Πέμπτη 30 Ιουλίου 2020

ΤΟ ΚΤΊΣΙΜΟ ΤΟΥ ΚΑΤΑΦΥΓΙΟΥ


-       
ο Σταύρος ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, στα εγκαίνια θεμελίωσης του καταφυγίου του ΕΟΣ, στη Λειρι, τέλη Ιουνίου του 1960. Μέχρι και το 1966, που περατωθηκε και παραδοθηκε προς χρήση, συμμετείχε ως αρχιμαστορας στη διάρκεια κατασκευής του. Παράλληλα, πριν και αρκετά χρόνια μετά τη κατασκευή του καταφυγίου, είχε διατελέσει, ως οδηγός βουνου, για τις ορειβατικες οργανώσεις. Ήταν άριστος κυνηγός και γενικά γνώστης του βουνού!!








   
-          Στη κάτω φωτογραφία, μπροστά, ο ασπρομαλλης, είναι ο θείος μου, ο Γιάννης ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, πατεραςτου εξαδέλφου μου, του Άγγελου, που εργαζεται, στον ΟΤΕ. Και ο πισω με τα γυαλιά και το μουστάκι, ο γλυκός μου, πολυαγαπημενος, πατερας μου, Σπυρος ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ. Εδώ αν δε κάνω λάθος, είναι καλοκαίρι του 1971-72, (το 1928 γεν. ο πατερας μου) , στη κατασκευή σκεπης, σε ένα τμήμα επέκτασης, στο κατάφυγιο του ΕΟΣ!! Επίσης ο πατερας μου, είχε συμμετάσχει, στην εργασία κατασκευής του καταφυγίου εκ θεμελίων, αλλά  παντα υπό τις προσταγες και υποδείξεις του αρχιμαστορα, του μπάρμπα Σταυρου!!!

ΚΩΣΤΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Τετάρτη 29 Ιουλίου 2020

ΜΑΡΓΕΛΙΑ



ΑΓΙΑ ΤΡΙΤΗ ΚΑΘΕΝΩΝ




Στα Μαργέλια, ένα χιλιόμετρο περίπου απόσταση από το κέντρο των Καθενών βρίσκονται τα ερείπια του βυζαντινού  ναού της Αγίας Τρίτης. Στα Μαργέλια υπήρχε σύμφωνα με την παράδοση μεσαιωνικός οικισμός ο οποίος ερημώθηκε όταν οι κάτοικοι του γειτονικού χωριού Γίδες έριξαν δηλητήριο στο πηγάδι του χωριού και φαρμάκωσαν τους κατοίκους. Αιτία της εκδικητικής αυτής πράξης ήταν η προσβολή που είχαν κάνει οι Μαργελιώτες στους Γιδιώτες όταν σε ένα πανηγύρι τους είχαν ταΐσει γαϊδουρινό κρέας, το οποίο μαζί με τα άλλα, κρέας από ζώο με μια οπλή, θεωρήθηκε θανάσιμο αμάρτημα.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2020

ΠΙΣΣΩΝΑΣ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΑΓΟΡΑΣ




Η δημοσίευση είναι απο τον Χάρη Αρχοντάκη και τα Νέα της Χιλιαδούς.Η ημερομηνία είναι καταφανώς λάθος όπως αναφέρει και η εφημερίδα.

AΡΡΑΓΕΣ ΜΕΤΩΠΟ




ΙΔΙΑ ΑΠΟΨΗ
ΙΔΙΑ ΓΝΩΜΗ
ΙΔΙΑ ΘΕΛΗΣΗ



Το αρραγές  είναι αυτό που δεν έχει ράγισμα και κατά συνέπεια δεν σπάζει. Οι έως τώρα συγκεντρώσεις στη Στενή και οι αποφάσεις  του Δημοτικού Συμβουλίου  δείχνουν ότι σχηματίζεται ένα παλλαϊκό μέτωπο εναντίον της εγκατάστασης των ανεμογεννητριών από όλους τους κατοίκους του Δήμου μας το οποίο είναι πράγματι αρραγές.

ΑΓΙΑ ΤΡΙΤΗ ΚΑΘΕΝΩΝ


Βρίσκεται δύο χιλιόμετρα δυτικά του ομώνυμου χωριού σε ερειπιώδη κατάσταση και σώζει λίγες τοιχογραφίες. Πρόκειται για σταυρεπίστεγο ναό κατηγορίας Α1, σύμφωνα με την κατάταξη του Ορλάνδου. Ο αρχιτεκτονικός τύπος του σταυρεπίστεγου ναού είναι δημιούργημα του 13ου αιώνα, την περίοδο δηλαδή της Λατινοκρατίας στην Ελλάδα.


Απόσπασμα απο την εργασία του Γιώργου Δημητροκάλλη

Το μνημείο εντοπίστηκε το 1960 από την επιμελήτρια  αρχαιοτήτων κυρία Αγγελική  Ανδρειωμένου , η οποία ανέφερε ότι οι τοιχογραφίες του μνημείου πιθανώς ανάγονται στον ΙΖ αιώνα,χρονολογία που όπως θα δούμε στην συνέχεια δεν ανταποκρίνεται.Απλές μνείες του μνημείου έγιναν μεταγενέστερα απο τους Δ.Δεμερτζή,Χ.Φαράντο,Μ.Διωρή,Δ.Παπακωνσταντίνου,και τον γράφοντα...

Φωτογραφίες απο το αρχείο του Θεόδωρου Σκουρα











ΑΠΟΓΚΡΕΜΝΟΣ

ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ.ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ
ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ.ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ
ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ.ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ

ΝΑΟΣ ΠΡΟΦΗΤΗ ΗΛΙΑ.ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ.ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ
ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ.ΑΡΧΕΙΟ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΚΟΥΡΑ



Δευτέρα 27 Ιουλίου 2020

Η παράσταση της βάπτισης του Χριστού σε μεταβυζαντινές εκκλησίες της Εύβοιας

ΠΑΛΙΟΠΑΝΑΓΙΑ ΣΤΕΝΗΣ


  Η παράσταση της βάπτισης του Χριστού σε μεταβυζαντινές εκκλησίες της Εύβοιας
Του Αντώνη Παύλου
Κατά τους συνηθέστερους εικονογραφικούς τύπους της Βάπτισης στα δωδεκάορτα, ο Κύριος βρίσκεται στον Ιορδάνη ποταμό μεταξύ των Βραχωδών όχθων του και είναι, είτε εντελώς γυμνός, κατά τα παλαιά πρότυπα, έχοντας λίγο διασταυρωμένα τα πόδια του «εν αιδήμονι» στάση, με σκοπό να καλύψει το φύλο, με ελαφρά στροφή, είτε βρίσκεται «κατ' ενώπιον» φέροντας περίζωμα. Η παράσταση του γυμνού Χριστού μπορεί να συσχετισθεί με τον ύμνο του εσπερινού των θεοφανείων «γύμνωσιν αισχίστην περιστέλλων Αδάμ τω

ΛΑΜΑΡΗ ΔΙΡΦΥΩΝ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ


Κυριακή 26 Ιουλίου 2020

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ

Ο πρώτος Ευβοιώτης νεκρός ήταν ο Παναγιώτου Αθανάσιος του Περικλή από τη Στενή Ευβοίας. Πνίγηκε κατά την επιβίβαση του 3ουΣ.Π. στο πλοίο Ανδρος στις 3 Νοεμβρίου 1940.



Χαλκίδα 1941 υπό Γερμανοιταλική κατοχή .
Φώτης Χρυσοστάλης:

Ναι! Πήρα μέρος στον πόλεμο της Αλβανίας!… Είμαι της κλάσης του 1936 και το καλοκαίρι του 1940, θυμάμαι, όταν οι Γερμανοί πήρανε το Παρίσι, μας είχαν καλέσει από την εφεδρεία για γυμνάσια. Ήταν μια πραγματικά χρήσιμη άσκηση. Ασχέτως αν ο πόλεμος μας φαινότανε μακρυά, ο στρατώνας, η πορεία, τα πυρά μας έδωσαν μια γεύση του.
Θυμάμαι, την παραμονή, Κυριακή βράδυ, είχα πάει στον κινηματογράφο -στο «Κεντρικόν» του Μάτσα, στην Αβάντων. Ύστερα βόλτα στην παραλία. Ποιος το έλεγε ότι το βαπόρι που περνούσε κατάφωτο τη γέφυρα για τη Θεσσαλονίκη γεμάτο επιβάτες που βλέπανε τη Χαλκίδα θα ήταν το τελευταίο για τόσα χρόνια. Ότι τα φώτα θα σβήνανε.
Το πρωί -ήμουνα στην Αγορά- κάτι ακούστηκε, κανείς δεν ήξερε σίγουρα, τα ραδιόφωνα με το μεγάφωνο του Παπαγεωργίου, του Κουδούνα, του Καβδουνιά τα καφενεία μεταδίδανε εμβατήρια, όταν ούρλιασε η σειρήνα συναγερμό. Κοίταξα το ρολόι μου. Ήταν 9 και 20΄! Οι χωριάτες, είχε λαϊκή αγορά τη Δευτέρα τότε, άρπαξαν τα κοφίνια τους, τα πράγματα που είχαν απλώσει, ο κόσμος σκόρπισε, τα μαγαζιά έκλειναν.
Μέ επιστράτευσαν την πρώτη μέρα. Παρουσιάστηκα στα Χάλια. Το βράδυ γυρίσαμε στη Χαλκίδα με τα πόδια – και με τα πόδια είχα πάει. Δεν μπορώ να στα πω τώρα. Η Χαλκίδα κατασκότεινη. Στη γέφυρα φρουρά. Κόσμος είχε μαζευτεί κοντά στη Στρατώνα όπου μας περίμενε ένα μεγάλο βαπόρι. Ώσπου να μας ανεβάσουν, καθήσαμε χάμω στον τοίχο ενός μεγάλου χτηρίου, που υπήρχε και το γκρέμισαν για να φτιάξουν τις εγκαταστάσεις του ΑΣΑΧ.
Αλλα τμήματα ανέβαιναν στο βαπόρι, όταν ακούστηκαν φωνές. Έγινε μεγάλη φασαρία, πολλοί τρέξανε κατά κει. Οι αξιωματικοί φώναζαν, έδιωχναν τους φαντάρους. Ένας από εκείνους που ανέβαινε το μαδέρι, παραπάτησε, έπεσε βαριά ντυμένος ανάμεσα βαποριού και μουράγιου -η θάλασσα τον κατάπιε! Ο φόβος μας τύλιξε. Όταν ήρθε η σειρά μας ν ανεβούμε, ο τρόμος του θανάτου μας περιέλουζε κρύο ιδρώτα.
Το βαπόρι έφυγε μετά τα μεσάνυχτα. Στρατιώτες οπλισμένοι μόλις διακρίνονταν να έρχονται από παντού. Μαζί τους ακολουθούσαν οι δικοί τους. Τους φόρτωναν πράγματα, τους έδιναν συμβουλές που τις ακούγαμε όλοι. Άλλοι έκλαιγαν. Μερικοί ξάπλωσαν στο κατάστρωμα κι έκανε κρύο. Όταν το καράβι άρχισε να φεύγει, πολλοί από τον κόσμο έτρεξαν στη γέφυρα. Όταν περνούσαμε, φώναζαν ονόματα, κουνούσαν τα χέρια -ένας κόσμος έμενε πίσω. Εμένα, έτυχε να μην με αποχαιρετίσει κανείς, κι όταν η Χαλκίδα έμεινε πίσω, μια υποψία και το καράβι θεοσκότεινο έφευγε μακριά, βάλθηκα στην πρύμνη να κοιτάω την πόλη, που δεν υπήρχε παρά στο νου μου. Ύστερα Βόλος, πορεία μακριά από την 13 πόλη που είχε συναγερμό και με κάτι παλιοαυτοκίνητα που πάθαιναν συχνά ζημιές φτάσαμε κοντά στην Καλαμπάκα.
Από εκεί, πορεία ως τη γραμμή του μετώπου -κι αμέσως στη μάχη. Οι Ιταλοί ήταν ακόμη στο Ελληνικό. Τους χτυπήσαμε! Πέρασαν τόσα χρόνια -σαρανταένα- κρύο πράγμα ο πόλεμος, και δεν τον φοβούνται όσοι δεν πολέμησαν, όσοι δεν τον γνωρίζουν. Πέρασαν μερικές μέρες. Περάσαμε νικητές τα σύνορα, εκεί έμαθα πως σκοτώθηκαν ο Ηλίας ο Δρακόπουλος, ο Γρηγόρης ο Κρομμύδας -δικηγόρος ήτανε.
Τραυματίστηκα την άλλη μέρα που πήραμε την Κορυτσά. Όχι τραύμα βαρύ. Με γύρισαν στα Γιάννενα. Ξανά μετά στην πρώτη γραμμή. Δεύτερο τραύμα. Στην Κορυτσά αυτή τη φορά. Όταν μας χτύπησαν οι Γερμανοί, ήμουν στην Τρεμπεσίνα.Μας είχαν χτυπήσει οι Ιταλοί. Λέγανε ότι απέναντί μας ήταν ο Μουσολίνι -και τον βρίζαμε. Ξέρεις, οι Ιταλοί μας χτύπησαν πολλούς, αυτοί όμως είχαν περισσότερες απώλειες. Δεν μας πήραν σπιθαμή γης. Το μέτωπο κατάρρευσε. Μεγάλη ιστορία. Ήρθα στη Χαλκίδα με τα πόδια. Ποιος έζησε εκείνη την επιστροφή και μπορεί να την ξεχάσει. Όταν έφτασα στην γέφυρα, είδα μια άγνωστη πόλη. Οι κάτοικοι είχαν φύγει. Την είχαν βομβαρδίσει. Βαπόρια στο λιμάνι βουλιαγμένα. Και παντού Γερμανοί. Θέλεις να γράψεις τ όνομά μου; Γράφτο.
ΠΗΓΗ: Εφ. Προοδευτική Εύβοιας 29.10.1981


Σάββατο 25 Ιουλίου 2020

ΓΙΑ ΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΚΟΝΟ


ΕΦΥΓΕ ΑΠΟ ΚΟΝΤΑ ΜΑΣ Ο ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΚΟΚΟΝΟΣ
Νοέμβριος 2007
Ορφάνεψε η Λάμαρη από το χαμό του Δημητρίου Κοκονού. Το κενό που αφήνει πίσω του τεράστιο. Ο γνωστός και αγαπητός σε όλους μας, Μπάρμπα - Μήτσος, «ο Μήτσος ο Αγιωργίτης» όπως τον αποκαλούσαν οι συγχωριανοί του, σήμερα μας κοιτάζει από τους ουρανούς και είναι σίγουρος ότι το έργο που ξεκίνησε στο χωριό του θα συνεχιστεί, μιας και οι άνθρωποι που θα εξακολουθήσουν

ΤΟ ΦΑΡΑΓΓΙ ΤΗΣ ΑΓΑΛΗΣ




Παρασκευή 24 Ιουλίου 2020

Αγίος Αθανάσιος.Το άθλημα των ατάκτων

Του Θανάση Ν. Κούτου 


Στον Άγιο Αθανάσιο, Δεκαετία ’50 - «Το απόλυτο κόκκινο» 


Χαμένος χρόνος να προσπαθήσεις ν’ αντλήσεις πληροφορίες και να συγκεντρώσεις στοιχεία για το Ποδόσφαιρο κατά την περίοδο της Κατοχής και προγενέστερα για τα χρόνια του μεσοπολέμου, πολύ περισσότερο δε αν θα έπρεπε ν’ ανατρέξεις στις αρχές του αιώνα που μόλις προσπεράσαμε. Αέναος και σκληρός ο αγώνας της επιβίωσης και βέβαια γι’ αυτή την συφοριασμένη περίοδο που αναφέρεται στην Κατοχή και την Χιτλερική χολέρα... Το πέρασμα στην μετεμφυλιακή Ελλάδα βρίσκει και τον Άγιο Αθανάσιο, κοινότητα που μόλις έχει αποδεσμευτεί απ’ την κηδεμονία αυτής του Πάλιουρα. Οι νεολαίοι εκείνης της εποχής, περίπου στις αρχές της 10ετίας του ’50 όπως μου εξιστορεί ο φίλος μου Θανάσης Χασάνδρας ισχυρός «κρίκος» στην ποδοσφαιρική ομάδα των «ατάκτων», δημιουργούν «αυτοσχέδιους» ποδοσφαιρικούς χώρους μικρών διαστάσεων και «χειροποίητες» μπάλες αξιοποιώντας και αναψύχοντας τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους. «Το κοπάδι, το καρόκι και το Σχολείο» για τους μικρότερους δεν τους αφήνει πολλά περιθώρια για «εκδηλώσεις παιδιάς». Αρχικά τα «κάτω αλώνια», απ’ την πριονοκορδέλα του Τσεντρέ (Θανάσης και Βαγγέλης Τρίκκας) μέχρι την οικοπεδική ιδιοκτησία Νίκου Σμπρίνη και κατά διαστήματα τα «πάνω αλώνια» απ’ τα σημερινά νεόδμητα «Κουτέϊκα» μέχρι τα περαιωμένα όρια των «Τσαμαρέϊκων» μια «τραγόμπαλλα» δέχεται τις ανελέητες κλωτσιές μικρών και μεγαλύτερων με στόχο να περάσει την νοητή γραμμή των «γκολ πόστ» που οριοθετούνται από δύο «κοτρόνες» πέτρες. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτών των ποδοσφαιρικών συναντήσεων οι «φωνασκίες, οι συχνοί καυγάδες και ο πετροπόλεμος». Αργότερα οι γηπεδικές εγκαταστάσεις μεταφέρονται και φιλοξενούνται στο χώρο πίσω απ’ το σημερινό κοινοτικό γραφείο μέχρι τα όρια της αυλής του Κωνσταντίνου Σμπρίνη (Κιακός), όμως εγώ θυμάμαι εντονότερα τα μονοτέρματα των μεγάλων που σε ημικυκλική διάταξη επιχειρούσαν «σουτ» κατά των τερματοφυλάκων στην αυτοσχέδια εστία μπρος απ’ την πριονοκορδέλα, όμως για τα διαδραματιζόμενα θα είμαι περιεκτικότερος και περιγραφικότερος όταν θα αναφερθώ στην 10ετία του ’60. Βασικό λοιπόν εξάρτημα, όπως και σήμερα, για ένα παιχνίδι ποδοσφαίρου η μπάλα, «το αντικείμενο του πόθου» για κάθε επίδοξο εκπορθητή της αντίπαλης εστίας.

 «Μαζεύαμε» μου λεει ο Θανάσης «τρίχες από γελάδια 
που άλλαζαν τρίχωμα την Άνοιξη, τις βρέχαμε και έσφιγγαν. Έτσι γινόταν ένα βαρύ και ανθεκτικό τόπι. Άλλες φορές συγκεντρώναμε κουρέλια, τα πιέζαμε σε μια μάζα και τα δέναμε καλά με σπάγκο σε μια έκδοση «μπάλας - κοκορέτσι». Εξελιγμένη μορφή στο τέλος της 10ετίας του ’50 που προωθείται από οργανωμένες βιοτεχνίες η εμφάνιση της μπάλας με «κορδόνι και το βυζί». Φούσκωνες,

Πέμπτη 23 Ιουλίου 2020

Το μήνυμα της Φάτνης


Δυο χιλιάδες χρόνια πριν, τρεις σοφοί από την Περσία ακολούθησαν ένα ουράνιο φαινόμενο, το πλέον θρυλικό Αστέρι των Χριστουγέννων. Το φωτεινό άστρο τους οδήγησε στην ταπεινή φάτνη που φιλοξένησε τον Υιό του Θεού στην πρώτη του νύχτα ως θνητός. Οι τρεις εκείνοι επιστήμονες, γνωστοί σήμερα ως «οι τρεις Μάγοι με τα Δώρα» ήταν οι πρώτοι που επιχείρησαν να λύσουν το μυστήριο του αστεριού. Ξεκίνησαν την αναζήτησή τους κι

Δεκαπενταύγουστος: Η γιορτή της Παναγίας των ανθρώπων


Πάντα την αγαπάμε την Παναγία ως την πιο κοντινή αγία στα ανθρώπινα δεσμά. Την επικαλούμαστε σε εκδηλώσεις χαράς και λύπης, ως μάρτυρα των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων. Τη θεωρούμε κοντά μας, γιατί η αγιοσύνη της δεν προήλθε από έκδηλα ψυχικά χαρίσματα ή θεϊκές επεμβάσεις, αλλά από το μεγαλείο της ως κοινή μητέρα. Η Παναγία υπέφερε όχι ως θεάνθρωπος ή πεφωτισμένη αγία, αλλά ως θνητή και ως μάνα. Είναι εκείνη που δέχτηκε ταπεινά την εύνοια του Θεού και γέννησε τον Λυτρωτή, που για εκείνη δεν ήταν άλλος από το αγαπημένο της παιδί. Ως απλή γυναίκα κλήθηκε να δει τη σταύρωση του ίδιου του γιου της. Σκούπισε τα αίματά του, σπάραξε και υπέστη το μαρτύριο να τον κρατήσει νεκρό στα χέρια της. Εξ' ου κι έγινε αντιπρόσωπος του ανθρώπινου πόνου και

ΕΘΙΜΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥ


ΕΘΙΜΑ ΘΕΟΛΟΓΟΥ
Γράφει ο Γιάννης Μαγγούτας.

Σήμερα θ' αναφερθώ στα ήθη και έθιμα του χωριού, που συνηθίζονται κατά τις μέρες του Τριωδίου και της Αποκριάς.
Το εκκλησιαστικό βιβλίο που περιέχει όλες τις ακολουθίες, από την Κυριακή του Τελώνη και του Φαρισαίου έως το Μ. Σάββατο, ονομάζεται Τριώδιο.

ΤΡΥΓΗΤΗΣ





                        




ΤΡΥΓΟΣ
Ο Σεπτέμβριος είναι ο ένατος μήνας του Γρηγοριανού ημερολογίου, με διάρκεια 30 ημερών. Η λατινική ονομασία του, September, προέρχεται από το septem (=επτά), καθώς ήταν ο έβδομος μήνας του αρχαίου δεκάμηνου ρωμαϊκού ημερολογίου». Αργότερα, με την προσθήκη του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου στην αρχή του έτους, ο Σεπτέμβριος μετακινήθηκε στην ένατη θέση, χωρίς όμως να αλλάξει την ονομασία του.

Ο τρυγητής είναι η πιο γνωστή και διαδεδομένη από τις ονομασίες του Σεπτεμβρίου στο λαϊκό καλαντάρι και συνδέεται βέβαια με τον τρύγο» την κύρια αγροτική απασχόληση το μήνα αυτό. Στην εικονογραφία των Μηνών ο Σεπτέμβριος παριστάνεται ως τρυγητής με το τρυγοκόφινο, να τρυγάει ο ίδιος ή να πατά σταφύλια στο πατητήρι, περιστοιχισμένος από άνδρες και γυναίκες σε ευθυμία που τρυγούν τον μεθυστικό καρπό του αμπελιού.



Ο τρύγος (τρυγητός, τρύος, βεντέμα, καμπανολόημα) είναι μια εποχιακή εργασία που, όπως και ο θερισμός, απαιτεί δια μας πολλά χέρια. Διαδικασία συμμετοχική, εκτός από τη χρησιμοποίηση εποχιακών εργατών ο τρύγος αξιοποιούσε στο παρελθόν τον θεσμό της αλληλοβοήθειας. Ο νοικοκύρης έπρεπε να εξασφαλίσει

Χριστουγεννιάτικα κάλαντα









Χριστουγεννιάτικα κάλαντα
Του Γιάννη Μαγκούτα
Τα παλιά χρόνια, όταν πηγαίναμε να πούμε τα Κάλαντα, δεν χρησιμοποιούσαμε τούτη τη λέξη. Τη λέξη Κάλαντα δεν την αναφέραμε σχεδόν καθόλου στο χωριό μας. Λέγαμε μόνο πως, θα πάμε να πούμε τα τραγούδια.
Κι όταν ρωτούσαμε τα άλλα παιδιά, αν θα τα πουν, τους λέγαμε: Θα πάτε στα τραγούδια; Ή θα πάτε να πείτε τα τραγούδια;
Κι αυτή η "δουλεία" γινόταν πάντα αργά το απόγευμα, γιατί νωρίτερα δεν θα βρίσκαμε κανένα να μας ακούσει...
Έτσι, το απόγευμα, μόλις χτύπαγε ο παπα-Δημήτρης την καμπάνα για τον εσπερινό, όλα τα παιδιά δύο-δύο, τρία-τρία ξεχύνονταν στους δρόμους, για να πουν τα Κάλαντα και γέμιζε το χωριό από τις χαρούμενες φωνές τους.
Έτρεχαν από γειτονιά σε γειτονιά και προσπαθούσαν να περάσουν από όσο πιο πολλά σπίτια μπορούσαν, για να πουν τα Κάλαντα και να πάρουν τα φιλέματα.
Με το χτύπημα της πόρτας, τα παιδιά ταυτόχρονα -γιατί δεν ήθελαν να χάνουν χρόνο- φώναζαν κιόλας: Να τα πούμε; Πέστε τα, συνήθως, ακουγόταν η φωνή της νοικοκυράς, πριν καλά-καλά τους ανοίξει την πόρτα.
Τα τελευταία χρόνια και τα θεολογιτάκια τα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα τα λένε όπως και στα περισσότερα μέρη της πατρίδας μας:
Καλήν εσπέρα, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη θεία γέννηση να πω στ' αρχοντικό σας κ.λ.π.
Παλαιότερα όμως -μέχρι τα μέσα περίπου του περασμένου αιώνα- στο χωριό μας τα έλεγαν κάπως διαφορετικά, που μπορεί να έμοιαζαν λίγο με αυτά κάποιων άλλων κοντινών χωριών και όχι μόνο, όμως υπήρχαν και κάποιες μικρο-διαφορές. Αυτός είναι και ο λόγος τούτης της καταγραφής.
Ας παρακολουθήσουμε τώρα τα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα όπως τα λέγαμε εκείνα τα -όχι και τόσο μακρινά- χρόνια:
Χριστούγεννα πρωτόγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου.
Εβγάτε δείτε μάθετε, (α)πόψ' ο Χριστός γεννιέται.
Γεννιέται κι αναθρέφεται στο γάλα και στο μέλι.
Το μέλ(ι) το τρώνε οι άρχοντες, το γάλα οι αντρειωμένοι.
Όσες λαμπάδες και κεριά στης Παναγιάς την πόρτα
τόσα καρφιά και πέταλα στους Τούρκους τα κεφάλια.
Κι' εδώ που τραγουδήσαμε πέτρα να μη ραΐσει
Κι' ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει,
Να ζήσει χρόνια άπειρα και μέρες σαν την άμμο!
Και πάντα κατέληγαν με το: Κι' άπου χρόν'.
Να προσθέσω όμως πως, κατά την ώρα που τα παιδιά τραγουδούσαν τα Κάλαντα, για να βγαίνει ομορφότερη η μελωδία, σε ορισμένες λέξεις διπλασίαζαν κάποιες συλλαβές.
Τα γράμματα που είναι μέσα σε παρενθέσεις προφέρονται πολύ λίγο, μέχρι και καθόλου.
Ας παρακολουθήσουμε ένα μικρό μέρος:
Χριστοοεννάαα να πρωτόονόενααα, πρώωωτη, πρώωτη γιορτή του χρόοονουουου,
Εβγάτ' ιδείεινείτι μάανάθετεε, πόοψ' οο, πόψ' ο Χριστός γεννιέεεται
Γεννιέεεται κι' ανααναθρέεενέβεται στοοο γάαα, στο γάαλα και στο μέελι....
Στο τέλος, όσοι βρίσκονταν στο σπίτι -πολύ δε περισσότερο η νοικοκυρά- τους έλεγαν: «Να είστι καλά πιδιά, να 'ρθιτι κι τ' χρόν' να μας τα πείτι».
Στη συνέχεια τα φίλευαν με χρήματα, αλλά και με διάφορα γλυκίσματα και ξηρούς καρπούς (κουραμπιέδες, μελομακάρονα, σύκα, καρύδια, αμύγδαλα κ.λ.π.) και αμέσως έφευγαν τρέχοντας γι' άλλο σπίτι...
Αργά το βράδυ, τα παιδιά της κάθε παρέας-κομπανίας μαζεύονταν σε ένα από τα σπίτια τους και αφού μοίραζαν τα φιλέματα, κατάκοπα -όπως ήτανε από το τρεχαλητό- καληνύχτιζαν και πήγαιναν για ύπνο και για όνειρα γλυκά, όπως τους το εύχονταν και οι παρευρισκόμενοι.
Πρωτοχροννιάτικα κάλαντα
Ας παρακολουθήσουμε τώρα και τα Κάλαντα που λέγαμε το βράδυ της παραμονής της Πρωτοχρονιάς.
«Αρχιμηνιά κι αρχή χρονιά, ψιλή μου δεντρολιβανιά,
Κι αρχή κι αρχή καλός μας χρόνος, εκκλησιά, εκκλησιά με τ' Αγιος θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός, Αγιος και Πνευματικός,
στη γη, στη γη να περπατήσει και να μας και να μας καλοκαρδίσει.
Αγιος Βασίλης έρχεται, άρχοντες τον κατέχετε; (ή και δεν μας καταδέχεται.)
Από, από την Καισαρεία, συ (εί)σ' άρχο-, συ 'σ' αρχόντισσα κυρία.
Βαστά εικόνα και χαρτί, ζαχαρο-κάντιο ζυμωτή, χαρτί, χαρτί και καλαμάρι, δες και με, δες και με το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε, τη μοίρα μου την έλεγε, και το, και το χαρτί (ν) ομιλεί, άσπρε μου, άσπρε μου χρυσέ μου κρίνε
(ή Αγιε μου, Αγιε μου Αγιο-Βασίλη).
Βασίλη μ', πούθε (ν) έρχεσαι και δεν μας καταδέχεσαι,
και που και πούθε κατεβαίνεις και δε μας και δε μας αναπαντένεις.
Από τη μάνα μ' έρχομαι κι εγώ σας καταδέχομαι, και στο και στο σκολειό μου πάω, δε μου λε, δε μου λέτε τι να κάνω;
Κάτσε να φας, κάτσε να πγεις, κάτσε τον πόνο σου να πεις, κάτσε, κάτσε να τραγουδήσεις και να μας και να μας καλοκαρδίσεις.
Εγώ γραμματικός είμαι, τράγου, τραγούδια δεν ηξέρω.
Αν είσαι συ γραμματικός, πες μας, πες μας την αλφαβήτα.
Και στο ραβδί του 'κούμπησε, να πει, να πει την αλφαβήτα
και το ραβδί ξερό ήτανε, χλωρούς, χλωρούς βλαστούς πετάει.
κι απάνω στα βλαστάρια του και στα περικωκλάδια του περδί, περδίκια κελαηδούσαν.
Δεν είν' μονάχα πέρδικες, είν' κι α, είν' κι άσπρα περιστέργια.
Τα περιστέργια πέταξαν και πάν' και πάν' στις κρύες βρύσες.
Παίρνουν νερό στα νύχια τους και χιό, και χιόνια στα φτερά τους,
να λούσουν τον αφέντη τους, να ρά, να ράνουν τη γκυρά τους.
Κι απού χρόν'.


Κάλαντα των Φώτων


Κάλαντα των Φώτων
Ιανουάριος 2006

Του Γιάννη Μαγκούτα

Την παραμονή των Φώτων που το ημερολόγιο γράφει Θεοπέμπτου και Θεωνά, στο «Θεολόγο» λέμε πως είναι του Σταυρού και οι μεγάλοι νήστευαν ακόμα και το λάδι. Ίσως, γιατί τη μέρα αυτή - μετά τη Θεία Λειτουργία - ο παπάς, με το σταυρό στο χέρι και μ' ένα κλωνάρι βασιλικό, πέρναγε από όλα τα σπίτια του χωριού και τα αγίαζε.

Πίσω από τον παπά ακολουθούσε ένα μικρό παιδί, που κρατούσε το δοχείο με τον αγιασμό.
Τούτη τη μέρα τραγουδιούνται για τρίτη φορά - μέσα στο 12ήμερο - Κάλαντα, έπειτα από εκείνα των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς.

Τα κάλαντα των Θεοφανίων ήσαν περισσότερο για τους μεγάλους, που πήγαιναν παρέες - παρέες σε διάφορα φιλικά σπίτια και «τα έλεγαν». Όμως, τα έλεγαν και πολλά παιδιά.

Τα πολύ μικρά παιδιά τραγουδούσαν τα Κάλαντα του Σταυρού, όπως τα έλεγαν, και ήταν μόνο ένα τετράστιχο, το:

Σήμερα είναι του Σταυρού, π' αααγιά,
π' αγιάζουν οι παπάδες
και που γυρίζουν στα στενά καιαιαι λέε
και λέν' τον Ιορδάνη.
Τον Ιορδάνη ποταμό καιαιαι στου και στου Χριστού τον τάφο,
εκεί δεντρί δεν ήτανε, δεεντρί δεντρί εφανερώθη.
Κι απού χρόν'.

Τα μεγαλύτερα παιδιά, όπως και μεγάλοι άντρες έλεγαν τα Κάλαντα των Φώτων, και είναι τα ακόλουθα:

Σήμερα είναι τα Φώτα και οι Φωτεινές και χαρές μεγάλες τ' αφέντη μας.
Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό κάθεται η κυρά μας η Παναγιά.
Κάθεται η κυρά μας η Παναγιά, με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα.
Με τα θυμιατήρια στα δάχτυλα, σπαργα-σπαργανίζει Θεού παιδί.
Του αφέντη Αϊ-Γιάννη παρακαλεί, για να ρίξει δρόσο στη γη, στη γη.
Για να ρίξει δρόσο στη γη, στη γη, ν' αγιαστούνε οι βρύσες και τα νερά.
Ν' αγιαστούνε οι βρύσες κι τα νερά, ν' αγιαστεί κι ο αφέντης με την κυρά.

Καλή μέρα καλησπέρα, καλή σου μέρα αφέντη.
Πέντε κρατάνε τ' άλογο και δέκα την α-σκάλα
και δεκαοχτώ παρακαλούν βρ' αφέντη μ' καβαλίκα.
Καβαλικεύεις χαίρεσαι, πεζεύεις καμαρώνεις,
κι όπου πατήσει τ' άλογο πηγάδια φανερώνει,
πηγάδια πετροπήγαδα, κι αυλές μαρμαρωμένες.

Πολλά είπαμε του αφέντη μας, ας πούμε και στην κυρά μας.
Κυρά ψηλή, κυρά λιγνή, κυρά γαϊτανοφρύδα,
κυρά μου τα παιδάκια σου, τα μοσχομυρισμένα,
η Παναγιά σού τα'δωσε κι ο Θεός να στα χαρίσει.
Να κάνεις γάμους και χαρές, ξεφάντωσες μεγάλες.
Να στήσεις κι άσπρο φλάμπουρο στη μέση στην αυλή σου,
να καμαρώνουν (ή να χαίρονται) οι φίλοι σου, να σκάζουν οι εχτροί σου.
Κι απού χρόν'.

Όμως, κατά την ώρα που τραγουδιούνται τα Κάλαντα, οι τραγουδιστές προσθαφαιρούσαν κάποια φωνήεντα, όπως και κάποιες συλλαβές. Αλλά, ας παρακολουθήσουμε τούτα τα Κάλαντα, με τις προσθαφαιρέσεις των γραμμάτων και συλλαβών. Εδώ, εκτός των άλλων, φαίνονται και κάποια στοιχεία του γλωσσικού ιδιώματος της περιοχής.

Σήημερα (εί)ν'* τα Φώωτα κι οι Φωτεινέες και χαρές μεγάαλες τ' αφέεντη μας.
Κάτ(ου) στουν Ιουρδάανη τον ποταμόο κάθετ(αι) η κυρά μας η Πααναγιάα.
Κάθετ(αι) η κυράα μας η Παναγιάα, με τα θυμιατήηρια στα δάχτυλαα,
Με τα θυμιατήηρια στα δάχτυλάα, σπαργαναργανίιζει Θεού παιδί.
Τον αφέντ(η) Αγιάαννη παρακαλείει, για να ρίξει δρόοσο στη γη, στη γη.
Για να ρίξει δρόοσο στη γη, στη γηη,
ν' αγιαστούν(ε) οι βρύυσις και τα νερά.
Ν' αγιαστούν(ε) οι βρύυσις και τα νεράα,
ν' αγιαστεί κι(ο) αφέεντης με την κυρά.

Καλή μεράα να καλήη ν' ίσπερα, κααλή, καλή σου μέρ(α) αφέεντη.
Πέντε κρατάνανε τ' αανάλογο καιαι δε και δέκα την ασκάαλα
και δεκαοχτώω ν απεριινικαλούν βρ' ααφέ, βρ' αφέντη μ' καβαλίικα.
Καβαλικεενεύεις χαιαιεινέρεσαι, πέεζε,
πεζεύεις καμαρώωνεις,
κι όπου πατηηνήσει τ' αανάλογο πηήγα, πηγάδια φανερώωνει,
πηγάδια πιινιτροπηηνήγαδα, κι ααυλές, κι αυλές μαρμαρωμέενες.

Πολλά 'παμεε του αφέεντη μας, αας πού, ας πούμ' και στην Κυράα μας.
Κυρά ψηλήη, να Κυράα να λιγνή, Κυυρά, Κυρά γαϊτανοφρύυδα,
Κυρά μου ταα να παιδάανακια σου ταα μο, τα μοσχομυρισμέενα,
η Παναγιάα να σου ταα έδωσε κι οο Θιός κι ο Θιός να στα χαρίισει.
Να κάνεις γάαναμους καιαι να χαρές, ξεεφά-ξεφάντωσες μεγάαλες.
να στήσεις και άσπρο να - φλάαμπουρο στηη με, στη μέση στην αυλήη σου,
να καμαρωώνωνουν οιοι φίλοι σου, ναα σκά, να σκάζουν οι εχτροίοι σου.
Κι απού χρόν'.

Στο τέλος, όσοι βρίσκονταν στο σπίτι - πολύ περισσότερο η νοικοκυρά - τους έλεγαν: «Να είστι καλά πιδιά και να 'ρθιτι κι τ' χρόν' να μας τα πείτι».

Στη συνέχεια τα φίλευαν - με χρήματα ή διάφορα γλυκίσματα - και αμέσως έφευγαν τρέχοντας γι' άλλο σπίτι...

Οι μεγάλοι πριν φύγουν έπιναν κάνα ποτηράκι κρασί και γεύονταν τα μεζεδάκια της νοικοκυράς. Αλλοτε πάλι τους έδιναν ένα κομμάτι κρέας, το οποίο έπαιρναν μαζί τους και το «ξεκοκάλιζαν» αργά το βράδυ - ή και την άλλη μέρα - σε ένα από τα μαγαζάκια του χωριού.


ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΣΤΗ ΛΑΜΑΡΗ




 ΤΩΝ ΦΩΤΩΝ ΣΤΗ ΛΑΜΑΡΗ

Το έθιμο των Φώτων αρχίζει την παραμονή με μια μεγάλη και καλά οργανωμένη ομάδα από μεγάλους και μικρούς ξεκινώντας από πόρτα σε πόρτα, γυρνά όλες τις γειτονιές του χωριού αψηφώντας ανηφοριές, κατηφοριές, τραγουδώντας τα κάλαντα.

Ξεκινούν από του Παπά το σπίτι με το τραγούδι του και μετά

ΤΟ ΣΠΑΡΤΟΝΙΜΑ


Τα παλιά χρόνια πριν από το 1950, ο κόσμος υπέφερε πάρα πολύ από φτώχεια, πείνα και πολέμους. Πόλεμος με Ιταλούς, Γερμανούς και το χειρότερο απ' όλα ο εμφύλιος. Χρόνια που ευχόμαστε να μην ξανάρθουν.
Εκείνα τα χρόνια λοιπόν οι κάτοικοι στην περιοχή μας, ασχολούνταν με τα κτήματα και έσπερναν κυρίως σιτάρια, κριθάρια και άλλα όσπρια (ρεβύθια, φάβα, κ.α.).
Επίσης φρόντιζαν και εξημέρωναν το καστανοδάσος που είχε παραχωρηθεί από το δημόσιο στους κατοίκους το 1932 και που τώρα ανήκει πάλι στο δημόσιο και έχει σχεδόν καταστραφεί, μιας και δεν έχει την ανθρώπινη φροντίδα.
Ακόμη και στη Ράχη καλλιεργούσαν πατάτες. Έκανε ότι μπορούσε ο κόσμος για να ζήσει.
- Ο θερισμός γινόταν τον Ιούνιο και τα σπαρτά τα θέριζαν με το δρεπάνι, έφτιαχναν τα δεμάτια και τα πήγαιναν στ' αλώνια, γιατί έπρεπε να γίνει το αλώνισμα. Το αλώνισμα γινόταν με τα ζώα, άλογα και μουλάρια, μαζί με τα απαραίτητα εργαλεία, όπως η λαιμαργιά, το τραβηχτό (τραφτό), το Ντουέν που ήταν μια σανίδα τριάντα πόντους φάρδος και ένα και τριάντα μήκος και από το κάτω μέρος είχε λάμες για να κόβουν τις καλαμιές και να γίνει το «λιώμα».
Αυτός που αλώνιζε για λογαριασμό κάποιου ιδιοκτήτη λεγόταν «Βαλμάς». Ανάλογα την ποσότητα που είχε ο κάθε ιδιοκτήτης, χρησιμοποιούσε και τρεις και τέσσερις βαλμάδες και η αμοιβή του κάθε βαλμά ήταν 12 οκάδες καρπός.
Ύστερα από πέντε-έξι ώρες εργασία, μάζευαν το «λιώμα» σε σωρό για να γίνει το ξεκαθάρισμα του καρπού απ' το άχυρο. Έπρεπε όμως για να γίνει αυτό να φυσά αέρας και γι' αυτό πολλές φορές γινόταν και νύχτα ή πρωινές ώρες, ενώ πολλές φορές περίμεναν πολλές ώρες μέχρι να φυσήξει.
Τα εργαλεία με τα οποία γινόταν το καθάρισμα του σταριού από το άχυρο, ήταν κι αυτά ξύλινα και ήταν το δικούλι και το καρπολόι. Για να μεταφέρουν τον καρπό και το άχυρο μετά το τέλος του καθαρίσματος, χρειαζόντουσαν καρπόσακα και αχυρόσακα. Όταν τα μετέφεραν στο σπίτι, τον καρπό τον έβαζαν σε ξύλινα μεγάλα κασόνια που το έλεγαν «αμπάρια» και το άχυρο στον αχυρώνα που τον λέγανε «μπλέχτη».
- Και εδώ μπαίνουμε στο θέμα μας, που είναι πως και με τι έφτιαχναν τα καρπόσακα και τα αχυρόσακα.
Στον τόπο μας φύεται σε μεγάλες ποσότητες ένας θάμνος που λέγεται Σπάρτο. Έχει ύψος περίπου δύο μέτρα. Επειδή λοιπόν δεν υπήρχαν χρήματα για να αγοράσουν σακιά, τα έφτιαχναν από σπάρτο.
Πώς; Θα δούμε παρακάτω.
Μαζεύαμε τα βλαστάρια από τα σπάρτα και τα κάναμε δέματα. Τα μεταφέραμε στο χωριό και τα κατεβάζαμε στο ποτάμι. Τα βυθίζαμε μέσα στο νερό και για να μην τα πάρει το ρέμα τους βάζαμε από πάνω πέτρες. Τα αφήναμε εκεί τρεις - τέσσερις μέρες για να φουσκώσουν. Ύστερα τα βράζαμε στο καζάνι (κακάβι). Όταν βράζανε τα βγάζαμε και τα αφήναμε να κρυώσουν. Όταν κρύωναν τους βγάζαμε τη φλούδα και τα χτυπάγαμε πάνω σε μια πέτρα με έναν ξύλινο κόπανο και απ' το πολύ χτύπημα γινόταν σαν μαλλί. Ύστερα το περνούσαμε από τα λανάρια που ήταν δύό τετράγωνα σανίδια με χερούλια και είχαν επάνω καρφωμένες σιδερένιες βελόνες. Στη συνέχεια γινόταν το γνέσιμο, με τη ρόκα, το αδράχτι, και το σφοντύλι. Έπειτα το μάζευαν σε κουβάρια και το πήγαιναν στην «Τυλίχτρα». Η τυλίχτρα ήταν ένα εργαλείο που μετέφερε το νήμα από το κουβάρι στο «αντί» με τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι έτσι ρυθμισμένο το νήμα να υπακούει στις «πατήθρες» και να περνάει ανάμεσα τους η «σαϊτα». Στη Στενή υπήρχαν τυλίχτρες. Στον αργαλειό λοιπόν υφαινόταν το ύφασμα που έφτιαχναν τα καρπόσακα και τα χειρόσακα. Αυτό το ύφασμα ήταν παρά πολύ γερό και κρατούσε πάρα πολλά χρόνια. Πολλές γυναίκες έφτιαχναν και φουστάνια απ' αυτό.
Μαστρογιάννης Γεώργιος (Λαδάς)

ΒΑΒΟΥΛΑ




Λίγα χαλάσματα έχουν απομείνει από τον  άλλοτε πολυπληθή οικισμό των Βαβούλων.



Ένας από τους σημαντικότερους οικισμούς της περιοχής, την περίοδο της τουρκοκρατίας, μιας κι από αυτό τον οικισμό δημιουργήθηκαν και αιμοδοτήθηκαν με πληθυσμό πολλά χωριά μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Από το 1832 άρχισαν να κατεβαίνουν στα πεδινά έως το 1885 που έφυγε και ο τελευταίος κάτοικος.

Τετάρτη 22 Ιουλίου 2020

ΧΑΡΤΕΣ





                                            Χάρτης του 1905 Andree, Richard; Scobel, Albert.


1843  ΙΩΝΑΝΝΗΣ ΠΕΤΡΩΦ


(Northern Greece, with the adjacent Islands),
του Aaron Arrowsmith Jr., Λονδίνο, 1828.




Ευβοια τον Ζ αιώνα π.Χ/Χάρτης από αρχείο Ευβοϊκών σπουδών, τόμος ΙΕ σελ.290