κι ο κισσός.
Σειρές κισσός έχουνε ριζώσει στα ριζά των βράχων κι ανεβαίνοντας ως δύο μέτρα με κορμί, φυλλώνουνε. Κατόπι ανοίγουνε, πλαταίνουνε στη μέση του βράχου και στενεύοντας έπειτα από κει κι απάνω, σκαρφαλώνουνε
κλαδωτοί, να πεταχτούνε στο φρύδι. Καθένας παρουσιάζει και δική του απόχρωση. Βαθυπράσινος αυτός, που  ριζώνει στον «Ανήλιο», ανοιχτός
ο δεύτερος, ξεθωριασμένος ο άλλος, που έχει σκαρφαλώσει στον απάνω βράχο. Αυτοί κόβουνε την αντίθεση, ανάμεσα στα μαύρα έλατα και στη σταχτιά πέτρα και παρουσιάζουν αρμονικό τοπίο.

112. Αρκετά διαφέντεψαν αυτοί
Όταν αγνάντεψαν οι ορειβάτες κατά το χωριό, άκουσαν οχλοβοή και φτάνοντας, βρήκανε τον κόσμο άνω-κάτω.
Στήν πλατεία είναι αδύνατο να πλησιάσουν.
Έχουν εκεί στριμωχτεί δυο χιλιάδες γίδια και ξεχύνονται και στους δρόμους γύρω, γιατί δε χωρούνε. Μαυρίζει ο τόπος! Φύλακες, με μακριά ραβδιά κι αγκλίτσες, στέκονται μπροστά τους, σ’ όλα τα στενά και τα στομώνουν άπαυα κατά την πλατεία. Δέκα κοπάδια έχουνε σμίξει κι έχουνε γίνει ένα κοπάδι.
Το κάθε γίδι, μέσα στο χωριό - που το βλέπει πρώτη φορά - και μέσα στ’ άλλα τα άγνωστα γίδια, ξενοφοράει, βελάζει, σπάζει τα ξένα - το σπάζουνε κι εκείνα - κι ορμάει να περάσει ανάμεσα στους φύλακες, πρώτο αυτό, ή ακολουθεί άλλα, που προσπαθούνε πολλά μαζί, ν’ ανοίξουνε τη ζώνη του αποκλεισμού, για να φύγουνε, να πάρουνε τα βουνά.
Οι φύλακες όμως δε χωρατεύουν. Αυτοί δεν είναι τσοπάνηδες. Χτυπούν αλύπητα κι όπου τα πάρει. Γυρίζουνε τότε φοβισμένα τα γίδια και τρέχοντας, στριμώγνονται όλα μαζί κατ’ άλλο δρόμο. Ακούγεται τότε ένας γρήγορος, μουγγός ποδοβολητός  κι ο κουρνιαχτός σηκώνεται σύγνεφο.
Κι ενώ οι φύλακες έχουνε τα μάτια τους και τα χέρια τους στα γίδια, απαντούνε πότε-πότε και στις γυναίκες, που τους έχουνε τριγυρίσει και τους πληγώνουνε με τα λόγια τους. Τα παιδιά είναι κοντά στις μητέρες τους, αλλά δεν ακούνε λόγο απ’ αυτούς τους καβγάδες. Όλη τους την προσοχή τήνε τραβάει αυτό το χιλιοκόπαδο. Ποτέ δεν είχανε φανταστεί τόσα πολλά γίδια. Και πόσα κουδούνια! Σειέται ο τόπος! Τσοπάνης δε φαίνεται πουθενά.
Τι γίνανε, πού πήγανε; Πώς αφήσανε τα κοπάδια να σμίξουνε;
Γιατί τα κατεβάσανε στο χωριό;
Είναι όλοι εδώ! Δε λείπει κανένας από το χωριό. Αλλά τους έχει κλείσει
η εξουσία, στο κρατητήριο της αστυνομίας.
Τίποτε απ΄ όσα συμβαίνουνε τώρα δεν έγινε, γιατί το θέλησαν οι τσοπάνηδες. Ούτε το σμίξιμο, ούτε το κατέβασμα των κοπαδιών στο χωριό. Πολύ λιγότερο το κλείσιμο στη φυλακή. Αρκετά διαφέντεψαν αυτοί: κόψε-γκρέμισε.
Τώρα, ήρθε η σειρά της εξουσίας, να τα νοικοκυρέψει.

113. Ο Γιάννης μαλώνει τον Αρίδα
Τι είχε συμβεί; Οι δέκα τσοπάνηδες, είχανε βάνει χέρι στον καστανόλογγο. Μόλις ψώμωσε το φύλλο, αρχίσανε να κλαρίζουνε αλύπητα τις καστανιές,
για να θρέψουνε τα κοπάδια τους. Δεν είναι φετινή η πληγή. Από χρόνια
την είχε βρει αυτή την τέχνη ο Αρίδας. Αλλά ήτανε μονάχα αυτός γιδάρης.
Διακόσα γίδια δεν αποφαινόντανε στο λόγγο.
Είναι βλέπεις, δεκαριές χιλιάδες στρέμματα ο καστανιάς.
Όταν είδε για πρώτη φορά ο Γιάννης κάτω τα απόκλαρα μαδημένα κι απάνω τις καστανιές να στέκονταν σαν κρεμανταλάδες, του έκαμε κακό του Αρίδα.
-«Βρε Αποστόλη, για τις ψώρες καημένε χαλάς ένα χαϊδεμένο δάσος!
Το γίδι είναι άχρηστο ζωντανό. Μπρος σε τούτο το λόγγο, τι θαρρείς πως αξίζουνε διακόσα ψωρόγιδα!  Εκατό τούμπανα κάνουν, άμα τα πιάσει ψόφος!
Γι αυτά τα σκυλοτάγια ρόγκισες τέτοιες καστανιές; Να τα φάει η ψώρα και να τα πιάσει κρατημάρα και να μη μείνει ποδάρι απ’ αυτά. Δεν τα ξεκάνεις, να πάρεις πρόβατα, να δεις και συ ανάσα και να γλιτώσεις κι από του κόσμου τα στόματα; Πες, πες, όλη μέρα, θα σε βρει το ανεθάρρευτο.
«Φωνή λαού οργή θεού!». Μ΄ αυτά τα λόγια τόνε μάλωσε ο Γιάννης τον Αρίδα. Τούτος όμως δεν έδωσε καμιά προσοχή. Από το ένα
αυτί μπήκανε τα μαλώματα και στο άλλο βγήκανε!
Τρόχαε το τσεκούρι του και δε σταμάτησε καθόλου, ως να το τελειώσει. Έπειτα έβαλε τη λίμα στο σελάχι του, έστησε το τσεκούρι στο κορμί της καστανιάς, άρχισε να σουρίζει ένα ποιμενικό τραγούδι: «έι γίδα μου, έι πρατάρα μου» κι ανασήκωσε τα μάτια του να δει, που είναι καστανιές
με πλατιές φυλλωσιές.

114. Η φοβέρα του Πανταζή
«Τι ο Αρίδας είναι μόνο έξυπνος;» Αναρωτήθηκαν οι άλλοι τσοπάνηδες, που είχανε πρόβατα. Και τα αλλάξανε τα κοπάδια τους. Δώσανε τα πρόβατα σε άλλα χωριά και κουβαλήσανε στη Στενή τα γίδια.
Όταν κατέβηκαν οι καρβουνιάρηδες στην πόλη του λιμανιού κι είπανε τα νέα στον Πανταζή, για μια στιγμή του πιάστηκε η φωνή. Βαρυκαρδισμένος κουνούσε το κεφάλι και δεν έβγανε μιλιά. Αμέσως όμως του ξαναήρθε
η ψυχραιμία και τότε απάντησε στους καρβουνιάρηδες:
«Οι γιδάρηδες θα τόνε ροκανίσουν τώρα όλο το λόγγο. Εσείς κάματε αρχή
κι αυτοί θα φέρουνε τέλος,» είπε και κοντοστάθηκε.
Έπειτα συνέχισε: «Αλλά δε θα σώσουνε να τον καταλύσουνε. Μαύρα χαμπάρια να τους πείτε, θα ειδοποιήσω το Υπουργείο και θα τους φάνε
τα όρνια ζωντανούς!»
Όσο να γυρίσουν οι καρβουνιάρηδες και ν’ ανταμώσουνε τους τσοπάνηδες, να τους πούνε τη φοβέρα του Πανταζή - δεν την είχανε πάρει κιόλας στα σοβαρά, «ο Πανταζής είναι παράφορος, έτσι αρπάχνεται στην αρχή και φωνάζει, αλλά ύστερα πέφτει», λέγανε - φτάσαν από κοντά απόσπασμα χωροφύλακες κι ενωθήκανε με τους δασοφύλακες  και την αστυνομία της Στενής. Φωνάξανε τους αγροφύλακες του χωριού και μαζέψανε και τους άλλους από τα γύρω χωριά. Πήραν όλοι μαζί παγανά το λόγγο και σαρώσανε σε δυο μέρες τα κοπάδια..
Αμέσως κατόπι διαβάστηκε στην εκκλησία μια διαταγή:
«Απαγορευτική διάταξις».
«...... Απαγορεύομεν επί δέκα έτη πάσαν υλοτομίαν επί του
εκ καστανεών δάσους της Στενής, ως και την κοπήν κλάδων,
βόσκησιν παντός εν γένει ζώου, άνθρακοποιίαν, συλλογήν χώματος 
καί καστανοκάρπου.»
                                                                       Ό δασάρχης

- Ήτανε καιρός πια να δει και το δάσος  ανάπαυλα, να φυτρώσουνε 
νέα δέντρα και να φουντώσουνε τα παλιά.

115. Μια μάνα δεν τους γέννησε;
Ο Αρίδας, άμα πέρασαν οι έξι μήνες, βγήκε από τη φυλακή, πήρε τα μάτια του και το κοπάδι και χάθηκε από τη Στενή. Κατέβηκε στα χειμαδιά και μένει
εκεί χρονικής. Κοιτάζει το λόγγο από μακριά κι αναστενάζει.
Λαχταράει τις δροσιές και τα κρύα νερά. Ποιος του φταίει; Από το κεφάλι του τάπαθε. Τώρα το έχει καταλάβει κι ο ίδιος. Πολλές φορές το λέει:
«Από το ξεροκέφαλό μου τά ΄παθα».  Είναι όμως αργά!
Πόσο διαφορετικά σκέφτηκε ο αδερφός του, ο Γαλάνης!
Μια μάνα δεν τους γέννησε; Μαζί δεν τα κληρονομήσαν από τον πατέρα τους τα γίδια; Ο Γαλάνης τα ξέκαμε, μόλις τα μοιράσανε. Πήρε κατόπι σπίτι στην άκρη στο χωριό και καλλιεργεί εκεί δεντροπερίβολο.
Τι δέντρο θέλεις και δεν το έχει! Πνίγει τον κόσμο στο αχλάδι. Η προκοπή του δε λέγεται. Ως και σπάρτα έσπειρε, για νάχει να δένει τα δεντράκια στα παλούκια. Καμαρώνει τα δέντρα καθώς βαΐζουν από το φρούτο.
Κι ότι του έμεινε από το πατρικό επάγγελμα, είναι μόνο μια λέξη.
Τα δέντρα που δίνουν εισόδημα τα λέει γαλάρια.
Δεν υπάρχει όμως στο χωριό άλλος σαν αυτόνε, να πολεμάει  τη γίδα.
Χάρο τον έχουν οι μαλτέζες! Μόλις καβαλλαρώσουνε στο φράχτη, ένας πυροβολισμός ακούγεται και το κουφάρι παίρνει δύο-τρεις βόλτες και σταματάει σε κάποιο θάμνο.
Από κει το κουβαλάει, όποιος δεν προβλέπει να δένει τη γίδα.
Ο Γαλάνης τόνε χαίρεται το λόγγο. Έχει ισοπεδώσει ένα μέρος μέσα στο χτήμα του, αγνάντια στο δάσος!
Εκεί πηγαίνει και ξαπλώνεται, όταν θέλει να ξεκουραστεί.

116. Τι  θ’ αποξενωθούμε από τον τόπο μας;
Ίδια όπως ο Αρίδας, γίνανε λαγοί κι οι άλλοι τσοπάνηδες. Κουδούνι δεν ξανακούστηκε στο δάσος. Αυτούς δεν τους κλαίει κανένας. Ούτε και τους λοτόμους. Πηγαίνανε ψάχνοντας. Το γύρευαν αυτό που τους βρήκε.
Αλλά το άλλο χωριό; «Τι,  θ’αποξενωθούμε από τον τόπο μας, δε θα κοτάμε
ν’ απολύσουμε τα ζωντανά μας από το σκοινί; Φραχτό είναι ο λόγγος, τα άγρια κλαριά; Θα φάνε το πρινοκόκκι, άμα πατήσουνε μέσα τα ζωντανά;»
«Κι έπειτα καλά όλα τα άλλα, άλλα να μη μαζεύουμε ούτε κάστανα;
Που ακούστηκε αυτό. Να τα βλέπομε σωρό στη γης, με το φτυάρι να τα μαζεύεις και να μην τολμάμε να σκύψομε, να πηγαίνουνε χαμένα;»
- «Καθόλου δε θα πηγαίνουνε χαμένα», απαντούν οι νέοι, που έχουνε βγάνει το δημοτικό σκολειό, «θα φυτρώσουνε, να γενούνε νέες καστανιές». Τούτοι το έχουνε χωνέψει καλά, πως αυτό που αποφάσισε η εξουσία, είναι για καλό του χωριού. Οι άλλοι όμως βρίσκουν εύκολα αντίλογο: «Αυτό είναι; Θα μείνουνε στη γης κάστανα! Πως μπορούμε να τα μαζέψομε όλα! Θα χωθούμε μέσα στα φύλλα στις φτέρες, στα απόκλαρα. Θα μείνουνε κι απάνω στις καστανιές ατίναχτα. Δεν μπορούμε να ξακριστούμε στις ξέκλωνες».
Οι νέοι αντικρούσανε και τούτα τα επιχειρήματα και προσπαθήσανε να τους πείσουνε, πως ότι γίνεται, είναι για το γενικό καλό, αλλά δε βρέθηκε τρόπος 
να δεχτούν αυτοί, πως δεν έχουνε δίκιο να παραπονιόνται.
Κι άμα ρουμάσανε τα κάστανα, ανηφορίσανε γυναίκες και παιδιά και σκορπίσανε στο δάσος. Αλλά το βράδυ, οι δασοφύλακες πιάσανε το στενό, κατασχέσανε τα φορτώματα που κατεβάζανε τα ζώα, τα πλεύρια που είχανε φορτωθεί οι γυναίκες και τα σακούλια των παιδιών. Κουβαλήσανε τα κάστανα στην αστυνομία και στείλανε τα γυναικόπαιδα στο δικαστήριο. Είδανε πως η εξουσία δεν αστειεύεται και δεν ξαναπήγανε στο λόγγο για κάστανα.

117. Το Δασαρχείο ξέρει τι κάνει
Είχε περάσει καιρός, όταν τους κατέβηκε άλλη ιδέα:
«Εκεί δεν καλλιεργούσαν οι παππούδες μας; Ποιον ζημιώνομε αν βρούμε
εκεί τα πατρογονικά μας και σπείρομε τα φτεριαρά πατάτες;»
Και μόνοι τους απαντήσανε: « Κανέναν!»
—«Τάχα θα μας αφήσει ο δασάρχης;» ρώτησε ένας.
—«Δε θα τόνε ρωτήσουμε το δασάρχη. Εμείς κλαρί δε θα πειράξομε.
Φτέρες θα ξεριζώσουμε. Αυτό δα μας έλειπε ακόμη, να ζητούμε άδεια και για τις φτέρες! Μην το συλλογιέστε καθόλου το Δασαρχείο, παρά ετοιμαστείτε να βάνομε μπροστά τη δουλειά. Όπου ξεριζώνεται δέντρο, εκεί γύρω όλο μαύρη γης βλέπεις, θα πνίξουμε τον τόπο στην πατάτα. Τόπανε και το κάμαν.
Είχανε φυτρώσει οι πατάτες, όταν ο δασοκόμος πέρασε σπίτι σε σπίτι
κι άφησε σ’ όλα από ένα χαρτί. Το βράδυ, όταν γύρισαν οι χωριανοί από
τις δουλειές, ανησυχήσανε. «Τι τρέχει πάλι με το δασοκόμο! Δε θέλεις νάναι για την πατάτα», υποψιαστήκανε μερικοί, που δεν ξέρανε να διαβάσουνε κι
οι άλλοι το είδανε, πως γι αυτή πρόκειταν.
Ο δασοκόμος τους το ξήγησε στο μαγαζί, πως αυτό το χαρτί είναι αποβολή: «Δεν επιτρέπεται να πατήσει κανένας σας μέσα στα σπαρμένα χωράφια!
Έτσι διατάζει το Δασαρχείο».
—«Κι οι πατάτες; Τι θα γενούν οι πατάτες, ρώτησαν αυτοί.
«Δεν λυπάστε τόσον κόπο; Αφήστε τουλάχιστο. να τις σκαλίσομε, να γενούνε, να τις βγάνομε και δεν ξανασπέρνομε άλλη χρονιά».
Όμως το Δασαρχείο ξέρει τι κάνει, όταν κοινοποιεί αποβολές.
Και δεν περιμένει να αλλάξει τη γνώμη του, άμα το παρακαλέσουν
οι χωριανοί. Άφηκε λοιπόν τις πατάτες να ψηλώσουνε λίγο από το χώμα,
για να πιάνονται κι ύστερα έβανε και τις ξερίζωσε απ΄ άκρη σ΄ άκρη

118. Γης Μαδιάμ
Αυτό δε μπορούν οι χωριανοί να το χωνέψουνε. Σαν λιθάρι βαρύ πλακώνει την καρδιά τους. Δεν έχουνε πια μάτια να τήνε δούνε την εξουσία.
Τι να θυμηθούνε και τι να συμπαθήσουνε.
Το διώξιμο από το λόγγο, τα κάστανα ή την πατάτα;
«Από πού είμαστε εμείς; Δεν είμαστε από τούτα τα χώματα, γέννημα, θρέμμα και μας πετάει, σαν τρίχα από το προζύμι;» λένε αγριεμένοι.
Και το μάχονται το Κράτος, όσο δεν παίρνει περισσότερο.
Δύο μόνο της μείνανε της εξουσίας, αλλά αφοσιωμένοι πιο πολύ τώρα, παρά πριν. Ο Γιάννης, γιατί βλέπει, πως πήρε πια απάνω της το λόγγο κι ο Πανταζής, γιατί είδε επιτέλους να λειτουργήσει ο Νόμος αποτελεσματικά.
Ο Πανταζής ζει τώρα μέσα στο δικαστήριο. Έχει συνηθίσει στην εφαρμογή του Νόμου. Οι ανομίες των χωριανών τον αναστατώνουν. Όλοι όμως οι άλλοι χωριανοί, το ξεγράψανε το δάσος. Ο λόγγος είναι πια ξένος. Σωστότερα ειπωμένο: όχι ξένος, το ξένο πράμα το σέβεται καθένας.
Το δάσος είναι δικό τους, αλλά τους το παίρνει με το «έτσι θέλω» η εξουσία.
Γι αυτό δεν τόνε σέβονται πια το λόγγο.
Δεν τόνε βλάφτουνε, μόνο και μόνο, γιατί τους τρομοκρατεί η εξουσία.
Ας βρούνε τον καιρό και τότε θα της δείξουνε της εξουσίας! Θα το κάμουνε
το δάσος «γης Μαδιάμ!». Επιτέλους τόνε βρήκανε τον καιρό! Ήρθε το 1912.
Τότε που η Πατρίδα είχε ανάγκη να πολεμήσει κι επιστράτεψε τους νέους.
Στις ηλικίες που κάλεσε, ανήκε κι ο δασοκόμος της Στενής. Πρώτος αυτός έφυγε από το χωριό, γιατί ήταν από μακρινό νομό.
Ο Γιάννης μόνο τόνε ξεπροβόδισε.
Την τρίτη ημέρα δεν είχε μείνει πια επίστρατος στο χωριό. Φύγανε να παρουσιαστούνε στο Σώμα τους, κάτω στην πόλη του λιμανιού.
Άμα φύγαν οι νέοι με το καλό, όσοι μείνανε πίσω, τρόχισαν ολονυχτίς
τα τσεκούρια και ξημερώσανε στο λόγγο, να εκδικηθούνε, να βγάνουνε
το άχτι τους. Όχι μόνο οι λοτόμοι, παρά καθένας. Κόψανε, κόψανε, κόψανε. Για ποια δουλειά; Σε τι θα τήνε χρησιμοποιήσουν αυτή την ξυλεία;
Δεν το ξέρουνε.Τώρα κόβουνε και κουβαλούν.
Ύστερα θα το σκεφτούνε, αν τους χρειάζονται σε τίποτε.
«Είδα τους άλλους», έλεγε αργότερα ο Σωτήρης ο Γιαννούκος στο δάσκαλο, «και πήγα κι εγώ. Έκοψα και κουβάλησα κάμποσα. Τι τάθελα; Αυτό δεν το είχα σκεφτεί. Τάχωσα μέσα στην κοπριά κι εκεί τα τρώει το σαράκι».
Ο Γιάννης αυτή τη φορά, έγινε έξω φρενών.
Εκεί στην «Κερασιά» στη ρεματιά, που βρήκε τον Αρβανίτη, να έχει
ξαπλώσει ένα αιωνόβιο πλατάνι: «Βρε ατρόμητε Αρβανίτη», του είπε αγριεμένος και σηκώνοντας το κοντάρι, «πώς τόλμησες να έρθεις κατά τούτα τα μέρη, να ρίξεις τέτοιο λιμπιστό κλαρί;»
Ό Αρβανίτης έπεσε «σώσον ελέησον» με τα συγχώρια κι έτσι γλίτωσε από το θυμό του Γιάννη. Αλλά δε γλίτωσε κανένας από τον Πανταζή.
Αυτός μόλις είδε τους χωριανούς, την άλλη ημέρα ξημερώματα στην αγορά, κάτω στην πόλη του λιμανιού, να ξεφορτώνουνε κάστανα, τα μισομάντεψε τα έργα τους. Τους πλησίασε και τους αποπήρε, αλλά αυτοί του είπαν:
«Εμείς δεν κάμαμε καμιά ζημιά! Να δεις πως τον κατάντησαν άλλοι το λόγγο. Δεν θέλομε να πούμε ονόματα. Τους μαθαίνεις εσύ άμα θέλεις».
Δε βάσταξε. Ας ήτανε βιοπαλαιστής, δεν περίμενε ν’ αναφέρει με το ταχυδρομείο. Ονόματα δεν του χρειαζόντανε.
Γρήγορα έπρεπε να προλάβει το Υπουργείο, να σταματήσει το κακό.
Έστειλε τηλεγράφημα.
Ξεκίνησε αμέσως από την Αθήνα Επιθεωρητής δασών,
έφτασε στην Στενή, περιόδεψε στο δάσος, εκτίμησε την καταστροφή
κι υπόβαλε στον Υπουργό έκθεση:
-----
«'Ότι είχεν επιτύχει αναδασωτική προσπάθεια εννέα
ετών, κατεστράφη εντός πέντε ήμερων. Οι κάτοικοι της
Στενής, υστερούσι και αυτών των άγριων εις πολιτισμόν. Διότι οι τελευταίοι κόπτοντες το δένδρον αποβλέπουν επί τέλους εις ένα σκοπόν: να φάγωσι τον καρπόν, όστις μένει άφθαστος εφ’ όσον ορθούται τούτο. Δενδροτόμησιν όμως, απλώς και μόνον διά να καταστροφή δάσος, πρώτην φοράν συναντώ κατά τον μακρόν μου υπηρεσιακόν βίον, εις σύγγραμμα δε, δεν έχω αναγνώσει παρόμοιαν περίπτωσιν».
-----
               
119. Πολεμούσε σε δυο μέτωπα η Πατρίδα!
Αυτά είναι τα κατορθώματα των χωριανών. Αλλά, αντίστοιχα λειτούργησε
κι ο Νόμος χωρίς έλεος. Η φυλακή γιόμισε.
Κι όταν ήρθε ο καιρός ν’ αποφυλακιστούνε, ρημαχτήκανε, πληρώνοντας πρόστιμο και δικαστικά έξοδα.
Έχει περάσει μια χρονιά και παραπάνω, από τον καιρό που είχε κηρυχτεί
ο πόλεμος. Οι επίστρατοι απολύονται. Γυρίζουνε στα σπίτια τους δοξασμένοι. Πολεμήσανε, νικήσανε, διπλή την κάμανε την Πατρίδα! Δικοί και συγγενείς
κι όλοι οι χωριανοί τους καλωσορίζουνε, τους δίνουνε συγχαρητήρια και
τους παινεύουνε για τα κατορθώματά τους.
Ο Γιάννης τους προσδέχεται: «καλωσορίσατε λεβέντες!» και τους φιλεύει «άνθια». Γεμάτο το έχει το ταγάρι του για τους νικητές. Μπουκετάκια κυκλάμινα, πέντε-πέντε ανθάκια, δεμένα με φυλλαράκι και ξεχωριστά χερόβολα πολυκόμπι, φορτωμένα καρπό. Φαντάζουν οι ράγες, σα νάναι
κοραλλένια κουμπιά. Τον ίδιο καιρό γυρίζουνε στο χωριό και κάποιοι άλλοι ξενιτεμένοι: οι παραβάτες του Νόμου. Ντροπιασμένοι, χλωμιασμένοι, θλιβεροί. Τώρα τελείωσε η ποινή τους.
Είναι καραβοτσακισμένοι. Το κλείσιμο, η ζημιά, η φτώχεια, τους έχει κάμει κουρέλια. Στα μαγαζιά που βγήκανε, δεν έχουν αέρα να μιλήσουν.
Οι έφεδροι είναι όλοι νέοι μορφωμένοι, βγαλμένοι από το δημοτικό σκολειό. Άντρες που ξέρουνε την αξία του δάσους. Και παραπάνω, άντρες που αντιμετώπισαν άφοβα τον οχτρό στα σύνορα της Πατρίδας, τον κυνηγήσανε και τόνε διώξαν από τις ελληνικές χώρες.
Δε διστάζουνε λοιπόν, να πούνε το σωστό. Και το λένε καταπρόσωπα στους δασοφάγους «Ώστε είχε δύο μέτωπα η Πατρίδα! Πολεμούσε και στα σύνορα, πάλευε κι εδώ μ΄εσάς!
Τη στιγμή, που εμείς πήγαμε να δώσουμε χέρι στην Πατρίδα όλων μας, εσείς μένοντας εδώ, ρημάζατε περιουσία που είναι πάλι όλων μας. Και δεν είναι για χάλασμα!» Τέτοια τους ψέλναν οι έφεδροι.
Κι ο δασοκόμος, ο Κώστας Αμπλιανίτης, που γύρισε κι αυτός από
τον πόλεμο, τους τόπε πιο ξάστερα:
«Δεν αξίζετε να σας φροντίζει το Κράτος. Σας πρέπει, να σας αφήσει στο χάλι σας! Να το φάτε επιτέλους αυτό το δάσος, για να κατεβεί κατόπι το ποτάμι, να σας σαρώσει! Ίσως έρθει στη Στενή κόσμος καλύτερος, ύστερα από έναν καινούριο κατακλυσμό». Τα ακούγανε και δε βγαίνανε τσιμουδιά.
Καθόντανε συμμαζεμένοι, σαν τη γάτα, που έχει φάει τα ψάρια.

120. Χιόνια στη Στενή
Ύστερα από ένα χρόνο, αυτός ο δασοκόμος δεν περετάει  πια στη Στενή. Έχει μετατεθεί σ’ άλλη περιφέρεια. Τούτη η χρονιά είναι βαρυχειμωνιά.
Τα χιόνια, έχουνε σηκωθεί πιο ψηλά από τις πατωσιές των σπιτιών. 
Κι οι χωριανοί, αντί να κατεβαίνουν άπό τα σπίτια τους, ανεβαίνουνε με σκαλοπάτια, σκαμμένα μέσα στο χιόνι. Κι όλο ρίχνει καινούριο! Οι άντρες σμίγουνε συντροφιές και ξεχιονίζουνε με τη σειρά τα σπίτια. Ανοίγουν έπειτα δρόμο ως τις βρύσες, τις ξεχώνουν από το χιόνι, κουβαλούνε νερό για να πιει η οικογένεια και τα ζωντανά. Που να βγουν οι γυναίκες! Έπειτα πελεκούνε ζυγούς, τους τρυπούνε, περνούνε  ζεύλες, φτιάνουν αλέτρια, δίκρανα, βαρέλες για νερό. Κι άμα ζαλίζονται όλο μέσα, πηγαίνουνε κι ως το μαγαζί,
να μάθουνε τι γίνεται και πως πορεύει το χωριό.
Για τι άλλο θα κουβεντιάζουν εκεί που μαζεύονται, παρά για χιόνι!
«Πολύ χιόνι ρίχνει εφέτος», είπε ένας νέος κυνηγός».
«Που είδες εσύ παιδί μου χιόνια», τον αντίκοψε ο μπάρμπα-Μιχάλης ο Γιαλός. «Του Τέλια το σπίτι, το ανώγι το είχανε κουκουλώσει και ξεχιονίζοντας τη σκεπή, ανεβάζαμε το χιόνι με τα τρυγοκόφινα και το σωριάζαμε πιο πέρα».
Αυτή τη στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Γιάννης, δεμένο το λαιμό με την πετσέτα. Του κάνουνε τόπο να καθίσει στη φωτιά, αλλά αυτός δεν πλησιάζει. Φοβάται μη συνηθίσει στη φωτιά και τουρτουρίζει μακριά απ’ αυτή.
Πιάνει λοιπόν τόπο σ’ έναν πάγκο, σύρριζα στον τοίχο και δίνει προσοχή να κατατοπιστεί, τι λένε.
121. Κυνηγετικές ιστορίες
Άμα ήρθε κι ο Γιάννης, φυσικά η ομιλία θα γύριζε στο κυνήγι. Ο Γιάννης άλλες έγνοιες δεν έχει το χειμώνα. Άμα πιάσανε συζήτηση για το κυνήγι, έλεγε καθένας το λόγο του. Ένας είπε: «Αν ρίχνει ως τα χαράματα κι ύστερα σταματήσει, οι λαγοί δε θάχουνε προφτάσει να ξεμακρύνουν. Αφράτο όπως είναι το χιόνι, θα βουλιάζουνε και δε θα παίρνουνε δρόμο, θα τους τουφεκάμε μέσα στη φωλιά». «Τα λιβαδερά θάχουνε πιάσει μπεκάτσες», είπε ο Γιάννης.
Ύστερα άρχισαν ιστορίες για περασμένα κυνήγια. Ο Ταγαράς είναι μοναδικός για τις αλεπούδες. Ξέρει όλες τις αλεπότρυπες. Κι όταν οι αλεπούδες βγαίνουνε στην τρύπα απέξω και ξαπλώνουνται στη λιακάδα, τις αλκυονίδες ημέρες ή και όποια άλλη ηλιόλουστη ημέρα του χειμώνα, τις πλησιάζει απάνω στο βαθύν ύπνο τους. Πριν ξυπνήσουν ή κι όταν ξυπνήσουνε κι ανασηκώνουνε το κεφάλι τους και δεν τόνε βλέπουν από τη ζάλη κι από το λαμπερό φως του ήλιου, τους έρχεται η βουή. Και δε σηκώνονται πια από τον τόπο τους. Από κει φεύγει μονάχα το γουναρικό τους. Αμέτρητες έχει σκοτώσει, αλλά θυμάται μονάχα τις σημαδιακές. Εκείνες τις φλαμπουρές, με το ασπράδι στην άκρια της φουντωτής ουράς και καμιά μουργή, αυτή πού έχει τη μούρη σα να τήνε ραντίσανε μελάνι.
Έπειτα αρχίζει ο Νικόλας ο Καραγιάννης, να διηγιέται για το κουνάβι, που του έφυγε από το ταγάρι.
Είχανε βγει στο κυνήγι, με τον πατέρα του και τον αδερφό του.
Απάνω στο χιόνι είδανε νυχιές, παρακολουθήσανε τα χνάρια και φτάσανε ως μια κουφάλα. Ξεκόψανε γύρω τον τόπο, από πουθενά δεν έφευγε το κουνάβι.
«Εδώ μέσα είναι», είπε ο πατέρας. «Κάμε καπνό Αποστόλη. Και συ Νικόλα, πιάσε από κει το μέρος, να μη μας φύγει!»
Το κουνάβι είχε αντιληφτεί τον κίνδυνο. Κι όσο ο καπνός ήταν αριός, προτιμούσε να υποφέρνει, παρά να βγει. Όταν όμως μπούκωσε η κουφάλα καπνό και φλόμωσε ο τόπος, τότε πια ήτανε «μπρος βαθύ και πίσω ρέμα».
Αν έμενε πιο πολύ, θάσκαζε. Αν έβγαινε, μπορεί και να ξέφευγε. Από τη μεριά που φύλαγε ο πατέρας, το είδε να προβάλλει σε μια τρύπα ψηλά, να πετιέται κατόπι και σβέλτα να πηδάει κάτω. Δεν πρόλαβε όμως να κάνει βήμα.
Μια τουφεκιά το ξάπλωσε στο χιόνι.
«Πάρε το Νικόλα» είπε, «βάνε το στο ταγάρι».
Έπειτα πήρανε δρόμο μέσα στο δάσος. Ο πατέρας ήτανε χαρούμενος, γιατί έκανε λογαριασμό  μ’ αυτό το γουναρικό, να πλερώσει ένα σωρό μικροέξοδα.
Τώρα έψαχνε με διπλή όρεξη: «Αν σκότωνα πέντ’ έξι ακόμη…»
Είχαν όμως ψάξει μια ώρα-σκόρπιοι πηγαίνανε –και δεν είχανε βρει σημάδι δεύτερο, όταν ο Νικόλας ένιωσε στο γοφό του, ένα πάτημα σαν από γάτα. Γυρίζει και τι να δει! Ένα κουνάβι απάνω στο χιόνι προσπαθούσε να φύγει.
Φέρνει το χέρι του στο ταγάρι, πιάνει απέξω, άδειο το ταγάρι. Το αγρίμι δεν είχε μείνει στον τόπο. Δεν το είχανε πάρει τα σκάγια σε ντελικάτη μεριά.
«Το κουνάβι έφυγε!» ρίχνει μια φωνή ο Νικόλας. Μονομιάς γκρεμίστηκαν
οι πύργοι που έστηνε ο πατέρας. Απάντεχο! Ποιος να του τόλεγε και να
το πίστευε, πως μπορεί να φύγει σκοτωμένο κουνάβι!
Από τόση ώρα θάχε κοκαλιάσει κιόλας!
Αλαφιάστηκε ωστόσο, άμα το άκουσε. Αποπήρε το Νικόλα: «Στραβοπούλι», του φώναξε. Σα νάξερε τούτος, πως ήτανε ζωντανό ακόμη και δεν πρόσεχε. Το κουνάβι όμως δεν είχε δύναμη, είχε χυθεί το αίμα του.
Το προλάβανε λοιπόν και το σκοτώσαν.
Ένας άλλος λέει, πως κάτω, κοντά στην πόλη του λιμανιού, τουφέκισε ένα λαγό και τόνε πέτυχε, αλλά δεν τον κρατήσανε τα σκάγια, επειδή έτυχε σάπιο το μπαρούτι. Ο λαγός ήτανε στην ακρογιαλιά. Από πού να φύγει, για να μην του αδειάσει τούτος ο κυνηγός και την άλλη κάννα απάνω του;
Πέφτει στη θάλασσα και κολυμπώντας μίλια, βγήκε στην απέναντι αμμουδιά! Κρίμα τον κόπο του!
Άδικα θαλασσοδάρθηκε! Μόλις πάτησε στεριά, του λάχαν άλλοι κυνηγοί σαν και τον πρώτο! Του ρίξανε κι αυτοί κι όπως τόνε βρήκανε λαβωμένο
κι αποσταμένο, τον αποτελειώσανε αυτοί.
Όταν τόνε γδέρνανε, τότε το είδανε, πως ήταν από πριν βαρεμένος ο λαγός.
Κοιτάζουν όλοι ένας τον άλλονε και δε μπορούνε να πνίξουνε τα γέλια τους. Ξεσπούνε λοιπόν κάποια στιγμή.
Ο Γιάννης μάλιστα πιο δυνατά. Με το ένα χέρι κλείνει το στόμα, για να κρατηθεί και με την παλάμη του άλλου, χτυπάει και ξαναχτυπάει το μηρί του για τη μεγάλη ψευτιά.

122. Δώδεκα Άγιοι Απόστολοι καθένας
τον πόνο του
Απ’ όλους, ένας μονάχα ούτε κουβέντιασε για τα χιόνια, ούτε γέλασε για τις παραδοξολογίες του κυνηγού.
Σκυφτός, βουβός, σα να μη βλέπει, να μην ακούει τι γίνεται γύρω του, αφήνει τέλος κάποια στιγμή - όταν απόστασαν από τα γέλια - να λυθεί η γλώσσα του και λέει στο Γιάννη:
«Μωρέ Γιάννη, εκείνος ο φίλος σου ο δασοκόμος  μάγος ήτανε;»
— «Δώδεκα Άγιοι Απόστολοι, καθένας τον πόνο του!»
Τον Αποστόλη τον Καραγιάννη, δεν τόνε τραβούνε οι κυνηγετικές ιστορίες, ούτε και τα χιόνια τα τωρινά και τα περασμένα, γιατί έχει πόνο στην καρδιά του. Αυτός ήτανε πρώτος νοικοκύρης. Είχε και σπίτια και υπάρχοντα. Τυρί κάδες και τουλούμια, κρασί βαρέλια και λάδι πιθάρια. Στο κατώγι όλ’ αυτά.
Και στο ανώγι, αμπάρια σιτάρι, κριθάρι και καλαμπόκι. Τόχε γιομίσει το σπίτι του απ’ όλα τα αγαθά του θεού, για να περάσει το χειμώνα. Ένα μήνα πριν, όποιος πήγαινε στο αρχοντικό του Αποστόλη, θα θάμαζε το βιος του.
«Να μη βασκαθεί», θάλεγε, «ευλογημένο σπίτι!»
Σήμερα, αν θελήσει να πάει κανείς, δεν το βρίσκει πια αυτό το σπίτι μέσα στο χωριό, όσο κι αν το γυρέψει.
Ο Αποστόλης ήτανε νοικοκύρης έναν καιρό, τώρα δεν είναι.
Αυτός ο πόνος του τρώει την καρδιά.

123. Ήρθε ο καιρός να πληρωθούν οι παλιοί λογαριασμοί
Όταν αρχίσανε τα πρωτοβρόχια, κρατήσανε μισό μήνα. Άνοιξε ο ουρανός κι έριχνε συγκρατητά το νερό. Ρούμασε ο τόπος! Όπου να πατούσες, βούλιαζες ως το γόνατο. Σαπίσανε θαρρείς και τα λιθάρια από τη βροχή.
Σ’ αυτό το διάστημα στον καστανόλογγο στην κορφή, εκεί που είχανε σπείρει οι χωριανοί τις πατάτες, η γης σκαμμένη όπως ήτανε, ρούφηξε μονομιάς νερό περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να βαστάξει.
Από το ύψωμα καταπότισε πολύ νερό και στην πλαγιά και της έδωσε βάρος παραπανιστό. Γιατί πάντα φύλαε αυτή στα σωθικά της νερό. Τώρα δε θα μπορέσει να βασταχτεί, γιατί της είναι και τα πόδια κομμένα από το νεροφάγωμα. Και δεν αντέχει πια!
Ξεφεύγει λοιπόν άπό την κορφή ως κάτω στο νεροφάγωμα, μια λουρίδα δυο χιλιόμετρα μάκρος και πλάτος πενήντα μέτρα.
Λάσπη, βράχια, καστανιές, χαμόκλαρα, όλα μια μάζα, σωριάζουνται στο δικάναλο, εκεί που σμίγουνε δυο ποταμάκια κατεβαίνοντας από τη μεσοράχη. 
Πάει η αυλακωσιά του ποταμιού!
Το υλικό που κατέβηκε από την πλαγιά, λάσπη και πέτρα, έχοντας δέματα κορμιά, για να γίνεται πιο στέρεο, στριμώχτηκε, σφήνωσε κι έφτιασε όχτο ατράνταχτο. Πάει, έκλεισε η αυλακωσιά για πάντα!
«Βάλτο θα σχηματίσομε», είπανε κοτρώνια και κορμιά και προστάξανε το νερό να πισωβαΐσει.
Και στάθηκαν αλήθεια υδατοφράχτης, αλλά μόνο για μια νύχτα.
Ήταν απόβραδο όταν στεριώθηκε. Με τα ξημερώματα, το στερνιασμένο νερό, νιώθοντας πως συγκέντρωσε μέσα του την ακαταμέτρητη δύναμη του χαλασμού, ξέσπασε. Από τη μεγάλη πίεση κάποια στιγμή, σαν από σεισμό, τραντάζεται ο όγκος που έχει φράξει το δρόμο του νερού. Καταμεσής ραγίζεται ο όχτος σε δυο μεριές, από την κορφή ως τον πάτο, δυο μέτρα απόσταση το ένα ράγισμα από το άλλο. Κι αμέσως κιόλας σπάζει κι αναποδογυρίζει ένα βουνό, μέσα στη στερεμένη αυλακωσιά.
Το νερό ορμάει με μιας να περάσει από το ρήγμα και σωριάζει και τα απομεινάδια που στεκόνταν ακόμη ορθά.
Λάσπη τότε, κλαδιά, καστανιές και τα κοτρώνια ακόμη σηκώνονται στον αέρα. Δεν αγγίζουνε την κοίτη. Τραβούνε τον κατήφορο «επί πτερύγων ανέμων».
Φτάνουνε στο λαιμό. Εκεί που αρχίζει το φαράγγι.
Η αριστερή όχτη είναι βράχος ριζιμιός, ψηλός, κατεβατός.
Η δεξιά είναι χαμηλή και πυκνοντυμένη Ένα αλσάκι ως πεντακόσα πλατάνια, έχουν ορθωθεί εκεί προστάτες της ακροποταμιάς και της Στενής.
Μπρός στην τυφλή δύναμη, που κατεβάζει σαν άχερα τις καστανιές και τους ογκόλιθους σαν αλαφρόπετρες, τάχα θα μπορέσουνε τα πλατάνια να σταθούνε; Θα προσπαθήσουνε! Το θάρρος δεν τους λείπει.
Από φύτρα τοσαδά, έχουνε ψηθεί σε μπόρες και κατεβασιές.
Μέσα στον αγώνα, το έχουν αποκτήσει το κορμί.
Από μακριά έφτασε πρώτα ο άγριος αέρας και συνεπήρε στα σύγνεφα
τα κίτρινα φύλλα. Σούσουρο ακούστηκε.
Ανατριχιάσανε κλαδιά και κλώνοι και γείραν απότομα κορφές.
Και πριν προλάβουνε να δούνε πούθε έρχεται η οργή, τα θέρισε σύριζα
η κατεβασιά και τα φορτώθηκε τον κατήφορο.
Κοντοζυγώνουνε τώρα στη Στενή. Πριν τ' αγγίξουνε το γεφύρι που πατούσε αριστερά στο χωριό, έφυγε αυτό από τη θέση του με τον αέρα. Κι άνοιξε διάπλατα η αυλακωσιά.
Και μ’ όλον τούτο η κατεβασιά που κατρακυλάει από κοντά, πατώντας στη φτέρνα τον αέρα, τήνε βρίσκει στενή αυτή την κοίτη κι αντρειεύει, να ξεχειλίσει από την αριστερή όχτη, να πηδήσει μέσα στο χωριό, να ξοφλήσει μια για πάντα τους λογαριασμούς, που έχουν οι χωριανοί με το δάσος.
Να πλερώσει και τους λοτόμους και τους γιδάρηδες και τους άλλους, που θέλουνε τα χωράφια στο λόγγο, κι όλους μαζί, που ρημάξανε τελευταία τον «αρπαγμένο» λόγγο. Στουρνάρι ριζιμιό βρέθηκε στην άκρη του χωριού. Πατάει στην κοίτη και δένει την από πέρα όχτη με την από δώθε.
Καθώς κατρακυλούσε σαν βουνό τον κατήφορο η κατεβασιά, χτύπησε στο ατράνταχτο κάστρο, στο γρανίτη κι ύψωσε κύμα στον ουρανό. Και πισωβάισε, θαρρείς, να πάρει φόρα να δρασκελίσει το βράχο και να πηδήσει στο χωριό.
Ώσπου να καταφέρει κάτι, η πρωτοπορία έφτασε από ανοιχτό δρόμο. Δεν περιμένει, δεν έχει υπομονή. Γυρίζει δεξιά μεριά, ξεχειλίζει και σαρώνει το νερόμυλο με τα βαρέλια του. Από κει αγναντεύει απέναντι, την αριστερή όχτη. Ήτανε χαμηλή. Απάνω σε μονόξυλο περνούσε μέρα νύχτα ο μυλωνάς από το εργαστήρι κατά το χωριό. Από αυτή την όχτη, εύκολα το ποτάμι μπορεί, να χυθεί στο χωριό. Ορμάει λοιπόν! Χτυπάει στο πρώτο σπίτι. Το κόβει από τα πατώματα και κάτω.  Μπλουμ, πέφτει στα κύματα και το ανώγι! Γκρεμίζεται δεύτερο, τρίτο, δέκα σπίτια, ως να γυρίσεις να δεις! Καλά που ήταν ημέρα και προλάβανε να πεταχτούν οι άνθρωποι, ν’ ανηφορίσουν. Τα νοικοκυριά όμως, καβαλλικέψανε το ποτάμι και τραβήξανε για το γιαλό. Άμα σαρώθηκαν αυτά τα σπίτια, η αυλακωσιά συντόμεψε. Δεν είχε να περνάει πια την καμπύλη, που ακολουθούσε δεξιά χιλιάδες χρόνια. Τώρα που ίσιωσε εδώ την κοίτη, αντίκρισε για πρώτη φορά τον άλλονε νερόμυλο, που τον έκρυβε πριν η στροφή. Ορμάει και τόνε σηκώνει κι αυτόν στα κύματά του.
Από κει και κάτω, βρίσκει κοίτη μ' αλαφρή κλίση.
Τήνε πλαταίνει κι ύστερα φτάνει σ΄ ένα σιδερένιο γεφυράκι.
Από αυτό περνούσαν οι νεκροί στον «Άι Θόδωρο».
Σαν ανεμόμυλος από σπερδούκλι, ξεζεύεται αυτό το γεφυράκι και κινούνε
τον κατήφορο τα σιδερένια κάγκελα και τα δοκάρια, καθώς κι οι δρένιες τραβέρσες. Και χωρίς να σταματήσει καθόλου το ποτάμι, αλλάζει εδώ και κοίτη. Στη δεξιά όχτη είχανε φυτρώσει δυο πλατάνια, ένα παρακάτω, άλλο
δυο μέτρα παραπάνω. Απέναντι τους, στην αριστερή όχτη, ήταν άλλα δύο. Ανάμεσα σ’ αυτά, από πέρα κι από δώθε, είχανε θεμελιωθεί τα πόδια του γεφυριού. Του ποταμιού δεν του αρέσει να περνάει ανάμεσα σ’ αυτό το στένωμα. Το κλείνει λοιπόν με κοτρώνια και χαλίκια, το σμίγει και το φέρνει αλφαδιά με την αριστερή όχτη. Έτσι περνούνε τα πλατάνια όλα αριστερά κι ανοίγει η κοίτη δεξιά. Το ποτάμι πιο κάτω, απλώνει δεξιά κι αριστερά και κόβει τα πλατάνια για να πλατύνει πιο πολύ την κοίτη, επειδή του ήρθανε και δύο παραπόταμα από τις πλαγιές  του φαραγγιού.
Πλησιάζει κατόπι στην έξοδο της Στενής και πρέπει να τελειώσει ότι είναι να γενεί. Γιατί πιο κάτω θα χάνει δύναμη.
Συγκεντρώνεται λοιπόν στον εαυτό του. Βάνει τα δυνατά του και ψηλώνει ως την «Παλιοκαμάρα», το γεφύρι που αντάμωνε τις δύο όχτες από του Τούρκου τον καιρό. Ποιος ξέρει, ίσως κι από του Ρωμαίου. Κόβει το τόξο που τις έζευε κι ελεύθερο τώρα από κάθε εμπόδιο, φτάνει στον καταρράχτη και γκρεμίζεται, σβήνοντας με το θόλωμά του ένα ποταμάκι νερό, πού αναβρύζει άπό τα φρύδια αυτού του καταρράχτη.
Παίρνει και τούτου τα νερά και τραβάει για τη θάλασσα.

124. Τρόμος ακαταμέτρητος κατέχει τους χωριανούς
Το απόγεμα έχει ξεκόψει. Η κατεβασιά πέρασε. Το ποτάμι έχει συμμαζευτεί στην κοίτη του τη νέα, αυτή που αυλάκωσε σήμερα. Στην άκρη στο χωριό, εκεί που αφάνισε το πρωί τα δέκα σπίτια, η κοίτη είναι νέα μόνο για τους χωριανούς. Αυτοί έχουνε βγει και την κοιτάζουνε σαστισμένοι.
Το νερό όμως, δεν την έχει για καινούρια Τι κι αν έχει χιλιάδες χρόνια που δεν πέρασε από δω! Μέσα στον κύκλο που κάνει, ανεβαίνοντας από τη θάλασσα στα σύγνεφα και κατεβαίνοντας απ’ αυτά στη γη, για να ξαναγυρίσει από έναν οποιοδήποτε δρόμο στη θάλασσα, είχε περάσει σε καιρούς πολύ παλιούς, πάλι από τούτη την κοίτη. Τότε που έγινε ο κάμπος βάλτος και δεν απόμεινε ψυχή. Βρίσκει και τα παλιά σύνορα της αυλακωσιάς. Δεξιά κι αριστερά οι νέες όχτες είναι συνθεμένες από άμμο, τρόχαλα και ποταμολίθαρα.
Ο Αποστόλης και οι άλλοι, που χάσανε το βιος τους αναστενάζουνε βαριά κι οι γυναίκες τους θρηνούν απαρηγόρητα.
Βαθειά μελαγχολία έχει χυθεί στις ψυχές και των άλλων χωριανών. Τρόμος ακαταμέτρητος τους κατέχει. Δεν είναι βέβαια μικρή η καταστροφή. Όμως στη φαντασία τους έχουνε μεγαλοποιηθεί τα πράγματα
Και τους τρομάζει αφάνταστα το μέλλον.
«Αν κοπεί κι αλλού ο τόπος, αν γλιστρήσει από κει, αν φύγει από δω . . . »
Τώρα κιόλας τους φαίνονται, πως ξεκινούνε καταπάνω τους τα βουνά κι ας έχει ξαστερώσει ο ουρανός. Κι εκείνο που τους κάνει να τάχουν ολότελα χαμένα, είναι αυτό που είδανε: πως δεν μπορεί κανένας, να δώσει χέρι στον άλλονε κι όλοι μαζί ν’ αντισταθούνε στο ποτάμι.

125. Την ελπίδα τους τώρα την έχουνε στο κράτος
Τώρα θυμηθήκανε το Κράτος, που γι’ αυτό τους μιλούσε με τόσο σεβασμό ο Γιάννης. «Αν πέσαμε και σε κανένα λάθος, άνθρωποι είμαστε. Έλληνες! Δε θα μας αφήσει, δεν είναι σωστό να μας παρατήσει η Κυβέρνηση να χαθούμε». Έτσι σκεφτήκανε και τηλεγράφησε ο πρόεδρος της κοινότητας στο νομάρχη. Είχαν όμως φτάσει κάτω στην Πόλη του λιμανιού πρωτύτερα, τα τηλεγραφήματα του δασοκόμου, στο δασαρχείο, του αστυνομικού σταθμάρχη, στον αστυνομικό διευθυντή. Αμέσως τούτες οι Αρχές τηλεγραφήσανε την καταστροφή στο Υπουργείο κι αναφερθήκανε στο νομάρχη. Βράδυ, σούρουπα πεζεύει στο χωριό μια συνοδεία. Τρεις καβαλάρηδες. Ένας με πολιτικά και με στολή, ο αστυνομικός διευθυντής κι ο δασάρχης. Ποιος είναι εκείνος με τα πολιτικά; Τι θέλει εδώ ο δασάρχης κι ο διευθυντής της αστυνομίας; Αυτή τη φορά δεν τόνε χαλάσαμε εμείς το λόγγο. Μπορούμε να τους κοιτάζουμε, χωρίς, να τους ντραπούμε. Μόνο που μας βρίσκουνε σε άσκημη περίσταση. Δεν έχει κανένας καρδιά να περιποιηθεί ούτε και τον ξένο!
Λένε ο ένας στον άλλον οι χωριανοί Ο νομάρχης ήταν ο άγνωστος.
Η Κυβέρνηση μόλις πληροφορήθηκε την καταστροφή, διάταξε μ’ επείγον τηλεγράφημα :
---
Νομάρχην, Δασάρχην, Αστυνομικόν Διευθυντήν.
Μεταβήτε πάραυτα Στενήν, ένισχύσατε, ένθαρρύνατε κατοίκους.
Παθόντας θέλετε περιθάλψει. Θέτομεν διάθεσιν νομάρχου
δραχμάς πεντήκοντα χιλιάδας.
Άναφέρατε τηλεγραφικώς ένεργείας καί σύνολον ζημιών
Πρόεδρος Κυβερνήσεως
---
Ήρθανε σταλμένοι από το Κράτος, να δώσουνε χέρι στους πλημμυροπαθείς. Να κάμουν ότι είναι δυνατό για το χωριό και να περιθάλψουνε τα θύματα.
Σαν άγγελοι του θεού ερχόμενοι για παρηγοριά, φανήκανε στους χωριανούς οι αντιπρόσωποι του Κράτους. Όχι για τα χρήματα που κρατεί ο νομάρχης. Δεν τα θέλουνε καθόλου! Και τόνε παρακαλούνε, να τα γυρίσει πίσω στο Κράτος. Και να μην τους νομίσει για ακατάδεχτους.
«Ένα χωριό, τόσοι συγγενείς, τόσοι δικοί και φίλοι, δε μπορούμε, να βγάνουμε πέρα δέκα οικογένειες; Τους ανθρώπους μας; Που ακούστηκε αυτό!»
Τη Στενή δεν τήνε βασανίζει η έγνοια, πως θα ζήσουν οι δέκα οικογένειες αυτόνε το χειμώνα. Ούτε και πως θ’ αποχτήσουνε ξανά το χαμένο βιος τους.
Θα τους δώσουνε το ψωμί της χρονιάς, το σπόρο για τα χωράφια και την άνοιξη θα μπηχτούνε, να τους φτιάσουνε και τα σπίτια. Όλα αυτά δεν είναι βέβαια μικροδουλειά, άλλά δεν ξεπερνούνε και τη δύναμή τους.
Τι να κάμουνε το ποτάμι, αυτός είναι ο γόρδιος δεσμός!
Αν μπορούσε να τους βοηθήσει ο νομάρχης κι ο δασάρχης, ο δασάρχης προπάντων, να λύσουνε αυτόνε τον κόμπο!
«Αυτού τόνε θέλομε, αυτού θα τόνε παραδεχτούμε καπετάνιο, άμα μας βγάνει τώρα σε στεριά». Νύχτωσε, δεν έχουν οι Αρχές απόψε καιρό, να πούνε τι θα γίνει. «Πηγαίνετε στα σπίτια σας, να ησυχάσετε», τους είπε ο νομάρχης
«και το πρωί θα βρούμε, τι πρέπει να γίνει».
Αυτοί δεν είναι οι χωριανοί, που κοιμούντανε με τις κότες και ξυπνούσανε
με τον κορυδαλλό; Κι όμως που να τους πάρει απόψε ύπνος! Τα νεύρα τους έχουνε τεντώσει. Ούτε νυστάζουν, ούτε τους κάνει καρδιά να φύγουν
από το μαγαζί. Συζητούνε και δεν τα τελειώνουν:
«Ο δασάρχης ξέρει να το πολεμάει το ποτάμι», λέει ένας.
«Ο δασάρχης μπορεί να φτιάσει καινούρια αυλακωσιά, να κόψη το ποτάμι από την παλιά και να το ρίξει στη νέα», συμπληρώνει άλλος.
—«Τί λες αδερφέ, ο δασάρχης ότι θέλεις κάνει. Μπορεί να σκίσει το βουνό,
να χυθεί το ποτάμι στο κείθε ρέμα.
Και τότε πια ποτέ και ποτέ δε θάχει φόβο η Στενή!»
—«Σιγά να μη μας πεις, πως μπορεί να τρυπήσει το βουνό, να περάσει το ποτάμι στην πίσω θάλασσα!»
—«Και το γελάς εσύ αυτό! Θαρρείς δε γίνεται;
Έχουνε περάσει τα μεσάνυχτα κι ακόμη συζητούνε.

126. Μπορείτε να στήσετε του εαυτού σας πόλεμο;
Το πρωί έχουνε ξυπνήσει στην ώρα τους οι χωριανοί και που να φύγει κανένας για δουλειά! Κρέμονται από το δασάρχη, όπως ο άρρωστος από το γιατρό. Καρτερούνε τι θα τους πει. Θα έχουνε χωριό ή … και δεν ξέρουνε τι να σκεφτούν ύστερα από το ή…
Οι αντιπρόσωποι του Κράτους ξυπνήσανε γιομάτοι ευδιαθεσία.
Τι αλαφρός ήταν ο ύπνος τους! Κι επειδή κι η καταστροφή δεν ήταν ανεπανόρθωτη, δεν έχουνε λόγο να είναι δυσαρεστημένοι.
Κατεβήκαν όμως και χαμογελώντας, για να δώσουν αέρα στους χωριανούς.
Κι όταν αυτοί δεν ξέδωναν, ο δασάρχης άρχισε να τούς ψυχώνει.
«Σας βλέπω σαστισμένους. Γιατί τα χάνετε; Δε σας πηγαίνει τέτοιο παρουσιαστικό. Είστε άντρες βουνήσιοι! Έχετε πολεμήσει με χιόνια και με μπόρες, με τον σέρα και με το ίδιο το ποτάμι σ’ άλλες μεριές.
Ότι έγινε δεν είναι ανεπανόρθωτο. Τα σπίτια θα τα φτιάσετε πάλι, θα σας δώσουμε άδειες ατελείς: Να κόψετε ξυλεία, να κάψετε ασβεστοκάμινο, χωρίς να πλερώσετε φόρο».
— «Καλός ο λόγος σας κύριε δασάρχη. Αλλά τι να τα κάμουμε τα σπίτια, αν ξαναφέρει κατεβασιά; Μπορείτε να καρφώσετε τις καστανιές στον τόπο τους; Να βαστάξετε τις πλαγιές εκεί που είναι, να μην ξεκινούνε τον κατήφορο;» του είπε ένας χωριανός, που δεν είχε υπομονή ν’ ακούσει ως το τέλος.
—«Αυτού θα καταλήξω. Ο δασοκόμος θα σας δείξει, σε ποιο μέρος να χτίσετε τ’ ασβεστοκάμινο κι από που να κόψετε το κλαρί. Όλο θάμνους, που φυτρώνουν ανάμεσα στα πεύκα. Να το βάνετε καλά στο νου σας αυτό.
Άμα καθαρίζετε το πευκοδάσος, το προφυλάτε από πυρκαϊά. Άμα θαμνεύετε τα ξέφωτα, γλιστρούν οι πλαγιές και τότε φουσκώνει το ποτάμι
και . . . είδατε τι πάθατε!
Ν’ ακούτε το δασοκόμο. Μην κάνετε του κεφαλιού σας! Δε σας τα λέω για μαλώματα αυτά. Ύστερα από τέτοια καταστροφή, είναι περιττό να σας μαλώσω. Σας τιμώρησε σκληρά το ποτάμι. Ποτέ εμείς και τα δικαστήρια,
δε θ’ αποφασίζαμε να σας βάνουμε τέτοια ποινή. Εμείς είμαστε άνθρωποι. Μπρος στον πόνο μαλάζεται η καρδιά μας. Και δεν εξαντλούμε όλη την αυστηρότητα του νόμου. Η φύση όμως δεν έχει καρδιά. Νους μόνο κυβερνάει. Βάνεις το χέρι στη φωτιά, καίγεσαι. Γυμνώνεις την πλαγιά, πνίγεσαι.
«Αυτό δε θα γενεί πια», πετάχτηκαν όλοι από ένα στόμα.
«Μόνο πως μπορούμε να διορθώσουμε, ότι χάλασε ως τώρα».
Είστε τυχεροί. Που το χωματοβούνι πατάει ολούθε σε ασβεστόπετρα.
Όπως διατηριέται το δάσος, δεν υπάρχει για την ώρα κίνδυνος.
Κι ούτε και για το μέλλον, αφού αποφασίζετε να μην το ξαναγγίξετε το δάσος.
Όσο για το λειάσμα, να πάτε την άνοιξη με το δασοκόμο, να μπήξετε παλούκια πλατανίσια χλωρά, άκρη την άκρη.  Αυτά θα τα συγκρατήσουνε.
Γιατί θα ριζώσουνε κιόλας, να γενούνε πλατανιάς.
Σαν βάτος γεννάει ρίζα το χλωρό κλωνάρι της πλατάνας. Πλατανιάς θα γίνει
κι από μόνο του, γιατί βγάνει νερό το μέρος. Αλλά εσείς θα το δασώσετε νωρίτερα. Και τούτο είναι το καλύτερο για πολλούς λόγους.
Και τώρα, έχω να σας πω το πιο δύσκολο που πρέπει να κάμετε!»
—«Δύσκολο, ξεδύσκολο, φτάνει μόνο να γίνεται», είπε ο πρόεδρος της κοινότητας.
—«Εγώ, δεν το ξέρω αν γίνεται. Αυτό θα το κρίνετε εσείς. Μπορείτε να στήσετε του εαυτού σας πόλεμο; Και να βγείτε νικητές από αυτόνε τον πόλεμο; Μπορείτε να σταματήσετε τις κουτουράδες και τις κακοκεφαλιές;
Άλλα σας λέει ο δασοκόμος, άλλα κάνετ’ εσείς.
Δεν είμαστε άλλοι εμείς κι άλλοι εσείς.
Όλοι είμαστε το ένα μας. Εσείς ζείτε στο δάσος και εμάς μας έχετε συμβούλους, για να γλιτώνετε από τις κατεβασιές.
Κι άλλα καλά έχετε. Κυνήγι, κάστανα, αέρα καθαρό.
Τι χρειάζονται τα πολλά λόγια σ’ εσάς; Μέσα στο δάσος είστε μεγαλωμένοι.
Είμαστε δυνατοί!» απάντησαν. «Μπορούμε να τα πράξουμε αυτά!»
«Όταν βεβαιωθώ κι από τα έργα σας, πως το σέβεστε το δάσος, τότε κι εγώ θα προτείνω στο Κράτος, να σας δώσει τα πεύκα, που είναι από πέρα κι από δώθε στο χωριό και τις καστανιές, που είναι από το φαράγγι τον ανήφορο.
Είναι δάσος προστατευτικό και προκόβει καλύτερα, όταν το περιποιούνται νοικοκυραίοι.
«Κι εγώ θα γράψω στο Υπουργείο, να σας φτιάσει τα γεφύρια», πρόστεσε ο νομάρχης.
«Κύριε νομάρχη, κύριε δασάρχη» απάντησε ο πρόεδρος κομπιαστά:
«Πώς να σας ευχαριστήσουμε και σας και την Κυβέρνηση, για το μεγάλο ενδιαφέρον που δείξατε για μας;»
Το Κράτος κι εμείς δεν κάμαμε τίποτε παραπάνω από το χρέος μας. 
Γι αυτό την έχουμε την Πατρίδα. Να βοηθούμε ο ένας τον άλλον απάνω στον κίνδυνο και στην ανάγκη», απάντησε ο νομάρχης.
Ο δασάρχης δεν είπε άλλο λόγο. Όμως ο πρόεδρος το ξαναείπε:
«Κύριε δασάρχη να το θυμάστε!
Σας δώσαμε το λόγο μας και θα γίνεται από δω και πέρα ότι προστάζετε».

127. Κάλλιο αργά παρά ποτέ
Θέλουνε να τους κρατήσουνε στο χωριό, για να τους περιποιηθούν, αλλά δε μένουν οι Αρχές, γιατί κάτω στην έδρα τους, τους περιμένουν άλλα ζητήματα.
Κανονίζουνε βλέπεις, υποθέσεις ενός νομού!
«Έχετε γεια!» «Αφού είστε βιαστικοί, κοπιάστε στο καλό!»
Καβαλικεύουνε και ξεκινούνε τον κατήφορο σφιχτοκρατώντας τα λουριά,
γιατί τα άλογα είναι ανυπόμονα να πιλαλήσουν, ενώ οι χωριανοί δεν αποφασίζουνε να μείνουνε και τους συνοδεύουν ως κάτω στην έξοδο της Στενής. Εκεί γυρίζουν οι αντιπρόσωποι του κράτους τα άλογα κατά πίσω, αποχαιρετούνε τελειωτικά τους χωριανούς και παίρνουνε δρόμο ανάμεσα στον κάμπο. Ας πάνε στην ευκή τού Χριστού και της Παναγίας!
Φέρανε στο χωριό τη γαλήνη. Έφυγε ο βραχνάς, που πάτησε δυο μέρες τα στήθια των χωριανών, κι ήρθαν οι καρδιές στον τόπο τους.
Ο Γιάννης στη συμφορά, δεν έλειψε ούτε στιγμή από το μαγαζί. Παρηγορούσε κι έδινε θάρρος. Πολύ πρόσεχε τα λόγια του. Να μην προσωποδείρει, να μην πληγώσει κανέναν. «Έχουνε τον καημό τους, να τους φορτώνομαι κι εγώ, θάναι διπλή η στενοχώρια τους», στοχάζεται.
Στήν εξουσία δεν πλησίασε καθόλου. Όχι γιατί λιγόστεψε ο παλιός του σεβασμός, παρά για να βρίσκουνε καιρό, να πλησιάζουν οι χωριανοί. Νιώθει βαθειά ικανοποίηση, γιατί είχε βρει εξαρχής το σωστό δρόμο, κι αιστάνεται εξαιρετική χαρά, γιατί άκουσε τα δασάρχη να λέει στους χωριανούς και να το παραδέχονται αυτοί, πως Κράτος και πολίτες είναι το ίδιο πράμα.
Επιτέλους το καταλάβανε· «Κάλλιο αργά παρά ποτέ».

128. Οι φίλοι του πράσινου
Όλες οι αντιρρήσεις, όλα τα εμπόδια, που σώριαζαν οι γέροι στο δρόμο της νέας γενεάς, παραμερίστηκαν.
Εκείνη η επιμονή: «ν’ αφήσουμε το κάθε τι, όπως το βρήκαμε από τον πατέρα μας», έγινε συντρίμμι με μιας, θαρρείς τήνε πήρε η κατεβασιά κι αυτή μαζί με τα δέκα σπίτια. Και τα λόγια του δασάρχη, ήταν ο επικήδειός της.
«Το βλέπομε, έτσι είναι, όπως το λέτ’ εσείς. Αλλά εμάς πέρασε πια ο καιρός. Αυτές οι δουλειές χρειάζονται τρεξίματα, θέλουνε νιάτα! Εμπρός εσείς οι νέοι κι από κοντά θα βοηθούμε κι εμείς, όσο μπορούμε».
Οι γέροι είπανε το λόγο κι οι νέοι βαλθήκανε να τον κάμουν έργο.
«Όταν άνθρωποι-πολλοί μαζί-παίρνουν απάνω τους έργο,
το πρώτο που χρειάζονται», τους είπε ο δάσκαλος, «είναι να οργανωθούνε. Για να μπορούνε να καταμερίζουνε τη δουλειά».
Καμιά αντιλογία δεν ακούστηκε. Αναλάβανε τότε ο δάσκαλος, που είπε τη γνώμη, ο δασοκόμος κι ένας από τους χωριανούς, να οργανώσουνε τις δυνάμεις του χωριού, κάνοντας ένα σύλλογο.
Την πρώτη Κυριακή μετά τη θεία Λειτουργία, σήμανε η καμπάνα και μαζευτήκαν όλοι στην πλατεία. Ο δάσκαλος, νέος τούτος από τη Στενή, ανέβηκε στο γραφείο της κοινότητας, βγήκε στον εξώστη και διάβασε, ένα προς ένα τα άρθρα του καταστατικού.
Ο Γιάννης δεν ανήκει στη νέα γενεά. Κι όμως χρησιμεύει αυτή την ώρα, όσο κανείς άλλος. Ο Γιάννης δεν είναι γέρος, «θα πεθάνω κάποτε! Ναι!
Το παραδέχομαι! Αλλά να γεράσω ποτέ! Γεράζει το μυαλό;» λέει.
Κι όταν κουνούνε μερικοί το κεφάλι, για να δείξουνε την αμφιβολία τους, συμπληρώνει: «Οι γέροι δίνουνε τις πιο γνωστικές ορμηνειές!»
Πόσο χαίρονται οι νέοι, που τον έχουνε μαζί τους!
Απάνω απ’ όλα είναι και ζωντανή ιστορία του λόγγου.
Ο Γιάννης πρότεινε και μπήκανε στο καταστατικό και τούτες οι διατάξεις:
- «Όποιος αφήνει τη γίδα του λυτή, πλερώνει στο ταμείο του συλλόγου πρόστιμο 25 δραχμές, για κάθε φορά, ανεξάρτητα από την πλερωμή της ζημιάς στους νοικοκυραίους ή στο Κράτος».
- «Όποιος κόβει κοντοέλατο ή κοντόπευκο, πλερώνει για κάθε δεντράκι 25 δραχμές στο ταμείο του συλλόγου, εκτός από το πρόστιμο και την ποινή, που του βάνει το δικαστήριο».
Οι χωριανοί δίνοντας το λόγο τους στο δασάρχη, δεν είχανε σκεφτεί καθόλου τις οικόσιτες γίδες. «Τι ζημιά μπορεί να κάμει ένα ζωντανό!  Ο Γαλάνης» - που τις μουσκετάριζε επί τόπου  - «είναι ένας ιδιότροπος!»
Έτσι λέγανε και τα είχαν όλοι μαζί του, γιατί τις σκότωνε. Αν δεν ήταν
ο Γιάννης, χωρίς να το καταλάβουνε, θα βγαίναν από το λόγο τους.
Έπειτα, θέλει ένας να κλείσει μια αμποριά στον κήπο του, κόβει ένα σγατζόπευκο. «Τί είναι αυτό! Να κόψεις μάλιστα, είναι ζημιά!» 
Δε στοχάζεται, όταν το κόβει κι ύστερα, που δικαιολογιέται έτσι, πως από μικρό δεντράκι γίνεται μεγάλος πεύκος;
Κατόπιν έρχονται οι γυναίκες. Θέλουνε κλαριά να κάψουνε το φούρνο, να ψήσουνε τα καρβέλια. Σιάκ, με τις ασπαλαθιές μαζί, κόβουνε και τα ελατάκια και τα πευκάκια και δεν τόχουνε για τίποτε!
«Ε  και τι είναι αυτό! Μιλείς για ένα σγατζόπευκο». Για ένα κοντοέλατο!
Να ήτανε και κανένα χαϊδεμένο κλαρί», λένε άμα τους κάμει κανείς παρατήρηση: Γιατί το κόβετε;»
Ο Γιάννης έχει προσέξει, πως αυτή είναι η αιτία, που δεν αφήνει τα έλατα να κατεβούν από τον «Ανήλιο» μέσα στο χωριό, να σμίξουν εδώ με τα πεύκα. Χιλιάδες φυτρώνουνε και μυριάδες φουρνίζουν οι γυναίκες κάθε χρόνο.
Άμα ψηφίστηκε το καταστατικό, οι νέοι θελήσανε να βάνουνε το Γιάννη πρόεδρο. «Αδύνατο ! Μην το κάνετε καθόλου λόγο!»
—«Δεν μας καταδέχεσαι;»
—«Κάθε άλλο! Αλλά ο σύλλογος έχει φροντίδες. Αυτές θα με δέσουνε.
Δε θάμαι λεύτερος, να πετιέμαι όποτε μου βουληθεί στο λόγγο. Κι είμαι μαθημένος! Δε μπορώ τώρα σε τέτοια ηλικία, ν’ αλλάξω τις συνήθειές μου.
Έπειτα έχω και τις φροντίδες του σπιτιού. Έχω οικογένεια.
Και στο κάτω - κάτω δε βλέπω και την ανάγκη.
Τόσοι νέοι είστε, γιομάτοι όρεξη».

129. Να κόψομε εμείς τις συνήθειές μας  με το τσεκούρι
Όταν ταχτοποιήθηκε το συμβούλιο, ο Γιάννης πήγε και τους αντάμωσε όλους μαζί, εκεί που συνεδρίαζαν.
«Εγώ γυρίζω ολημερίς στο λόγγο κι έχουνε δει πολλά τα μάτια μου», τους είπε. «Δεν είναι αρκετή μονάχα η διάθεση που έχομε, να κρατήσουμε το λόγο μας απέναντι στο κράτος. Χρειάζεται να γνωρίζουμε, πως θα καταφέρομε, να μην παραστρατήσει κανείς και ρεζιλευτούμε όλοι.
Ένας ποντικός τρώει το ψωμί, αλλά τα ποντίκια τόφαγαν ακούς να λένε.
Ένα σωρό δεντράκια χάνονται κάθε μέρα. Το παιδί παίρνει από το σπίτι τη μαχαίρα. Δυο βήματα είναι μακριά το δασάκι. Έχει δει τον πατέρα του να κόβει δέντρα. Θέλει κι αυτό να καταφέρει την ίδια δουλειά. Πόσα πευκάκια, πόσα ελατάκια δε βλέπω εγώ σκυλοφαγωμένα γύρω-γύρω από τις μαχαιριές.
Άλλα πέφτουν, άλλα στέκονται βαριά πληγωμένα.
Το τσοπανόπουλο ευχαριστιέται να παίζει, ξεφλουδίζοντας τα κλαριά! 
Που ξέρει αυτό, τι σημασία έχει η φλούδα για το δέντρο;
Ο ξυλοκόπος βαδίζοντας ανάμεσα στο δάσος, δίνει στο πεύκο που ορθώνεται πλάι στο δρόμο, μια τσεκουριά, για να δοκιμάσει, αν είναι κοφτερό
το τσεκούρι του. Μια θα δώσει αυτός. Τη δεύτερη θα τήνε δώσει άλλος
και τρίτος την άλληνε, ώσπου να το αποτελειώσουνε το κλαρί.
Ο στρατοκόπος, πιάνει τις κορφές από τα ελατάκια και τις δένει κόμπο.
Θέλει να δει, τι θα γένει με χρόνια αυτός ο κόμπος.
Έτσι βλέπεις ένα σωρό σακάτικα έλατα δεξιά-αριστερά στο δρόμο.
Αντί να κόβονται τα κλαριά, δώσαμε το λόγο μας και σωστό είναι, να κόψομε εμείς τις συνήθειες μας με το τσεκούρι.
Δε χρειάστηκε να βάνουνε τα δυνατά τους, για να πετύχουνε να μη βλάφτεται το δάσος. Και τι ήταν αυτό!
Μήπως ζητούσε το δάσος, να κοπιάσουνε για λόγου του;
Η μόνη θετική δουλειά που χρειαζόταν, ήτανε τα παλούκια εκεί στο λειάσμα. Κι αυτά για να δασωθεί το μέρος πιο γρήγορα. Αλλιώς ο άνεμος θα κουβαλούσε μόνος του εκεί τους σπόρους της πλατάνας.
Μόλις πάτησε η άνοιξη - δεν είχε ακόμη καλά ξεχιονίσει – οι φίλοι του πράσινου, έχοντας επικεφαλής το δασοκόμο, φορτώσανε τα μουλάρια τους παλούκια, πήρανε κι όσα σήκωνε καθένας στον  ώμο του και τα ξεφορτώσανε πλάι στο λειάσμα, σειρά τον ανήφορο. Κατόπι βάλθηκαν όλοι και τα μπήξανε στη γης, όπως τους είχε πει ο δασάρχης.
Την ίδια χρονιά πρασίνισε κιόλας το λειάσμα. Τα παλούκια ξεβλαστώσανε και τότε απλώθηκε απάνω στο γυμνό ένα αριοπλεγμένο δίχτυ, που τέντωσε και δέθηκε από όλες τις άκρες ολόγυρα στο λόγγο. Είναι βαμμένο πράσινο, μα πιο ξέθωρο από το δάσος γύρω. Αυτό είναι το χρώμα της πλατάνας.



130. Κατά τον κάμπο
Άμα τελείωσαν αυτή τη δουλειά, δεν είχανε να κάμουνε στο δάσος άλλο τίποτε. Τότε δε σταυρώσανε τα χέρια οι φίλοι του πράσινου. Δεν είπανε: «τελείωσε, αυτό ήταν όλο» και να καθήσουνε, περιμένοντας και παινέματα από το χωριό. Μέσα τους καίει ιερή φωτιά κι η ορμή για δουλειά ξεχειλίζει. Πού θα ξεχυθεί τώρα αυτή; Στον κάμπο! Αυτός είναι γυμνός. Τίποτε άλλο από αγριαπιδιές - αφημένες εδώ κι εκεί για ήσκιο - δε βλέπεις. Αυτός ο κάμπος έχει σχηματιστεί από προσχώσεις. Χώμα κοκκινόμαυρο μπόια βαθιός.
Δε βρίσκεις ούτε ένα πετραδάκι μέσα.
Τώρα ήρθε ο καιρός, να γίνουν εκείνα που ονειρευότανε ο Πανταζής, για καρυδιές, ελιές, συκιές και μυγδαλιές.
Και δεν είναι λίγος ο κάμπος, τέσσερεις ώρες διάστημα του πλάτους κι άλλες τόσες του μάκρους.
«Όχι Στενή με τις δυο χιλιάδες τους ανθρώπους της ζει αυτός άμα δεντροφυτευτεί, παρά αγρόπολη με είκοσι φορές περισσότερο πληθυσμό».
Έτσι στοχάζονται οι φίλοι του πράσινου. Κι ο στοχασμός τους αυτός, τους αρματώνει με θέληση αδάμαστη, να φέρουνε τέλος σ’ αυτό το έργο.
Αγοράζουνε πέντε στρέμματα τόπο στο «Κεφαλάρι» και τόνε χαρίζουνε
στο σκολειό.
«Σας δίνομε τον τόπο, θα σας δώσομε και τα έξοδα και τη δουλειά μας κύριε διευθυντή, να το κάμετε φυτώριο. Να βγάνετε δέντρα πολλά. Έτσι μονάχα θα σωτηρευτεί το χωριό», είπε το συμβούλιο στο δάσκαλο, όταν πήγανε να
του ανακοινώσουν όσα αποφασίσανε.
—«Σκέφτεστε γνωστικά! Σας συγχαίρω και σας ευχαριστώ για τη δωρεά!»
—«Ποια δωρεά; Σ’ εμάς τους ίδιους μένει το αγροκήπιο. Του χωριού είναι το σκολειό. Γιατί να μας ευχαριστείτε;  Επειδή σας βάνομε σε παραπανιστό κόπο;»
—Για μας δεν είναι κόπος. Κι αν θελήσομε να πούμε πως είναι μικρός κόπος, σβήνει αυτός στη στιγμή, από τη χαρά που νιώθουμε, όταν αντικρίζομε την πρόοδο και μπορούμε κι εμείς να δώσουμε χέρι, να πάει ο λαός στο καλύτερο.

131. Περιμένοντας ήμερες καλύτερες
Ο καιρός περνάει. Και χρόνο με το χρόνο, η Στενή βαδίζει από το καλό στο καλύτερο. Από τις πλαγιές το δάσος, σα «χιλιοπόδαρος», απλώνει από χίλιες μεριές να σμίξει με τα σπίτια της Κλεισούρας. Ήτανε τα πεύκα. Κατεβήκανε τα έλατα, ανέβηκε το πουρνάρι, η αριά κι ο λαύρος και φέρανε τον κούκο να λαλεί μέσα στο χωριό. Μονιασμένοι οι χωριανοί με την εξουσία, έχουν ότι τους χρειάζεται από το δάσος. Ακόμη και ξυλεία καστανίσια.
Το καθετί γίνεται με τη γνώμη του δασαρχείου. Το δασικό κεφάλαιο, η μάζα
το ξύλο, αβγατίζει από χρόνο σε χρόνο. Επόμενο είναι και τα δασικά προϊόντα ν’ αυξαίνουνε προοδευτικά. Από το άλλο μέρος, ο κάμπος αρχίζει να πρασινίζει, βούλες-βούλες. Κι οι χωριανοί θρέφονται με τη μεγάλη ελπίδα, πως το Κράτος θα τους παραχωρήσει τον καστανόλογγο.
Τους τον έταξε ο δασάρχης:
«Δείξτε αγάπη στο δάσος» τους είπε, «κι εμείς θα εισηγηθούμε στην Κυβέρνηση, να σας το δώσει δικό σας το δάσος».
Και δείξανε την αγάπη τους με το παραπάνω. Δεκαοχτώ χρόνια τώρα, κλαρί δεν πόνεσε εξαιτίας τους. Κανένανε δε κατάγγειλε ο δασοκόμος, κανένανε δε δίκασε το δικαστήριο για δασικό ανόμημα.
«...Πλησιάζει ο καιρός. Δεν πιστεύομε να μας δοκιμάσει περισσότερο το Κράτος», λένε.

132. Ήρθε η στερνή μας ημέρα;
Είναι απομεσήμερο, η ώρα δύο. Δεν υποφέρνεται η κάψα.
Τι κάημα, τι λιοπύρι! Θαρρείς καίγεται ο τόπος. Στη Στενή, που δεν ξέρουνε
– το καλοκαίρι – τι θα πει κάψα, σήμερα νιώθουνε τον αέρα ζεστό και τους πιάνεται ο ανασασμός. Δεν θυμούνται άλλη φορά τέτοια κουφόβραση.
Τα ζωντανά στους ήσκιους λαχοδέρνουνε κι οι άνθρωποι έχουνε καρώσει.
«Τι λίβας είναι Παναγία μου! Αν δε μας λυπηθεί ο Θεός να δροσίσει, θα σκάσουμε!» Έτσι είπε μια γριά. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει καλά-καλά το λόγο της και να, ένας τσοπάνης αγναντεύει στο καταράχι, χουϊάζει και τρέχει κιόλας τον κατήφορο κατά το χωριό, φωνάζοντας άπαυα.
«Τι φωνάζει αυτός; Κάτι τρέχει!» λέει ο κάθε χωριανός και πετιούνται από τον ήσκιο τους. Ακροάζονται, βάνουνε τις παλάμες τους, για να μεγαλώσουνε τα αυτιά τους. Και κάποια στιγμή, πρώτος ο δασοκόμος ξεχωρίζει τη φωνή:
— «Φωτιά ! Φωτιά!»
Τρέχει μόνος του και κρεμιέται από το σκοινί της καμπάνας.
Στο άκουσμα αλάλαξε το χωριό. Αυτοί που φαινόντανε πως είχανε παραλύσει από τη ζέστη, τιναχτήκανε, σα να πέρασε ηλεκτρισμός από το κορμί τους. «Πυρκαϊά!» βαρεί η καμπάνα. Δεν είναι μικρό!
Φροντίδες, κόποι κι όνειρα τόσων χρόνων, σβήνουνε τούτη την ώρα! Πυρκαϊά στο λόγγο! Κι όταν θα γίνει το δάσος στάχτη, θα πάνε κατανέμου μαζί μ’ αυτή κι οι ελπίδες των χωριανών. Και θα κατεβεί κατόπι το ποτάμι.....
«Ήρθε η στερνή μας ημέρα;» «Ως τα τώρα ήμαστε;» αναρωτήθηκε καθένας μέσα του.
Δυο λεπτά χρειάστηκε ο τσοπάνης, ως να φτάσει στο χωριό.
Αιώνας φάνηκε στους χωριανούς αυτό το διάστημα. Τον τριγυρίζουνε:
«Που;» τόνε ρωτούν όλοι από ένα στόμα. «Στον Απόγκρεμο».
Ευτύχημα για τη Στενή. Είναι ακόμη μακριά και μπορούνε να προλάβουν. Είναι πέντε ώρες μακριά, αλλά τη βοηθάει ο άνεμος, φυσάει δυτικά και τήνε φέρνει ανατολικά. Έχει θεριέψει, μέσα σε πευκιάδες που έπεσε.
Καιρό δεν έχουν οι χωριανοί για χάσιμο.
Γοργά ετοιμάζουνε τα φτυάρια, τα τσαπιά και τα τσεκούρια.

133. Ο χασάπης λαχταράει πότε να φτάσει η φωτιά να φάει το δάσος
Ξεχώριος απ’ όλους είναι ο χασάπης. Κρυφογελάει μέσα του. Θέλει, λαχταράει πότε να φτάσει η φωτιά, να φάει το δάσος ! Να γίνει ο λόγγος κάψαλο, να χωθεί στο χορτάρι, να πετάξει νιο κλαρί, για να βοσκήσουνε, να παχύνουνε τα σφαχτά του. Χρήματα θέλει αυτός. Για το χωριό δεν τόνε μέλει
Ας χαλάσει, πηγαίνει και σφάζει αλλού. Αυτά σκέφτεται!
Αλλά δεν τόνε ρωτάς, τολμάει να τα πει σε κανέναν;
Με τις πέτρες θα τόνε θάψουνε, να πάει πρώτος αυτός κι ύστερα το δάσος.
Δεν κοτάει μάλιστα, ούτε να μείνει στο χωριό.
Όχι από το Νόμο, που τον υποχρεώνει να δώσει χέρι, για να σβήσει 
η πυρκαϊά, παρά από την οργή του λαού.
Γι’ αυτό μόλις το μάθανε, κατά που είναι η φωτιά κι είπανε ποιο δρόμο θα πάρουνε, για να της βγούνε μπροστά, ο χασάπης ξέκοψε πρώτος και μόνος του τον ανήφορο. «Εγώ πηγαίνω», είπε, «άμα ετοιμαστείτε, έρχεστε κι εσείς από κοντά». Άλλα μόλις ξεμάκρυνε ως χίλια μέτρα από το χωριό, ρίχνει ολόγυρα μια ματιά κι αφού βεβαιώθηκε, πως κανείς δεν τόνε βλέπει, αφήνει το δρόμο, περνάει το ποτάμι και χώνεται στην κουφάλα μιας πλατάνας, την πέρα μεριά. Χοντρός όμως όπως ήτανε, δε χωρούσε καλά και δεν κρύφτηκε όλος.
Τα πόδια μείναν έξω και τα συμμάζεψε κατά το κορμί της πλατάνας. Φαινότανε κι η ούγια της φουστανέλας του.
Έτσι, όταν ανηφόρισαν οι χωριανοί και τραβούσαν ίσια, ολότελα στην τύχη, τόνε λόγιασε το μάτι του μπάρμπα-Κώστα του Καλιμπά. Και τόνε γνώρισε κιόλας στη στιγμή. «Α, χασάπης!» «Α, χασάπης !» Ήθελε να πει:
«Να ο χασάπης !» και γέλασε για το χάλι του.
Όλους τους έκαμε να γελάσουνε, χωρίς να έχουν όρεξη.
Όπως η γριά Ιάμβη η υπηρέτρια του Κελεού, του βασιλέα της Ελευσίνας με τα χωρατά της, έκαμε για πρώτη φορά, τη Δήμητρα να γελάσει.
Η θεά τριγυρνούσε παντού, εννιά μέρες κι εννιά νύχτες νηστική και μεταμορφωμένη σε γριά γυναίκα. Κρατώντας αναμμένα δαδιά, έψαχνε να βρει την Περσεφόνη της. Τότε τήνε φιλοξένησε ο Κελεός κι αυτή τη φορά ήτανε, που είπε τα αστεία της η Ιάμβη.
Ο αστυνόμος έστειλε ένα χωροφύλακα και τον έφερε το χασάπη με τη βία. Ακολουθούσε με κρεμασμένα μούτρα, σα μουντζουρωμένος.

134. Αντιπυρική ζώνη
Στο τρίστρατο βγήκε μπροστά τους ο Γιάννης, κατεβαίνοντας από την «Κερασιά». Δεν είχε ακούσει τις καμπάνες, αλλά ψηλά καθώς ήταν, είδε τον καπνό και δεν τόνε χώρεσε ο τόπος.
Όλοι μαζί τραβήξανε βορειοδυτικά και σε δυο ώρες έχουνε φτάσει στις «Αλαταριές». «Σταθείτε», τους είπε
ο δασοκόμος κι αφού καταπάτησε το μέρος, συνέχισε: «Χωριστείτε σε δύο! Οι μισοί, να κόψετε τα δέντρα εδώ και να θαμνέψετε καλά τα χαμόκλαρα. Ρίζα να μην αφήσετε.
Να πιάσετε από δω και να βγείτε ως απάνω στο ξέφωτο.
Ν’ ανοίξετε μια λουρίδα. Οι άλλοι μισοί ελάτε μαζί μου, να κατεβούμε, ν’ αρχίσουμε από χαμηλά και να φτάσουμε ως εδώ.
Ένα φαράγγι κατέβαινε και σχημάτιζε ορθή γωνιά με την ίσια γραμμή που του ερχότανε κάθετα, από το μέρος της φωτιάς. Αυτό το φαράγγι ήταν το όριο του δάσους της Στενής.
Οι χωριανοί σταματήσανε σε μια ράχη παράλληλη στο φαράγγι.
Από αυτή ως βαθιά στο φαράγγι,
η πλαγιά ήταν ελατιάς.
Ο καστανιάς έφτανε ως τη ζύγρα. Στο ζυγό, αγνάντια κατά το φαράγγι, τους τοποθέτησε ο δασοκόμος, ν΄ ανοίξουνε την αντιπυρική ζώνη. «Το φαράγγι είναι βαθύ, αλλά δεν ωφελεί», σκέφτηκε  ο δασοκόμος. «Τα κουκουνάρια σκάζουνε και σίγουρα θα περάσουνε στην από δώθε πλαγιά, δρασκελώντας το φαράγγι.
Εδώ στη ζύγρα μόνο μπορεί να κοπεί η φωτιά».
Οι χωριανοί ριχτήκανε στη δουλειά. Συνταχτήκανε κι έτσι προλάβανε νάναι έτοιμοι, την ώρα που χρειαζόταν. Ίσια-ίσια τελείωσαν: η φωτιά το πέρα δάσος κι αυτοί την αντιπυρική ζώνη. Τώρα η φωτιά είναι στο χείλι του φαραγγιού. Από χίλιους γκρεμούς, σα φουσκωμένα κόκκινα πανιά θεόρατων καραβιών, ανεμίζουν οι φλόγες, να περάσουνε στη δώθε μεριά.
Αυτό όμως για μια στιγμή. Πίσω βλέπεις, έχει γίνει στάχτη το δάσος και μπρος τους δε βρίσκουν οι φλόγες τι να φάνε.
Συμμαζεύονται γι’ αυτό, κομματιάζονται, τυλίγεται κάθε μια σ’ έναν πεύκο,
σ’ έναν έλατο, που έχει το κορμί πιο πυρό κι από τη φλόγα και κατόπι σβήνουν αυτές κι αφήνουνε να κοκκινίζει το καρβουνιασμένο κορμί  με τα
πυροφαγωμένα κλωνάρια, καρβουνιασμένα κι αυτά.

135. Το γλιτώνουνε το δάσος
Έπειτα έρχεται η σειρά του καπνού. Βέβαια, ύστερα από τη σπίθα, αυτός παρουσιάζεται πρώτος, αλλά η φλόγα τόνε μεριάζει και προσπαθεί να το καρβουνιάσει όλο το ξύλο. Έρχεται ωστόσο στιγμή, που πέφτει η φλόγα και τότε αυτός μένει κυρίαρχος στον αέρα, ώσπου να γίνει το καθετί στάχτη.
Ημέρες ύστερα από την πυρκαϊά, καπνοί βαρείς ανεβαίνουνε από τα μαύρα κούτσουρα πλαγιαστά στον αέρα, όπως σηκώνονται στο φτερό τα χορτάτα όρνια που θερίζει τα κοπάδια ο ψόφος.
Οι χωριανοί ανασαίνουνε βαθιά. «Κόπηκε», λένε και παρακολουθούνε τις φάσεις της πυρκαϊάς: φλόγα, κάρβουνο κι ύστερα... Δεν έχουνε φτάσει στον καπνό, όταν φουντώνει από δώθε η πλαγιά σε δέκα μεριές.
Ο δασοκόμος, δεν έπεσε έξω στους λογαριασμούς του. Τα κουκουνάρια διαβήκανε το φαράγγι. Όσο να γυρίσουν οι χωριανοί να δούνε, το κατάπιε
ο κόκκινος δράκος το δάσος της πλαγιάς και σύρθηκε βουίζοντας, φυσώντας, σκάζοντας, τρίζοντας, ως την αντιπυρική ζώνη. Εδώ δε βρίσκει τι να φάει. Καταχώνιασε δάσος οχτώ ώρες μάκρος κι έξι πλάτος! Κι όμως τόνε βασανίζει αχορτασιά και πέφτει στη γης, να ψοφήσει από την πείνα!
Όταν τόνε βλέπει ο άνεμος να παραδέρνει, συμμαζεύει όλη του τη δύναμη, ξεσηκώνει αναμμένα κλαριά και τα σπρώχνει να προσπεράσουνε την αντιπυρική ζώνη, για να σύρουν από κοντά το δράκο, να βάνει δόντι στον καστανιά. Αλλά σκοντάφτει σ’ αξεπέραστα εμπόδια. Οι φίλοι του πράσινου, κρατούνε διχαλωτά κοντάρια, μακριά σα φουρνόξυλα. Χτυπούνε μ’ αυτά τα αναμμένα κλαριά, τα κατεβάζουν από τον αέρα και τα κολλούνε στη γης.
Τα ξαναχτυπούν εκεί, τα πατούνε, ρίχνουν απάνω τους φτυαριές χώμα
κι έτσι τα σβήνουνε. Πολλοί έχουνε τσουρουφλιστεί από τη φωτιά.
Ο Γιάννης μάλιστα έχει και καψίματα. Κάποια στιγμή που όρμησε να γυρίσει πίσω τ’ αναμμένα κλαριά, τόνε τύλιξε η φωτιά, του άγλειψε το πρόσωπο,
του έκαψε τα μουστάκια και τα φρύδια και φούντωσε κι η φουστανέλα του. Σώθηκε, γιατί είχε την ψυχραιμία να κυλιστεί στο χώμα και βοηθήσανε κι
οι άλλοι να τόνε σβήσουνε. Όλη τη νύχτα ξαγρυπνήσανε στο πόδι οι χωριανοί.
Η φωτιά σαν αποκαρωμένος βόας, έτρωε τα αποκαΐδια της πλαγιάς.
Πρωί την άλλη ημέρα, ήτανε φανερό πια, πως δε χρειαζότανε τόσος κόσμος στη γραμμή. Η μάχη είχε τελειώσει. Συναχτήκανε τότε σ’ ένα μέρος, για
ν’ αποφασίσει ο αρχηγός - ο δασοκόμος - τι θα γίνει.
«Όλα τα σημάδια δείχνουνε πως κόπηκε, αλλά δεν είμαι κι εκατό τοις εκατό βέβαιος. Στη φωτιά δε βάνω μπιστοσύνη.
Το καλύτερο είναι, να μείνω εγώ και μερικοί από σας.
Οι άλλοι να κατεβείτε στο χωριό. Δε χρειάζεται εδώ τόσος κόσμος»,
είπε ο δασοκόμος. «Όπως διατάζεις», απάντησαν όλοι με μια γνώμη, με μια φωνή». Ο Γιάννης θέλει κι αυτός να μείνει. Με μεγάλη επιμονή τον καταφέρνουνε να φύγει για το χωριό. Είναι ανάγκη να τόνε  φροντίσει γιατρός, γιατί το πρόσωπό του έχει σηκώσει φουσκάλες.
Είναι φανερό, πως θα υποφέρει ημέρες.
Ευχαριστημένος φεύγει, σα να μη του συμβήκε αυτό το δυσάρεστο.
«Πόλεμο είχαμε παιδιά! Που ακούστηκε μάχη χωρίς πληγωμένους! 
Το καλό είναι πως νικήσαμε. Τα άλλα όλα γιατρεύονται. Φυλάχτε καλά λεβέντες! Γεια σας! Είπε, αποχαιρετώντας το δασοκόμο και τους φίλους
του πράσινου. Και κατηφόρισε.

136. Έχουνε μυαλό παιδιού τριών χρόνων;
Κατεβαίνοντας στο χωριό, βρήκανε το δασάρχη κι έναν αξιωματικό του μηχανικού, το μοίραρχο της χωροφυλακής, δασονόμους, δασοκόμους, χωροφύλακες και φανταράκια. Είχανε τρέξει στον τόπο που πρωτάναψε
η φωτιά και γλιτώσανε κάμποσο δάσος. Και τώρα ήρθανε κατά τη Στενή,
να της βγούνε μπροστά της πυρκαϊάς, αλλά μάθανε, πως κόπηκε και σταματήσανε στο χωριό.
Ο δασάρχης, ενώ έδινε διαταγές και οδηγίες, πως να πολεμούνε τη φωτιά, ρωτούσε κιόλας τα τσοπανόπουλα, τις γυναίκες κι όποιονε συναντούσε:
πως άναψε η πυρκαϊά. Είχε υποψία πως η φωτιά ήτανε βαλτή: εμπρησμός.
Αποδείχτηκε πως η υποψία του δεν ήτανε σωστή.
Εδώ δε βάνανε φωτιά στα δάση. Το είχαν αυτό το καλό.
Αλλά τι ωφελεί; Κάναν άλλες κακοκεφαλιές.
Άναβαν οι τσοπάνηδες φωτιές αναμεσίς στο δάσος, για να τυροκομήσουν.
Από μια στάνη έφυγε η φωτιά. Την άναψε ο τσοπάνης, έστησε τα κακκαβολίθαρα, έβανε απάνω το καζάνι με το τυρόγαλο κι ως να βράσει, πετάχτηκε αυτός πιο πέρα στην πηγή, να φέρει νερό. Δίπλα στη φωτιά ήτανε χαμόκλαδα κι ανάμεσά τους χόρτα ξερά και φρύγανα. Όπως η ίσκα, την αρπάξανε τα ξεράδια τη φωτιά, μόλις πήρε αεράκι. Κι όταν γύριζε
ο τσοπάνης, είδε από μακριά τον  καπνό, άκουσε τρίξιμο δυνατό κι αντίκρισε το λαμπρό που τύλιγε τα πεύκα. Πω πω! ρίχνει μια φωνή μ’ όλη του τη δύναμη. Από τα χέρια του, του απολυέται ο κουβάς κι η βεδούρα.
Ούτε το κατάλαβε καθόλου, πως του φύγανε τα αγγειά. Στην απελπισία του μόνα τους υψωθήκανε  τα χέρια και τραβάει τώρα τα μαλλιά του.
Παίρνει δρόμο όσο μπορεί, πετιέται στη βίγλα, ρίχνει φωνές
να τρέξουνε. Να κάμουνε τι; δυο τρεις άλλοι, που ήταν αγνάντια και τον άκουσαν. Το δάσος έγινε στάχτη. Πως μπορεί να ξαναφτιαστεί ότι χαλάστηκε;
Χιλιάδες οικογένειες ζούσαν από το δάσος. Ρετσίνι, φλούδα, καψόξυλα, δαδί, ξυλεία, βοσκή, νερό, δροσιά, αέρας, κυνήγι και χώρια το εισόδημα του Κράτους! Κι είναι ένας χρόνος ή δύο, που θα λείψουνε τα αγαθά του δάσους!
Λυπάται ο δασάρχης το χαμένο βιός, αλλά λυπάται και τον τσοπάνη, που θα σαπίσει στη φυλακή. Κι όμως δε μπορεί να γίνει κι αλλιώς. Η κακοκεφαλιά σέρνει ξοπίσω της το έγκλημα. Κι ο εγκληματίας θα τιμωριέται πάντα, γιατί με τα έργα του βουλιάζει τον κόσμο, όλη την κοινωνία.
«Δε μπορώ να καταλάβω», λέει ο δασάρχης, «τι τους πιάνει αυτούς τους ανθρώπους και δε θέλουν ν’ ακούσουνε τι τους διατάζει ο Νόμος. 
Πηγαίνουν ανάποδα. Λες και το κάνουν επίτηδες. Όπως τα μωρά παιδιά.
Τούτα, μόλις μάθουνε τί σημαίνει η λέξη θέλω, αρχίζουνε να μην ακούνε τι διατάζει η μητέρα. Δεν έχουνε καμιά πειθαρχία. Και κάτι παραπάνω. Κάνουνε πάντα το αντίθετο από ότι διατάζει η μητέρα. «Μη βγάζεις τα παπούτσια σου» του λέει, τα βγάζει αυτό. «Μην ανεβαίνεις στα καθίσματα» ανεβαίνει.
Έτσι το δείχνει πως κι αυτό έχει θέληση, πως κι αυτό είναι κάτι, πως περνάει
ο λόγος του.
Η μητέρα ξέρει καλά την επιμονή του και το φέρνει αυτή εκεί που θέλει, λέγοντάς του να κάμει το αντίθετο από εκείνο που επιθυμεί αυτή: «Βγάνε
τα παπούτσια σου». Δεν τα βγάζει. «Ανέβα στις καρέκλες». Δεν ανεβαίνει.
Αυτό όμως γίνεται, ως τον τέταρτο χρόνο της ηλικίας του.
Από κει κι απάνω, αρχίζει να καταλαβαίνει και συνηθίζει στην πειθαρχία.
Κι όχι ότι θέλει αυτό, παρά ότι είναι σωστό γίνεται.
Τι να πω; Οι άνθρωποι του βουνού είναι τόσο καθυστερημένοι;
Έχουνε μυαλό παιδιού τριών χρόνων; Μήπως χρειάζεται να τους διατάξομε, ν΄ ανάβουνε φωτιές μέσα στο δάσος, για να μην ανάβουνε; Τους δέρνει, μεγάλη αμορφωσιά!
Δεν ξέρουνε την καταστροφική δύναμη της φωτιάς!
Κόσμο που παίρνουνε στο λαιμό τους! Και μήπως γλιτώνουν οι ίδιοι από
τη συμφορά! Σκέψου τώρα αυτόνε τον τσοπάνη, τι ζωή θα περάσει!
Από τον αέρα τού δάσους στη μούχλα της φυλακής!»

137. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου
Όταν αντίκρισαν οι Αρχές τους χωριανούς να μπαίνουνε στη Στενή, καψαλισμένοι και μαυρισμένοι χέρια, πρόσωπα και ρούχα, δε βρίσκανε λόγια να εκφράσουνε την ευαρέσκειά τους.
Για το χασάπη, που να πούνε λόγο οι χωριανοί. Θα ντροπιαζόντανε. 
Και δεν τον είχανε και μαζί τους. Το κατάλαβε κι ο ίδιος ύστερα το λάθος του και - τάχα πως φυλάει τα σφαχτά του - έκαμε ημέρες να πατήσει στο χωριό, για να μην αντικρίζει χωριανό.
Το δειλινό ο δασάρχης πήγε επιτόπου. Έπρεπε να δει με τα μάτια του την καταστροφή, για να στείλει έκθεση στο Υπουργείο.
Το βράδυ γύρισε με το δασοκόμο και τους φίλους του πράσινου.
Οι χωριανοί τον καρτερούσανε συναγμένοι στην πλατεία. Κρατούσε στα χέρια του μια ματσούκα, ίσαμε το κοντάρι του Γιάννη ψηλή, αλλά πιο λιανή. Στάθηκε, σα να μην είχε πάρει τόσο δρόμο ολημερίς, στήριξε τη ματσούκα στη γης, κρατώντας την με το δεξί του χέρι, κοίταξε γύρω τους χωριανούς και τους είπε: «Δεν περίμενα να γενήτε θυσία για το δάσος.
Χρόνια είχατε δείξει εξαίρετη διαγωγή. Δεν αγγίζατε ούτε φύλλο. Αλλά να πατήσετε στη φωτιά, για να το γλιτώσετε, δεν το είχα φανταστεί κι αν μου το λέγανε δε θα το πίστευα.
Τώρα ήρθε καιρός να το πάρετε δικό σας το δάσος. Να σας παραχωρήσει το Κράτος πεύκα και καστανιές. Τα πεύκα θα τα παραχωρήσει στην κοινότητα. Να τα νοικιάζει στους ρετσινάδες, να παίρνει αρκετά χρήματα».
Μόλις ακούστηκε αυτός ο λόγος, νομίζεις  βγήκε ο Γιάννος ο Φαλαγγίτης από τον τάφο: «Δεν τα βαρούμ’ εμείς τα πεύκα, τα θέλομε για τ' αέρι
Δε γινόμαστε ρετσινάδες!» απάντησαν όλοι μ’ ένα στόμα.
—«Δεν έχετε δίκιο. Αν χαλούσανε τα πεύκα, φαντάζεστε πως εγώ,
ο δασάρχης, θα σας έβαζα να τα πελεκήσετε;
Απ’ όλους τους πευκώνες βγάζουμε ρετσίνι, που μπορεί να κινήσει «ποτάμι».
Αν ανοίξετε ένα λάκκο πέντε μέτρα μάκρος, 5 πλάτος και 4 βάθος, θα τόνε γεμίσετε εσείς ρετσίνι. Διακόσους τέτοιους λάκκους γεμίζει η Ελλάδα κάθε χρόνο. Κι όμως τα πεύκα δεν πονούν. Οι πευκώνες όλο αβγατίζουνε κι όλο και πιο πολύ ρετσίνι χύνουνε. Γιατί γίνεται επιστημονικά το πελέκημα.
Πρώτα-πρώτα, πεύκα με περιφέρεια κάτω από 0,80 μ. δεν τ’ αγγίζομε.
Είναι ανήλικα. Τα προσέχομε σαν τα μάτια μας. Αυτά  θ’ ανανεώνουνε
το δάσος. Η εντομή έπειτα δεν πρέπει για κανένα λόγο να ξεπερνάει σε πλάτος τα 0,15 μ. και σε ύψος τα 0,30 μ. Και τα μάτια σας τέσσερα, να μην ανοίξετε λακκούβα στο κορμί του πεύκου! Εξήντα χρόνια μπορείτε να εκμεταλλεύεστε έναν πεύκο. Τόσος καιρός φτάνει και με το παραπάνω
ν' ανανεώνεται το δάσος.
— «Εσείς ξέρετε», είπε ο πρόεδρος της κοινότητας και γυρίζοντας στους συντοπίτες του: «Όσα μας ορμήνεψε το δασαρχείο μας βγάναν όλα σε καλό, θα το πάρομε το δάσος και θα το διαχειριστούμε, σύμφωνα με τις οδηγίες που μας δίνει ο κ. δασάρχης. Κι αν έχομε και καμιά αμφιβολία, εδώ είναι
ο Δασοκόμος και κάτω το δασαρχείο. Γράφομε και ζητούμε πληροφορίες».
Σύμφωνοι όλοι! Για τις καστανιές δεν υπάρχει αντιλογία.
Μέσα σε έξι μήνες, τελειώσανε τα τυπικά και ξαναήρθε στο χωριό
ο δασάρχης, συντροφεμένος τούτη τη φορά από γεωπόνο. Χρειάζεται και
του γεωπόνου η γνώμη: Είναι το έδαφος κατάλληλο για δεντροκαλλιέργεια;
—«Είναι και πάρα είναι», γνωμοδότησε ο γεωπόνος.
Τελείωσε! Το Κράτος παραχώρησε τα πεύκα στην κοινότητα και τον καστανόλογγο στους χωριανούς.

138. Διανομή
Στο γραφείο της κοινότητας, συνεδριάζει τώρα το κοινοτικό  συμβούλιο,
για να κανονίσει τη μοιρασιά. Θα τις αριθμήσουνε τις καστανιές και θα τις λαχνίσουνε. Σ’ αυτή τη συνεδρίαση, έχουνε καλέσει και το συμβούλιο του συλλόγου. Να δώσουνε κι οι φίλοι του πράσινου την ιδέα τους, να πούνε
τη γνώμη τους.
 — Είναι σύμφωνοι σ’ όλα με το κοινοτικό συμβούλιο και μόνο ένα προτείνουνε παραπανιστό: «Να μπει ένας λαχνός παραπανιστός.
Κι αυτόνε να τόνε πάρει ο Γιάννης. Να πάρει διπλάσιες καστανιές,
για τους αγώνες του».
—«Τόνε ρωτήσατε το Γιάννη, αν το θέλει αυτό;» λέει ο πρόεδρος της κοινότητας.
—«Χρειάζεται ρώτημα; Μήπως θέλομε να τόνε ζημιώσουμε;»
—«Δεν τόνε ξέρετε καλά το Γιάννη. Εγώ δεν έχω αντίρρηση, άλλα δεν
το αποφασίζω, χωρίς να τόνε ρωτήσω».
Αναβάλανε το συμβούλιο, όσο να κατεβεί ο Γιάννης από το λόγγο.
«Με προσβέλνετε, αν αποφασίσετε τέτοιο πράμα!
«Α, το Γιάννη τον πλεονέχτη!» θα πει ο λαός. Γι αυτό τσαμπούναε τις καστανιές και τις καστανιές. 
Ήθελε διπλό μοιράδι! Αν είπα και κανέναν καλό λόγο για το λόγγο, μου τόχει ξεπλερώσει ο ίδιος με το παραπάνω. Από τα μικρά μου χρόνια βρίσκομαι εκεί μέσα. Καρπό, ανθό, αέρι, ήσκιο, βάλσαμα, κανένας δεν τα χάρηκε
σαν εμένα.
Τώρα που έρχεται κι ο λαός ν’ απολάψει κάτι, να βγω πάλι εγώ πρώτος;»
«Εμείς είπαμε, να σ’ ευχαριστήσουμε . . . αφού επιμένεις ... »
—«Αυτό δεν το δέχομαι, άλλη μια χάρη γυρεύω.
Να μ’αφήσετε, να πάρω διαλεχτά το λαχνό μου και σας το λέω τωραδά κιόλας, πούθε θέλω να πάρω: ψηλά εκεί στου Δεσπότη τη βρύση, εκεί θέλω να μου αφήσετε».
—«Διάλεξες το χειρότερο!» λέει ο πρόεδρος της κοινότητας.
«Εκεί οι καστανιές είναι όψιμες. Τελευταία ανεβαίνει εκεί η άνοιξη κι από κει ξεκινάει ο χειμώνας τον κατήφορο».
—«Οι καλύτερες καστανιές λέει ο πρόεδρος του συλλόγου, «είναι καταμεσής στο λόγγο!»
«Δεν με μέλει εμένα γι’ αυτό. Εγώ το χαίρομαι όλο το δάσος. Και τα ξένα κλαριά. Για να περνώ όλο το λόγγο, θέλω εκεί ψηλά τις καστανιές μου.
Μονάχα οι δικές μου, δεν μου γεμίζουνε την ψυχή. Τι να τις κάμω, τόσες έχω και στο περιβόλι μου. Θέλω να βλέπω λόγγο. Με γνωρίζουν εμένα πολλές καστανιές. Θέλω να περνάω, να τις βλέπω κι αυτές και τις φλέβες, απ΄ όπου έχω πιει νερό. Ξέρω πολλά μονοπάτια μέσα στο δάσος.
Απ΄ αλλού θα πηγαίνω το πρωί, απ’ άλλου θα γυρίζω το βράδυ.
Αν κλειστώ μέσα σ΄ ένα περιβόλι, θάναι μεγάλος καημός για μένα.

139. Άμα σου έρθει ένα καλό περίμενε και άλλο
Την χρονιά, που το Κράτος παραχώρησε στους χωριανούς το λόγγο, τελείωνε κι η δημοσιά, που αρχίζει από την πόλη του λιμανιού με τέρμα τώρα τη Στενή, αργότερα την πίσω θάλασσα. Ο πρόεδρος της κοινότητας φιλοξένησε το μηχανικό, όταν ήρθε να παραλάβει το έργο. Αυτός ο μηχανικός ήταν
ο ίδιος, που είχε επιβλέψει την κατασκευή και τα τεχνικά έργα.
Του είχε δοθεί λοιπόν ευκαιρία, να πληροφορηθεί την πρόοδο της Στενής.
Το βράδυ ύστερα από το φαγί, ήρθανε κι οι άλλοι σύμβουλοι
της κοινότητας στο αρχοντικό του προέδρου, να κάνουμε συντροφιά
του μηχανικού. Είπανε πολλά. Ο μηχανικός ρωτούσε για ζητήματα του χωριού, κι οι σύμβουλοι ζητούσαν οδηγίες, για γεφύρια, πως χτίζονται, για δρόμους.... όλο τεχνικά πράματα
«Τώρα που το Κράτος σας έφερε ως εδώ το δρόμο, εσείς να τόνε τραβήξετε ως το λόγγο», τους συμβούλεψε, ο μηχανικός.
«Εύκολο είναι», απάντησαν. «Αυτό περνάει από χέρι μας.
Άμα δουλέψουμε κάθε χωριανός, δυο μερομίστια προσωπική εργασία,
τόνε πήγαμε κιόλας μέσα στο λόγγο».
—«Φτιάστε τον και το Κράτος θα στείλει τον οδοστρωτήρα να τόνε χαλικοστρώσει. Άλλο κοινοτικό έργο δε στοχάζομαι  για την ώρα να
σας χρειάζεται».
«Κύριε μηχανικέ», είπε ο πρόεδρος, «εμείς θέλομε να χτίσουμε ένα καινούριο γραφείο της κοινότητας και να φέρομε και μια βρύση μέσα στο χωριό.
Κάτι να κάμουμε κι εμείς, να μην πούνε το χωριό: «Τους είδατε, τα αφήσαν
όπως τα βρήκανε. Ούτε ένα χαλίκι δε βάνανε πουθενά!
— «Άκουσε πρόεδρέ μου. Ένα κοινοτικό γραφείο, στοιχίζει πολλά. 
Δεν το βρίσκω σωστό ν΄ ανοιχτείτε σε τέτοια έξοδα!
Η Στενή δε μπορεί να μείνει για πολύ καιρό χωριό.
Πήρατε χιλιάδες στρέμματα καστανιές. Δεντροφυτεύετε χιλιάδες στρέμματα κάμπο. Αρχίζει τώρα κιόλας η κοινότητα, να παίρνει  χρήματα από το ρετσίνι. Κι ένα νέο εισόδημα φέρνει στο χωριό ο δρόμος. Η Στενή με τα δάση της, θα τραβήξει το καλοκαίρι τους ξένους, θα γίνει κέντρο τουριστικό.
Αν θέλετε να σας μιλήσω για το γραφείο της Νέας Στενής».
—«Ώστε να χτίσουμε νέο χωριό;»
—«Πολιτεία θα χτίσετε, όχι χωριό!»
—«Έχομ’ εμείς δυνάμεις, να χτίσουμε πολιτεία;»
—«Δε θα τήνε χτίσετ’ εσείς! Καθένας θα χτίσει το σπίτι του!»
—«Ώστε δεν είναι δική μας δουλειά!»
—«Πρώτα από κάθε άλλου, είναι δουλειά του κοινοτικού συμβουλίου»
—«Τί λέτε να κάμομε;»
—Το σχέδιο της Νέας Στενής!
«Εδώ είστε δυο χιλιάδες άνθρωποι, ένας απάνω στον άλλονε και στάβλους για τα ζωντανά, έχετε τα κατώγια σας! Ξεχάστε τον αυτόνε τον τρόπο της ζωής. Δε γίνεται να σταβλίζονται και να κυκλοφορούνε ζώα μέσα σε πόλη τουριστική». «Η ρυμοτομία θα σας το γκρεμίσει το χωριό, για να θεμελιώσει την τουριστική Στενή, με τα ξενοδοχεία της, με τις βίλες της, με τα θέατρα, τους κήπους, τις δεντροστοιχίες, τις πλατείες, τα άλση, τα γυμναστήρια. . . .»
—«Έτσι λογιού, θα καταντήσομε άστεγοι!»
—«Όχι! Όσοι μείνετε γεωργοί και κτηνοτρόφοι, θα κατεβείτε  κάτω, στην έξοδο του φαραγγιού, να χτίσετ’ εκεί την αγροτική Στενή».
—«Εκεί σχεδιάζετε, να γένει η νέα πολιτεία;»
«Εκεί, πού αλλού; Σαν βεντάγια θ’ ανοίξει δεξιά - αριστερά στην έξοδο η αγρόπολη, θα πατάει στον κάμπο και θα στηρίζει τις πλάτες της στο βουνό».
—«Εκεί είναι απλοχωριά. Όπου θέλει καθένας, χωράει να  χτίσουμε.
Για κει δεν μας χρειάζεται σχέδιο!»
—«Το σκέδιο δεν είναι για να μεγαλώνει τα οικόπεδα, παρά για να βάνει τα σπίτια στη σειρά. Να μην είναι άλλο μέσα άλλο έξω. Να κανονίσει που θα χτιστούν οι στάβλοι, οι αποθήκες…
Έπειτα για νάναι οι δρόμοι πλατείς και ίσιοι, να παίρνει αέρα η πολιτεία. Ορισμένο από πριν θάναι, που θα χτιστούν οι εκκλησίες, τα σκολειά, τα γυμναστήρια και το δημαρχείο.
Γιατί η Νέα Στενή, δε θα μείνει κοινότητα παρά θα γίνει δήμος!
Και μόνοι σας καταλαβαίνετε τώρα, πως πέρασε πια ο καιρός που χρειαζότανε μια βρύση μέσα στο χωριό. Θα χρειαστείτε το ποτάμι και δεξαμενές και δίχτυ νεροσωλήνες.
Άμα καλέσετε τους ειδικούς, θα σας φωτίσουνε για καθετί που πρέπει και μπορεί να γίνει. Και τότε θα σκεφτείτε, πως θα αντιμετωπίσετε τις δαπάνες αυτής της δημιουργίας».
—«Πότε θα γίνουν αυτά κύριε μηχανικέ; θα προφτάσομε να τα δούμε στις ημέρες μας;»
—«Μερικά ναι, όλα σίγουρα όχι!  Όμως αυτό δεν έχει να κάμει.
Όταν εμείς θεμελιώνομε πόλη, δεν συγκρίνομε τη ζωή της με τη ζωή μας.
Εμείς έχομε μεγαλώσει, σ’ είκοσι πέντε χρόνια και σ’ εκατό το πολύ τελειώνει η ζωή μας. Η πόλη όμως μπορεί  και χίλια χρόνια ζωή νάχει και πάλι να μην έχει φτάσει στην ακμή της. Είναι αδύνατο να ζήσουν αυτοί που θεμελιώνουνε την πόλη, να δούνε και το άνθισμά της». «Θα το αποφασίσομε κ. μηχανικέ».
140. Τους αξίζει αυτή η ανταμοιβή
Έχουν περάσει τρία χρόνια. Στον κάμπο, ένα αυτοκίνητο αργοκυλάει. Κατεβαίνει από ψήλωμα – με στροφές – τη δημοσιά κατά μια ρεματιά.
Φτάνει τώρα στο ποταμάκι. Δεξιά - αριστερά πλατάνια φουντωτά, μέτρια το ύψος, ησκιώνουνε την ποταμιά. Ανάμεσά τους φυλλομανάει και λουλουδίζει κόκκινη κι άσπρη ροδοδάφνη. Συγκρατητή φράζει τις όχτες. Κι αν κόβεται κάπου το πέρασμα, δεν είναι λεύτερο να το διαβείς. Φυτρώνουνε δεξιά κι αριστερά παλιούρια. Στέκονται εκεί με βαθυπράσινη φυλλωσιά και χρυσοκίτρινο καρπό, προβάλλοντας στο διαβάτη τα γερά τους αγκάθια.
Το νερό κυλάει στην αβαθή κοίτη γάργαρο. Και το αντιφέγγισμα του ήλιου
 - όπου περνούν αχτίδες ανάμεσα στις φυλλωσιές - πέφτει απάνω στα κλαριά τρεμουλιαστό και δυο φορές πιο λαμπερό από τον ήλιο.
Σε γης πράσινη, το τριανταφυλλί και το λευκό της ροδοδάφνης, το χρυσοκίτρινο του πάλιουρα, το ασημένιο του νερού και το χρυσό του ήλιου, έχουνε κεντήσει τη γιρλάντα της Στενής. Γιατί εδώ τελειώνει ο τόπος της.
Το ποταμάκι είναι το σύνορό της. Απ αυτή τη γιρλάντα, ξομπλιάζει ύστερα η χωριατοπούλα, το γύρο της ποδιάς της.
Το αυτοκίνητο φέρνοντας από την πόλη του λιμανιού το «Φυσιολατρικό όμιλο», περνάει το γεφυράκι και μπαίνει στον κάμπο της Στενής. Αμπέλια τριγυρισμένα από συκιές, ροδιές και μυγδαλιές, χωράφια φυτεμένα ελιές και καρυδιές, δίνουνε στον κάμπο, όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Το κάθε δέντρο απλώνει να φτάσει το διπλανό του, να σμίξουνε, να ντύσουν όλα μαζί τον κάμπο. Ανάμεσα τους συνεχίζουν οι φυσιολάτρες τη διαδρομή ως την είσοδο του φαραγγιού.
Εδώ η σκηνοθεσία αλλάζει. Πλατάνια υψώνονται θεόρατα, λες και παραβγαίνουνε τις ράχες. Και βοριαδάκι τους προσδέχεται, λουσμένο
στην πίσω θάλασσα και μυρωμένο με τα βάλσαμα του δάσους.
Το ποτάμι κυλάει με βουητό κι ας είναι καλοκαίρι.
Μαζί του κατεβαίνει κι ο αχός από τον κόπανο. Φτάνουνε στο χωριό και προσπερνούνε. Δεν κάθονται, τραβούνε για το λόγγο!
Οι χωριανοί, την έχουν ανεβάσει ως εκεί τη δημοσιά. Περνώντας, βλέπουνε από πέρα, από δώθε, στις πλαγιές, τα πεύκα πελεκημένα κανονικά.
Στη βάση της αυλακιάς είναι στεριωμένο τενεκεδάκι.
Ξανθό ρετσίνι αστράφτει στον ήλιο. Η κοινότητα τα εκμεταλλεύεται τα πεύκα.
Τα πρώτα χρήματα που πήρε από το ρετσίνι, τα ξόδεψε κιόλας για το σχέδιο της Νέας Στενής.
Φτάνουνε τέλος οι φυσιολάτρες στο λόγγο και πεζεύουν.
Όλο το δάσος, οι καστανιές - κομμένο 0,50 μ. βαθιά μέσα στη γης - έχει φουντώσει κι έχει πεταχτεί μπόια ψηλά. Βαθυπράσινο και πυκνόφυλλο, συναγωνίζεται τη φτέρη, που - βγαλμένη προσωρινά στο ξέφωτο - έχει θεριέψει, μαυροκοπάει και σκεπάζει το δασότοπο.
Όπως το μελίσσι μέσα στον ανθόκηπο, έτσι βουίζουν οι χωριανοί μέσα στο ξανανιωμένο δάσος. Μεριάζουνε, κυλούνε, στοιβιάζουν κούτσουρα. Καθαρίζουν, αφήνουνε τέσσερα - πέντε «αδέρφια» στην κάθε ρίζα.
Τα δένουνε, για να σταθούν ίσια. Τα κλαδεύουνε, να είναι έτοιμα για το μπόλι. Ο ίδρωτας τρέχει, αλλά αυτοί τόνε τραβούνε με το δάχτυλο από το μέτωπό τους, τόνε τινάζουνε στη γης  κι εξακολουθούνε τη δουλειά τους.
Δεν σταματούν ούτε το τέλειο μεσημέρι. Δουλεύουνε και τραγουδούν!
Αυτός ο αψής χυμός, που ανεβαίνει από τις ρίζες και τινάζει μπόια ψηλά τα βλαστάρια, θαρρείς, μεταγγίζεται στο αίμα των χωριανών - την ώρα πού κλαδεύουνε – και ξαναγεννιόνται τούτοι, όπως ξανανιώνουνε τα δέντρα.
Χαίρουνται, για την ευτυχία που τους ετοιμάζει ο λόγγος.
Ας χαίρονται! Τους αξίζει αυτή η ανταμοιβή!


ΤΕΛΟΣ


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.