Τρίτη 6 Ιουλίου 2021

ΘΕΑΤΡΙΚΟ Φιγιέττα & Αλέξανδρος

 


Φιγιέττα & Αλέξανδρος

ΠΡΟΣΩΠΑ: Φιγιέττα, Σπύρος (Σπυρίδων) Κριεζώτης, Μαίρη Καραβοπούλου-Κριεζώτη (η Αλεξανδρινή σύζυγός του), βασιλιάς Αλέξανδρος, Σκαρίμπας, Αφηγητής (Α΄ & Β΄), Ευδρομία (καμαριέρα), Βασιλική Φρουρά, Μάχη (η κόρη του Σκαρίμπα), Κατερίνα Ρούσσου (μουσικός)

ΣΚΗΝΗ 1η: Τριάδα ’19

ΠΡΟΣΩΠΑ: Φιγιέττα, Σπύρος (Σπυρίδων) Κριεζώτης, Μαίρη Καραβοπούλου-Κριεζώτη, βασιλιάς Αλέξανδρος, Αφηγητής Α΄ & Β΄, Ευδρομία

[Αυγουστιάτικο δειλινό. Η σκηνή διαδραματίζεται στο σαλόνι του αρχοντικού, στην Τριάδα Ψαχνών με τους εμβληματικούς ζωγραφικούς πίνακες, τα βαριά, ξυλόγλυπτα έπιπλα, το πιάνο, τα αναπαυτικά καθίσματα, τα αλαβάστρινα αλεξανδρινά ανθοδοχεία και τα βαρύτιμα σερβίτσια των ροφημάτων. Ο Κριεζώτης συζητά ψιθυριστά με τον Αλέξανδρο, η Φιγιέττα στο πιάνο. Ο Αλέξανδρος μαγεύεται από την ομορφιά και τα τάλαντά της. Πηγαίνει κοντά της, της εκφράζει τον θαυμασμό του, της ζητά να χορέψουν, την παίρνει και βγαίνουν στους αγρούς του κτήματος. Ο αφηγητής παρουσιάζει τα τεκταινόμενα και τα δρώντα πρόσωπα κινούνται παντομιμικά. Εξ αρχής και έως τη στιγμή της αφήγησης ακούγεται μουσική Σκαλκώτα από τους 36 ελληνικούς του Χορούς.

Τα περί του ζητήματος στοιχεία κυρίως προέρχονται από σχετικό άρθρο στο περιοδικό Γυναίκα (τεύχος 544, 18-11-70) του – δημοσιογράφου, συγγραφέα και φίλου του Γιάννη Σκαρίμπα – Κυριάκου Μητσοτάκη. Άρθρο, που προέκυψε μετά από αναζητήσεις του Κ. Μητσοτάκη και πληροφορίες αντλημένες από τον (υπέργηρο σήμερα και ζώντα στη Χαλκίδα υιό της Φιγέττας Κριεζώτη-Πνευματικού) Νίκο Πνευματικό-Κριεζώτη.]

Αφηγητής Α΄: (Καθήμενος σε ένα γραφείο στη μία άκρη της σκηνής ή ευρισκόμενος πίσω από το αναλόγιο, το οποίο σε καίρια σημεία της αφήγησης, το εγκαταλείπει και κινείται στον χώρο, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ζωντάνια και αμεσότητα.) Ο νεαρός βασιλέας Αλέξανδρος – με την αρρενωπή κορμοστασιά και τον μποέμικο χαρακτήρα του – μετά την περιήγησή του στα λιγνιτωρυχεία Αλιβερίου, όπου ανήμερα της ονομαστικής του εορτής τον Αύγουστο του 1919 είχε καταφύγει για ν’ αποφύγει τις κοσμικότητες και τις εκδηλώσεις λατρείας του από τις ‘‘Κυρίες’’ της αριστοκρατίας των Αθηνών, δέχεται την πρόσκληση του Ευβοέα Βουλευτή Σπύρου Κριεζώτη να επισκεφτεί το επιβλητικό πυργόσπιτό του στην Τριάδα Ψαχνών, που σήμερα (τριάντα πέντε χρόνια μετά την καταστροφική και δυσεξήγητη πυρκαγιά) αναμορφωμένο πλέον, ξανανοίγει τις πύλες και την καρδιά του για να δειχθεί ο αδάμας του μεσάπειου πολιτισμού και ο λαμπρός τόπος ανάδειξης της μεγαλοσύνης του «Στρατηγέτη του ’21 Νικόλα Κριεζώτη» και των επιγόνων του.

Αφηγητής Β΄: (Καθήμενος σε ένα γραφείο στην άλλη άκρη της σκηνής ή ευρισκόμενος πίσω από το αναλόγιο, το οποίο σε καίρια σημεία της αφήγησης εγκαταλείπει και κινείται στο χώρον, ώστε να υπάρχει μεγαλύτερη ζωντάνια και αμεσότητα.) Εδώ, λοιπόν, στο νεότευκτο και παραμυθένιο αρχοντικό (του εγγονού τού – λέοντος των χρόνων του ’21 και πολυνίκους ως και στην Πέτρα της Βοιωτίας αγωνιστή, του συμμέτοχου στην Επανάσταση της 3ης Σεπτέμβρη 1843, του με χέρι αποκομμένου από ελληνικό βόλι πέντε έτη μετά και καταφυγόντος στην τουρκοκρατούμενη Μικρά Ασία, όπου και στις 12 Φεβρουαρίου 1853 θα αφήσει την τελευταία του πνοή – Νικόλα Κριεζώτη) θα παραμείνει για ένα τριήμερο, δεχόμενος τις αβρότητες και τις περιποιήσεις της αρχοντικής οικογένειας.

Α΄: Οικογένειας ιστορικής, αριστοκρατικής και φιλανακτορικών τάσεων, που τα μέλη της όλα, μα και όλοι οι συντοπίτες τους μαγεύονται από την παρουσία του – αρρενωπού και αλκίμου ως τον συνονόματό του τον Μέγα, όπως τον έπλαθε η φαντασία και η προσδοκία των Νεοελλήνων – βασιλέα Αλέξανδρου, τον οποίο αύριο, μεθαύριο (και ήταν ορατό τότε) τον έβλεπε τροπαιοφόρο και ελευθερωτή να εισέρχεται στην Πόλη, την Άγκυρα, τον Πόντο, τη Σμύρνη (που από τον Μάη του 1919 ελληνική έχει διοίκηση και η γαλανόλευκη στιγμές Βυζαντίου ονειρεύεται)...

Β΄: Εδώ, λοιπόν, στο τριαδίτικο παλάτι χοροί γίνονται αριστοκρατικοί, η κυρία Ευδρομία ακατάπαυστα τρέχει και… Σερβίρει, σερβίρει, σερβίρει… Όλα τα καλούδια στρωμένα στη διάθεση και στα πόδια του φτερωτού βασιλέα…

Την ίδια στιγμή η Φιγιέττα, γίνεται η κόρη των ομματιών του βασιλέα και το κέντρο των συζητήσεων όλων…

Η Φιγιέττα!... Η Φιγιέττα!... Η πανώρια του πυργοδέσποτα κόρη, η περιπόθητη δισεγγονή του Νικόλα Κριεζώτη, με τη σμάλτινη αρχοντιά, τη λαμπρή σοφία, την ευρωπαϊκή φινέτσα και λάμψη, τα κάλλη τα ουράνια!...

Α΄: Ως και τ’ όνομά της ο πατέρας της Σπυρίδων Κριεζώτης από Καλλιόπη (που τη βάφτισε χάριν της μητρός του – και κόρης του λαμπρού Σουλιώτη ήρωα Κίτσου Τζαβέλλα – Καλλιόπης), το παραγκώνισε, το εξευρωπάισε, το έκανε γαλλικό «Λα Φιγιέτ», το Κορίστι! Ναι, το κορίτσι του ‘‘Φιγιέττα’’ το προσφωνούσε και έτσι το φέραν τα πράγματα στους αιώνες να ταξιδεύει!...

Β΄: Η Φιγιέττα, λοιπόν… Η Φιγιέττα των δεκαεννέα ρόδινων Μαΐων, η Ηλιογέννητη, η πέρδικα η πλουμιστή κι αέρινη!... (Εμφάνιση Φιγιέττας.

Α΄: Η Φιγιέττα, η στολισμένη με ομορφιά, γνώσεις αμάραντες και ακριβές, δυναμισμό και ρώμη της ψυχής σαν του προπάππου της, του πολεμάρχου των χρόνων του ’21 Νικόλα Κριεζώτη, που εδώ σ’ αυτόν τον λοφίσκο φορές και φορές είχε γλεντήσει και χαρεί τη ζωή πριν ή μετά από κάποιες σκληρές και εξουθενωτικές με τους Οθωμανούς Τούρκους μάχες!...

Β΄: Η Φιγιέττα, η καλλιεργημένη κόρη, που χάριν της μητέρας της μες στις φλέβες της ρέει και η αλεξανδρινή αρχοντιά και χάρη, και όπως εκείνη (που από ώρα τη βλέπει, τη θαυμάζει στο πλευρό του νεαρού βασιλιά και βασίλισσα τη θωρεί), παίζει πιάνο, άδει σαν των ρεματιών τ’ αηδόνια, κεντάει στους καμβάδες έργα όμορφα ζωγραφικά, χορεύει, χορεύει και φτερά Αγγέλων βγάνει!...

(Στο πιάνο κάθεται η Μαίρη Καραβοπούλου, ενώ η Φιγιέττα λικνίζεται στον εξώστη του πατρικού πύργου με τον Αλέξανδρο, ο οποίος εμφανίζεται στη σκηνή μόλις γίνεται λόγος για το πρόσωπό του. Συγχρόνως εμφανίζεται και ο Κριεζώτης. Ακούγεται από CD βαλς, που υποτίθεται πως προέρχεται από το πιάνο.)

Α΄: Χορεύει!... Χορεύει!... Χορεύει!... Κι η μάνα τώρα για χάρη τής Κόρης και του Βασιλέως κάθεται στο πιάνο, παίζει σκοπούς ευρωπαϊκούς, ενώ η Φιγιέττα και ο Αλέξανδρος γεμίζουν τους εξώστες, τους κήπους και τις σάλες του τριαδίτικου Αρχοντικού με την νεανική τους φινέτσα και στιλπνότητα του κορμιού τους να λάμπει σαν τους ήλιους!...

Η Φιγιέττα!... Αχ!... η Φιγιέττα!...

Β΄: Η Φιγιέττα, του Πύργου η θυγατέρα, π’ όλα τα ρόδα του Μαγιού και των ανδρών τα σπλάχνα σείει κι με φουρτούνες τα σωθικά κερνά!...

Η Φιγιέττα, του Πύργου το άστρο το σμαράγδινο, που σαν νεράιδα τις πύλες του αρχοντικού διαβαίνει και σαν αερικό στους Λόφους των Ρεβασμών το δειλινό τραβάει και όταν ο ήλιος γέρνει να ξαποστάσει, στα ξέφωτα μια πανσέληνος αυτή πάμφωτη και αστραφτοκοπούσα τα δέντρα αιχμαλωτίζει και τα αρσενικά στο βάδι της αμίλητα, με άλυσους τα σέρνει!...

Α΄: Η Φιγιέττα, που σαν ανάερη των νερών χορεύει νύμφη, με τον Αλέξανδρο λικνίζεται στα άστρα κι αυτός λόγια της ψελλίζει τρυφερά, με φλόγα την ποτίζει, ώσπου!... Ώσπου…

Β΄: Ώσπου, στους στάβλους τραβούνε της αυλής, δύο άσπρα αρπούνε άτια, ιπποτικά ο βασιλιάς στο πιο όμορφο την ανεβάζει, τη θαυμάζει, την κοιτά…

Γοργά, κι αυτός ο λεβεντονιός με χάρη κι αρχοντιά το άλλο, το αψύ, ιππεύει και χάνονται πέρα απ’ την Αγια-Καλλιόπη, στους λόφους με τη «Λεωφόρο των μεγάλων Ρεμβασμών» και των ερώτων τ’ άνθη!...

(Ενώ θα έχει το μέτωπό του προς το κοινό, θα δείξει με το αριστερό του χέρι κατά πίσω και λοξώς αριστερά, βορειοανατολικά.)

Α΄: Το γεγονός αυτό αρχικά ενοχλεί τον αυστηρό πυργοδεσπότη, π’ όλο στριφογυρίζει εκνευρισμένος στην αναπαυτική του πολυθρόνα, τινάζεται επάνω, μονολογεί, κόφτει εντολές απανωτές και αστραπές τινάζει…

(Οι Αφηγητές αποχωρούν συγχρόνως και τραβούν προς το εσωτερικό του αρχοντικού.)

Κριεζώτης: (Μονολογεί.) Πού τη σέρνει τώρα!... Πούου!... Πούου!... (Κοντοστέκεται λίγο. Το καλοσκέφτεται.) Όχι, δεν μπορεί!... Η φιλοξενία… Η βασιλική του υπόσταση… Η ιδεολογική μας φιλία… Η αρχοντιά μας…

(Σηκώνεται απότομα. Βηματίζει. Στέκεται μπρος το κοινό.) Η αρχοντιά μας… Ναι, η αρχοντιά και η ιστορία μας… Πάντα έχω κατά νου τα απέραντα έχητά μας, μα και τον λόγο του πάππου μου Νικόλα Κριεζώτη, που σαν ο Όθων, ο βασιλέας, επισκέφτηκε την Εύβοια και ρώτησε τον Πολέμαρχο τι δώρο θα ήθελε να του προσφέρει, εκείνος του απάντησε: «Άφησέ με, βασιλιά μου, να είμαι, όπως για χρόνους είμαι, βασιλιάς στο Γριπονήσι μου και Συ, Μεγαλειότατε, φρόντισε να είσαι βασιλέας στην Αθήνα και στην πατρίδα μας!...» Κι εκείνος σάστισε, του μειδίασε και τον άφησε να αρχοντεύει στο ευβοϊκό νησί!... Και τώρα εγώ στο πόδι του… Ε – γώ!...

(Στρέφεται προς τη σύζυγό του. Αυστηρά, ως πάντα.) Μαίρη.

Μαίρη: Ορίστε, Άρχοντά μου.

Κριεζώτης: Μαίρη, θα σκοτεινιάσει…

Μαίρη: Μη μου σκοτίζεσαι, Άρχοντά μου. Το δείλι γλυκαίνει τις ψυχές, τον έρωτα μελώνει!...

Κριεζώτης: Μαίρη.

Μαίρη: Άρχοντά μου, μη χολοσκάς, μία βολτίτσα κάνουνε τα παιδιά...

Κριεζώτης: (Ακόμη πιο αυστηρά. Την παγώνει.) Μαίεε - ρη. (Στρέφεται προς την οικονόμο του.) Ευδρομία.

Μαίρη: Ορίστε, Άρχοντά μου.

Κριεζώτης: (Φωνάζει την οικονόμο του.) Ευδρομία.

Ευδρομία: (Υπόκλιση. Τουρκογενής τεμενάς…) Παρακαλώ, Άρχοντά μου.

Κριεζώτης: Το ουίσκι, το πεσκέσι του Άγγλου πρέσβη…

Ευδρομία: Μάλιστα, Άρχοντά μου. (Τρέχει στο εσωτερικό του πυργόσπιτου. Επιστρέφει τάχιστα.)

Κριεζώτης: Μαίρηιιι…

Μαίρη: Ρίξε λίγο νεράκι στο ποτό σου, Άρχοντά μου. Βασιλοπούλα πάντοτε του Κριεζώτειου ήτανε η Φιγιέττα μας!...

Κριεζώτης: Και τώρα των ανακτόρων να γενεί!... Το στέμμα… να φορέσει!...

Μαίρη: Άμποτες, αγαπημένε μου Σπυρίδωνα… Άμποτες…

Κριεζώτης: (Μονολογεί.) Τέτοια αρχοντιά και χάρη!… Τέτοια… Τι άλλο της πρέπει…

Μαίρη: (Η Μαίρη τον αγκαλιάζει τρυφερά. Κάτι του ψιθυρίζει. Ο εγγονός του «Λέοντος Νικόλα Κριεζώτη», λέων και αυτός, αρνάκι τώρα δείχνει, βυθίζει τη ματιά του πέρα κατά τη δύση, και… Ονειρεύεται.

Σε λίγο, οι δύο νέοι επιστρέφουν αναψοκοκκινισμένοι. Ο Κριεζώτης τινάζεται επάνω. Δείχνει να τους καλοδέχεται.)

Κριεζώτης: Καλώς… Καλώς τους… Καλώς τον Βασιλέα μας.

Αλέξανδρος: Τι κήπους και περβόλια, τι άτια, δάση, παλάτια, έχεις, Άρχοντά μου!

Κριεζώτης: (Επαιρόμενος.) Είδες!... Είδες, Βασιλιά μου!... Είδες!...

Αλέξανδρος: Είδα και θαύμασα, τα κριεζώτεια κτήματα, τα κριεζώτεια πλούτια, το τοπίο και τη χάρη της Αρχοντοπούλας! (Την κοιτάζει γλυκά, με θαυμασμό.) Χαρά στο σπιτικό, που έχει τέτοια αρχοντιά!...

Κριεζώτης: (Γυρίζει στο πλάι, μονολογεί.) Χαρά και στο Παλάτι σαν λάβει τέτοια κόρη!...

Φιγιέττα: Πατέρα, ήταν η πιο όμορφη βόλτα, που έκανα ποτέ στα κτήματά μας!

Κριεζώτης: (Ξεροκαταπίνει) Ναι… Βεβαίως… Μα τώρα, ας περάσουμε στη σάλα για το δείπνο. Τα έχει φροντίσει όλα η κυρα-Ευδρομία. Ευδρομία! Όνομα και πράμα!... Τρέχει… τρέχει… Σαν τα άτια μας τα ρωσικά και άπιαστα!... Απ’ του «πρίγκιπα Ορλώφ τα ιπποφορβεία», βασιλιά μου!...

Αλέξανδρος: Άτια σαν Πήγασοι· αετοί, Άρχοντά μου. Φτεράκιζαν μες στους κάμπους και τους απέραντους λόγγους του τριαδίτικου παραδείσου!... Τι τα ταΐζεις, του πύργου τρανέ μας δέσποτα;

Κριεζώτης: Είδες! Είδες!... «Ατσάλι, τα ταγίζω, Μεγαλειότατέ μου!...» (Οι δυο άνδρες ξεσπούν σε γέλια. Ο Κριεζώτης παίρνει τους δυο νέους στοργικά, με πρώτον τον Αλέξανδρο, και τους κατευθύνει στα ενδότερα του αρχοντικού. Ακολουθεί και η σύζυγός του. Κλείνει η αυλαία της Α΄ σκηνής, ενώ συγχρόνως και για ακούγεται εύθυμη κλασική μουσική δωματίου ή ένας από τους 36 Ελληνικούς Χορούς του Νίκου Σκαλκώτα.)





ΣΚΗΝΗ 2η: Του αποχαιρετισμού η ώρα

ΠΡΟΣΩΠΑ: Φιγιέττα, Σπύρος (Σπυρίδων) Κριεζώτης, Μαίρη Καραβοπούλου-Κριεζώτη, βασιλιάς Αλέξανδρος, Αφηγητής Α΄ & Β΄, Ευδρομία, Βασιλική Φρουρά

(Ο Αλέξανδρος με τον Κριεζώτη έχουν επανέλθει στη σκηνή και συζητούν χαμηλόφωνα, ενώ οι Αφηγητές παρουσιάζουν τα δρώμενα.)

Αφηγητής Α΄: Το ειδύλλιο των δυο νέων – με τη θαυμαστή αρχοντική ομορφιά και χάρη, στις ώρες που βρίσκονται μαζί στους παραδείσιους τόπους του τριαδίτικου τσιφλικιού – γρήγορα πλέκεται και ο οικοδεσπότης του Κριεζώτειου πύργου φαίνεται πως πολύ ενθουσιάζεται από την ιδέα η Φιγιέττα του, σαν μια κόρη των παραμυθιών, να λάβει στολή και θέση βασιλοπούλας δίπλα στο πιο όμορφο βασιλόπουλο του κόσμου!....

Β΄: Μεγαλομανής και βασιλοτραφής ο Σπυρίδων Κριεζώτης, δίπλα στον Αλέξανδρο φαντάζεται την κόρη του, προς τα εκεί στρώνει χαλί, από καρδιάς συναινεί πλέον στην εξέλιξη των πραγμάτων και με τον υψηλό προσκεκλημένο δίνουν τα χέρια για τα περαιτέρω.

(Ο Κριεζώτης με τον Αλέξανδρο συζητούν, χαριεντίζονται, σοβαρεύονται, δίνουν τα χέρια και αποσύρονται στα ενδότερα. Για ακούγεται μουσική δωματίου ή ένας από τους 36 Ελληνικούς Χορούς του Νίκου Σκαλκώτα.)

Α΄: Εν τω μεταξύ, οι μέρες περνούν και ο Αλέξανδρος με το σπορτίβ αυτοκίνητο, που στέκεται έξω από την περίτεχνη αυλόθυρα του Κριεζώτειου, σε λίγο θα αναχωρήσει για το Τατόι, όπου και προσκαλεί τον άρχοντα του πύργου με όλα τα μέλη της οικογενείας του να σπεύσει σύντομα, για να του ανταποδώσει τη φιλοξενία και συνάμα να ξαναδεί την όμορφη κόρη του πυργοδέσποτα Κριεζώτη.

(Τα δρώμενα θα τελεστούν στα σκαλοπάτια του πυργόσπιτου. Οι δικοί της κοιτούν εκστατικοί κι αμίλητοι, μόνο γκριμάτσες κάνουν άλλοτε απορητικές, άλλοτε συναινετικές και άλλοτε απορριπτικές για τα όσα λέγονται και συμβαίνουν. Συγχρόνως, και για ακούγεται μουσική δωματίου ή ένας από τους 36 Ελληνικούς Χορούς του Νίκου Σκαλκώτα.)

Β΄: Τώρα, ο Αλέξανδρος – με όλες τις καθιερωμένες αβρότητες της ‘‘υψηλής κοινωνίας’’ του καιρού εκείνου – αποχαιρετά τον οικοδεσπότη, ασπάζεται ευγενικά την δεξιά χείρα της κυράς του πύργου και αφήνει γεια στ’ άλλα της οικογενείας μέλη, πλην…

Α΄: Πλην της Φιγιέττας, που το ‘‘γεια’’ πέφτει βαρύ κι όλο φουρτούνες φέρνει!...

Β΄: Πρέπει, όμως, πρέπει και αυτήν τώρα ν’ αφήσει… Τον περιμένει το σπορτίβ και όπως πάντα, από κοντά ή από πολύ μακριά, και της Μάνου κραδαίνει το βλέμμα, το σπαθί!…

Α΄: Βηματίζει τώρα κοντά της ο βασιλεύς, με φτερούγες την εναγκαλίζεται Αγγέλου, τρυφερά το χέρι της ασπάζεται, στα μάτια την κοιτά…

Β΄: Κι αυτή η ώρια κόρη – με τα κόκκινα σαν του Μαγιού τα ρόδα μάγουλα – θωπευτικά με τα μελένια της τον χαιρετά τα μάτια κι μ’ έναν σαν της νεράιδας τον ανάερο και δροσερό σφυγμό!...

Α΄: Αυτός με σφιγμένη την αποχαιρετά καρδιά, αλλά και…

Β΄: Αλλά και με την υπόσχεση πως σύντομα θα επιστρέψει για να βαφτίσει τα ’δέρφια της, τα δυο του Κριεζώτη αγόρια, που παρ’ ότι έχουν την πρώτη δεκαετία της ζωής τους διαβεί, ναι μεν ονόματα διαθέτουν, μα αβάφτιστα στον χρόνο περπατούν...

Α΄: Δυο βήματα κάνει η Φιγιέττα να τραβήξει προς την εξώθυρα, μα δένεται στη γης και από μακριά τον χαιρετά, από μακριά του νεύει και σαν ψελλίσματα πεταλουδιών δυο λόγια τής καρδιάς του πέμπει:

(Οι Αφηγητές αποχωρούν συγχρόνως και τραβούν προς τα ενδότερα του αρχοντικού.)

Φιγιέττα: Αλέξανδρε!... Τα φυλλοκάρδια μου ροδοπέταλα, αμάραντα!... Ολοχρονίς για Σε στους ουρανούς τα μύρα τους θα στέλνουν!... Για Σε με τ’ άστρα θα συνομιλούν, μες στ’ άστρα θα χορεύουν!...

Δυο άστρα εκεί ψηλά τους τόπους μας θα χαιρετούν, τους ουρανούς θα φέγγουν!...

(Ο Αλέξανδρος πορεύεται προς το Ντεκοβίλ, όπου τον περιμένουν οι δύο αχώριστοι φίλοι και φρουροί του σε κάθε του επίσημη ή ανεπίσημη έξοδο. Ενώ αυτοί κινούνται προς τις τυπικότητες των υποκλίσεων και του ανοίγματος της θύρας του αυτοκινήτου, ο Αλέξανδρος τους κάνει νεύμα να παύσουν αυτά, ανοίγει μόνος του την πόρτα του Ι.Χ., εισέρχεται στη θέση του οδηγού, χαιρετά τους συγκεντρωμένους χωρικούς και τους Κριεζωταίους, που ήδη έχουν κατέλθει στην έξοδο της αυλής για να κατευοδώσουν τον ανώτατο πολιτειακό άρχοντα της χώρας. Ακούγεται μουσική Σκαλκώτα για 1 περίπου λεπτό.)































ΣΚΗΝΗ 3η: Οι μετά Αλέξανδρον στιγμές

ΠΡΟΣΩΠΑ: Φιγιέττα, Σπύρος Κριεζώτης, Μαίρη Καραβοπούλου-Κριεζώτη, Αφηγητής Α΄ και Β΄

Αφηγητής Α΄: (Εισέρχεται πάλι στη σκηνή.) Το ζήτημα του ειδυλλίου φτάνει και στ’ αυτί της Αθηναιοπούλας Ασπασίας Μάνου, με την οποία από τριετίας ο βασιλιάς Αλέξανδρος έχει συνάψει κρυφό αρραβώνα και πλέον τάχιστα και με όλα της τα γυναικεία μέσα τον πείθει να τελεστεί ο γάμος αυτής της κοινής θνητής με αυτόν που λένε γαλάζιο πως έχει αίμα.

(Μονολογεί.) Γαλάζιο!... Γαλάζιο!... Άκου ο άνθρωπος γαλαζοαίματος!... Γαλαζο… Ε… Ας είναι και χρυσόρρο το αίμα του!... Τι μας κόφτει…

(Επανερχόμενη προς το κοινό.) Και, που λέτε, η στέψη στα μουλωχτά και κρυφά από τους δικούς του πραγματοποιείται τον Νοέμβρη του ’19 και, μάλιστα, με κινηματογραφικό τρόπο!... Ε… Ας είναι…

Κριεζώτης: (Εκνευρισμένος. Περπατά πάνω κάτω.) Ακούς εκεί να νυμφευτεί τη Μάνου! Τη Μάνου, μωρέ, τη Μάνου… Και μείς; Τι είμαστε, μωρέ; Τι είει…μαστεεε…

Μαίρη: (Προσπαθεί να τον ηρεμήσει.) Μα, Άρχοντά μου, έτσι τα ήθελε η μοίρα.

Κριεζώτης: Η μοίρα!... Ποια μοίρα, ρε Μαίρη. Γιατί, η κόρη σου δεν ήτανε άξια να γίνει γυναίκα βασιλέως! Δεεεεεν…

Μαίρη: Ήτανε, Σπύρο μου, ήτανε. Μα…

Κριεζώτης: Το αποφάσισα. Τελείωσε. Η Φιγιέττα ήταν άξια μόνο για βασίλισσα. Μόνο. Μόνο. Τώρα πια θα την κλείσω στη Σχολή Καλογραιών της πρωτεύουσας και κει για χρόνια θα μαθητεύει.

Μαίρη: Μα, Άρχοντά μου. Το κορίτσι μας πάνω στον ανθό της νιότης, τους ήλιους των ονείρων της και των δικών μας άστρων!...

Κριεζώτης: Αυτό. Τελείωσε.

Αφηγητής Β΄:(Εισέρχεται στη σκηνή, αφηγούμενος.) Το ’πε και το ’κανε ο βραχόκαρδος άρχοντας και εγγονός των σκληροτράχηλων Στρατηγών του ’21 του – εκ Κριεζών της Καρυστίας – Ευβοέα Νικόλα Κριεζώτη και του Σουλιώτη Κίτσου Τζαβέλλα…

Α΄: Κι όταν μετά από λίγους μήνες ο Αλέξανδρος πήγε άδικα από δάγκωμα πιθήκου και την ίδια περίοδο την έγκλειστη στην αθηναϊκή Σχολή Καλογραιών Φιγιέττα την άρπαξε με βίαιο τρόπο και την έκανε γυναίκα του ο – σπουδαγμένος στη Γαλλία – Γεωπόνος Γεώργιος Πνευματικός, ο Σπύρος Κριεζώτης έγινε αλλόφρων, αφήνιασε κι αποκλήρωσε την σαν βασίλισσα αναθρεμμένη πανώρια κόρη του Φιγιέττα.

Β΄: Αυτή περίλυπη και καταρρακωμένη, αποφάσισε να γίνει λυσίκομος και δακρύβρεχτη ικέτισσα, να τη λυπηθεί και να τη συγχωρέσει για ό,τι δίχως τη θέλησή της συνέβη…

Α΄: Από τα πολλά, μαζεύει τα θρύψαλα της ψυχής της και σπεύδει στη λατρευτή της Τριάδα.

Β΄: Φτάνει, λοιπόν, κοντά στο κριεζώτειο αρχοντικό. Σε λίγο, εμφανίζεται ο Άρχοντας πατέρας της καθήμενος στο πολυτελές μαύρο λαντό του, που το σέρνουν τρία ολόλευκα άτια-κέλητες και ο ηνίοχος το οδηγεί προς την απεραντοσύνη του τριαδίτικου κάμπου και του Παραγαλιώτη ποταμού για τη συνήθη πρωινή του βόλτα.

[Υπάρχει περίπτωση το ακόλουθο μέρος της σκηνής, και εφ’ όσον χρησιμοποιηθεί και μία άμαξα-μόνιππο, να παρασταθεί έμπροσθεν του Κριεζώτειου και συγκεκριμένα προς τη μεριά των στάβλων του επιβλητικού τριαδίτικου πυργόσπιτου.]

Η Φιγιέττα, σαν βλέπει τ’ άτια με τον Άρχοντα πατέρας της, τρέχει και πέφτει μπρος στην άμαξα-λαντό.

Γονατίζει, γίνεται ικέτισσα, τον εκλιπαρεί.

Φιγιέττα: «Πατέρα, είμαι η Φιγιέττα σου», η λατρεμένη σου κόρη Καλλιόπη. Η κόρη σου, πατέρα, που Φιγιέττα με αποκάλεσες και με μόσκους με ανάθρεψες!...

Κριεζώτης: Εσύ… (Και προς το έδαφος δείχνει υποτιμητικά με το βαρύ του χέρι…)

Φιγιέττα: Η κόρη σου, πατέρα, που, από την ώρα που είδα το ηλιόφως, Ηλιογέννηση και Αστραδενή με έλεγες και που, ως έλεγες, όλο το πυργόσπιτό σου φώτιζα κι όλο από χαρά πρόσωπό σου αχτιδοβολούσε!...

Κριεζώτης: Εσύ… (Και πάλι δείχνει υποτιμητικά με το βαρύ του χέρι…)

Φιγιέττα: (Γλυκαίνοντας κι άλλο τη φωνή της.) Ναι, εγώ είμαι, γλυκέ μου πατερούλη. Ηηηη...

Κριεζώτης: Ηηηη… (Και βιτσίζει με το καμτσίσκι του τον δροσερό αγέρα.)

Φιγιέττα: Η Φιγιέττα σου, πατέρα. Η…

Κριεζώτης: «Συ, ο άγγελος του πύργου μου, η δισεγγονή του Στρατηλάτου του ’21, που εκάθισες στο πλευρό Βασιλέως και εις το βάθος του ορίζοντος διεγράφετο δι’ εσέ το Ελληνικό Στέμμα, πώς συνθηκολόγησες έτσι και δέχτηκες έναν που δεν είναι καθόλου όμοιός σου; Αιδώς σοι!»

Αφηγητής Α΄: Λέων ανελέητος ο Κριεζώτης. Διέταξε να καλπάσουν τ’ άτια κι έφυγε κατά την Αγια-Καλλιόπη πέρα στην πράσινη θάλασσα του απέραντου αγροκτήματος και στα ρετσινοδακρύρροα πεύκα…

Β΄: Διαρκώς και διακαώς η σύζυγός του Μαίρη Καραβοπούλου μάταια τον εκλιπαρούσε να συγχωρήσει το κορίτσι. Αυτός σκληρός κι ανένδοτος.

Α΄: Την έρμη την Αλεξανδρινή την έκλεισε στο άνω δώμα του πύργου και εκεί μέρα νύχτα βολόδερνε και έρευε… Έκλαιε… Έκλαιε… Καιεεε… έρευε…

Β΄: Η μόνη της επαφή με τον έξω κόσμο η οικονόμος του πυργόσπιτου ήτανε, που της κρατούσε λίγη συντροφιά, της έφερνε λίγα μοβ κρίνα από την απέναντι άκρη του κήπου, που μ’ αυτά καθημερινώς στόλιζε την κορνίζα με τη φωτογραφία της κόρης της, που δεν τολμούσε πλέον ούτε ν’ αντικρίσει τα παραθυρόφυλλα του πύργου...

Α΄: Μαζί με αυτά η καλή της οικονόμος της έφερνε και τα προς το ζην εντελώς απαραίτητα, που όμως συνοδεύονταν από την αυταρχική επιταγή του εντολέα και αυθέντου της:

Κριεζώτης: (Προς την οικονόμο.) Ό,τι ελάχιστο χρειάζεται για να μην πεθάνει και βλαφτεί κι άλλο το όνομά μας!... Άκουσες, Ευδρομία; Άκουσες;

Ευδρομία: (Τρεμάμενη.) Μάλιστα, Άρχοντα και Αυθέντη μου! Μάαα…

Κριεζώτης: (Την παγώνει.) Σιωπή. Πράττε και σιώπα.

Ευδρομία: Μααά…λιστά…

Κριεζώτης: (Την εκτελεί με τη ματιά του, αυτή ως αερικό τρέχει στο πλυσταριό και το γειτονικό μαγερειό να κρυφτεί και τρεμάμενη να εργαστεί, ενώ ο Πυργοδεσπότης άτι φρουμάζον αφηνιασμένο και θεριό ασυγκράτητο χτυπά νευρικά το πόδι του στα δάπεδο του εξώστη και τάχιστα στα ενδότερα του οίκου του χάνεται.)

Αφηγητής Α΄: Έτσι, η άμοιρη Αλεξανδρινή μέρα με τη μέρα μαραζώνει και γρήγορα τα εγκόσμια για «τα χάη της αιωνιότητας» εγκαταλείπει!...

Β΄: Από την άλλη, ο κατά το πνεύμα και τη γραφή πολύ ιδιαίτερος και πολύτροπος συγγραφέας της Χαλκίδας Γιάννης Σκαρίμπας, που το συγγραφικό του άστρο τώρα ουρανοβατεί, σαν βλέπει την εράσμια Φιγιέττα καλλονή με τον γεωπόνο Πνευματικό αγκαζέ να διασχίζει τους δρόμους της μεγάλης του Ευρίπου πόλης, του φεύγει ο νους, η καρδιά του σπάζεται σε κομμάτια χίλια κι αυτός σαν μεθύστακας Μακρής τρεκλίζει και στο φανταστικό της σέρνετε πάη!

Α΄: Μα, καθώς μόνο η λοξή του η ματιά κι ο λογισμός του ο πολύστροφος μπορούσαν να την αγγίξουν, τι άλλο δυνόταν να πράξει πάρεξ να την χρίσει νύμφη των γραφών του και μούσα των ονείρων του, κατευθύνοντας καθοριστικά τα βήματα των συγγραφικών του εμπνεύσεων με τις ιδιότυπες λογοτεχνικές του δημιουργίες.

Β΄: Καθώς τον Νοέμβριο του 1934 η όμορφη Τριαδίτισσα με παρόμοιο τρόπο ακολούθησε τον καλό της Αλέξανδρο στους δρόμους της αθανασίας, ο – πάντα ερωτευμένος – Σκαρίμπας με απέραντο πόνο ψυχής και για ύστατο χαίρε προς τη λατρευτή του Φιγιέττα, έπλασε και αμέσως δημοσίευσε το συγκινητικό ποίημά του Φιγιέττα Γ. Πνευματικού, που θ’ αναγνώσουμε σε λίγο, ενώ λίγους μήνες αργότερα κυκλοφόρησε τον Μαριάμπα του, στον οποίο σημείωνε πως τον: «Αφιερώνω στον ιερό ίσκιο της Φιγιέττας Γ. Πνευματικού, της γλυκυτάτης κυράς που – ζωντανή – μου το ενέπνευσε.»

(Οι Αφηγητές αποχωρούν προς αντίθετες κατευθύνσεις. Για 1-2΄ από CD ακούγεται κλασική μουσική/ Σκαλκώτα.)

ΣΚΗΝΗ 4η: Η Φιγιέττα-όνειρο κι ο Σκαρίμπας

ΠΡΟΣΩΠΑ: Σκαρίμπας, Φιγιέττα-όνειρο, Μάχη, Κατερίνα Ρούσσου (μουσικός)

(Ακούγεται μουσική Σκαλκώτα. Μπαίνει η μικρόσωμη και κακοσουλούπωτη Μάχη Σκαρίμπα, παίρνει το βαρύτιμο ανθοδοχείο, που βρίσκεται επάνω στο παλαιάς κοπής ξύλινο τραπεζάκι, το οποίο εξ αρχής είχε τοποθετηθεί στη μια άκρη του εξώστη και ήτανε πλήρως σκεπασμένο με ένα μεγάλο τραπεζομάντιλο. Επιστρέφοντας, τραβά και το κάλυμμα και το παίρνει μαζί της. Ακολούθως, εμφανίζεται ο Σκαρίμπας, ο οποίος κάθεται στο γραφείο, οπότε γράφει και αποδίδει – ο ίδιος ή κάποιο άλλο πρόσωπο – την ποιητική του Φιγιέττα, την οποία βλέπει να ξεπετιέται ομπρός του και έντρομος μονολογεί για τον χαμό της και την «ιερή σκιά της».)

Ανάγνωση του ποιήματος Φιγιέττα Γ. Πνευματικού:


Περίεργη κι ιδανική, έτσι που έλεγες πως

ποιος ξέρει από ποιου βιβλίου σελίδα έχει ξεφύγει,

ήρθε σαν άξαφνη εποχή, κι ακόμα ήρθε καθώς

η μέθη του έαρος έρχεται με τ’ άνθινά της ρίγη.


Της φούστας της παίζοντας κει το βαλς το ποθεινό

ο αγέρας, της φανέρωνε κι ένα ποδάρι ονείρου,

κι αυτή – με εκειόν τον μέλανο στο όμμα πούχε ουρανό –

διάβηκ’ υψώντας μια πτυχή του θείου της ποδογύρου.


Κι έφυγε – αχ! Ποιος ξέρει πού της φούστας της, αριά,

τον γύρο υψώνει και πατεί – κυρία της νύχτας πρώτη –

και μόνο αφήκε εδώ κι εκεί, σαν μια σειρά κεριά,

τα φωτεινά των τακουνιών της χνάρια μες στα σκότη…

ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ: [Ο Σκαρίμπας συνεχίζει να γράφει και να αναγιγνώσκει δυνατά ό,τι σημειώνει.]

Μύγια θα τηνέ λέγω τώρα… (Συλλαβιστά.) Μύ - για!... (Μικρή παύση. Ανασηκώνει την κεφαλή του, γυρίζει τη ματιά του προς το εσωτερικό του αρχοντικού, όπου αναβλέπει τη σκιά της ώριας, μα δύστυχης, κόρης του τριαδίτικου πυργόσπιτου.)

Μη για «– Ίδια κούκλα (δεν ήταν!...)

  • Όχι, όχι: Ίδιος άνθρωπος!

(Ετούτο το μέρος μπορεί να παρασταθεί στο κατώφλι του διαδρόμου.) Και κάθισε ως να ετσακίστη στα δυο. Έμεινε σταματημένη και αδιανόητη, εκεί, σαν φιλμ που κόπηκε – χραπ! – στο σκοτάδι. Η ομπρέλα της – χάμω ανοιχτή και στα πόδια της – έμοιαζε, λες, σαν νάχαν αντάμα πεθάνει… Και ήταν σαν, ο ουρανός κουρδουκέφαλα.

Μύγια! κάνω σαλτάροντας.

  • Α χ ν α ι!

[…](Εδώ, η Φιγιέττα-Όνειρο τινάζεται και φεύγει, τρέχοντας ανάμεσα από το κοινό.) Κι έφυγε, μπρε!... Έφυγε με τα γοβάκια της – έρωτες που αλληλοκυνηγιόσαν στο δρόμο. […]Ω! πώς λες τίποτις ρουλεμάν τήνε τρέχανε! Ω! ποιες, λες, τήνε τίναζαν σούστες!...

[…]Και της ξανάρθε η ζωή σαν ένα γύρισμα – τσακ! – διακόπτη. Ήταν σαν ν’ έξαφνα, τα ηλεκτρικά, ξανάναψαν. […] ‘‘Μύγια! κάνω… Γ ι α τ ί;’’ Κι ένας κόμπος – κει – μ’ έπνιξε τ’ όνομά της ειπόντας. Κείνο το ρόδο στόμα της έλαμπε, σαν σ’ ένα ξεπάγιασμα αιώνιο…» (Τυφλοβδομάδα στη Χαλκίδα/ Κομμωτής Κυριών)


(Αναγιγνώσκεται από τον ίδιο τον Σκαρίμπα το λυρικό πεζοτράγουδο για τη φυγή της Φιγέττας και συγχρόνως πράττει ό,τι σημειώνει. Την ίδια στιγμή η Φιγιέττα-Όνειρο ανάερη και λικνιστή έχει επανέλθει στο προσκήνιο και πλέον πάει και στέκεται αγαλματοποιημένη στο απέναντι από τον Σκαρίμπα άκρο του εξώστη. Αποχωρεί πριν τη μουσική. Ανάερα η νεραϊδοκόρη εισέρχεται στο εσωτερικό του πυργόσπιτου, απ’ όπου θα εξέλθει λίγο μετά ως Κυρία του Πύργου και του Γιάννη ο πυρίφλεγος πόθος.)

(Σούλας Παπαγεωργοπούλου: Ανέκδοτα και αθησαύριστα κείμενα του Γιάννη Σκαρίμπα, σελ. 91-92)

« Φιγιέττα Γ. Πνευματικού

Ύψωσε το χέρι του ο κισσός και πιάστηκε ξανά από το γείσο του σπιτιού σου. Επρόβη ο χειμώνας, θαρθεί ξανά το καλοκαίρι. Και άλλα φεγγάρια θε ναρθούν και άλλος ήλιος. Η αγριομέντα και η ρίγανη ξανά θα μοσκοβολήσουνε στους βράχους. Και πάλι θα φουντώσουν στην ακροποταμιά οι ροδοδάφνες.

Πόσες φορές δεν φυλλορόισαν τα δέντρα!... Πόσες φορές δεν έκρουσε ο Απρίλης την καρδιά μου!... Σύρθηκαν καλοκαίρια τόσα μπρος στην πόρτα μου. Περπάτησα τόσες φορές τη νύχτα με φεγγάρι.

Κι είδα τ’ αστέρια να πηγαίνουνε. Είδα τη θάλασσα να ρέει. Ασπρίζει η μυγδαλιά στην άνοιξη, αλλάζει η όψη των ανθρώπων.

Κι όλα πηγαίνουν, όλα μαζί στο χρόνο!... (Εμφάνιση της Φιγιέττας-Όνειρο.)

Κι εσύ;

Εσύ σταμάτησες! (Αγαλματοποίηση Φιγιέττας.)

Έμεινες κει – σαν άγαλμα – ψηλά, πάνω απ’ τον καιρό κι από τον πόνο.

Σφίγγα λευκή – αινιγματική – η όψη σου πίνει την κούφια θλίψη της σιγής σου.

Αδιανόητη είν η ματιά σου σαν κρυστάλλινη. Ακύμαντη – σαν προτομή – είν’ η μορφή σου. Και μήτε μια τριχούλα δεν σαλεύει στο κεφάλι σου. Και μήτε ένα καράβι δεν πάει στη σιωπή σου. Βρίσκει η αστραπή την τεθλασμένη της, και συ ’σαι αδιάφορη και ωραία. Πήζουν τα φώτα μες στα ρίγη τους και συ πίσω απ’ τα πράγματα έχεις περάσει. (Αποχώρηση Φιγιέττας προς το εσωτερικό του σπιτιού.)

Λες και σταμάτησε ο χρόνος μπρος στο βλέμμα σου. Λες και μαρμάρωσε στη γαλήνη σου η αιωνιότη. Πουλί πικρό λες είσαι και στοχάζεσαι ψηλά στη στήλη της σιγής πώχεις καθίσει.

Πες μου, λοιπόν, πού βλέπεις όξ’ απ’ τα όρια; Δείξε μας πού πατάς όξ’ από τον χρόνο;

Μαριάμπας (δηλ. Γιάννης Σκαρίμπας)

Εφ. Ευβοϊκός Κήρυξ, αρ. φ. 11, 10-11-’34, σ. 4.»


ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Φιγιέττα Γ. Πνευματικού. [Μελοποίηση & ερμηνεία: Κατερίνα Ρούσσου. Πρώτη δημόσια παρουσίαση απόψε, στα Κριεζώτεια 2016.]






Θείο Τραγί


[Θα αναγνωστούν αποσπάσματα από το με τον Γιάννη και την κυρία του πύργου τμήμα τού εκ του Θείου Τραγιού Ε΄ κεφαλαίου των σελ. 93-99. Στο πρώτο τμήμα («Έβλεπα ένα φωτισμένο παράθυρο… του απωλεσμένου, του άπατου…» η Κυρία βρίσκεται στον επάνω όροφο του πυργόσπιτου. Εκείνη τη στιγμή ανοίγει το φως, βρίσκεται δίπλα στο παράθυρο, κάνει πως παίζει πιάνο, ο Γιάννης ξερογλείφεται… Εξ αρχής ακούγεται μουσική πιάνου. Λίγο πριν τη σκηνή με την ερωτική συνεύρεση, η κυρία έχει εξέλθει στο κατώφλι του πύργου και παίζει πιάνο, ενώ αυτός τη λιγουρεύεται. Συγχρόνως, το όλον ανάγνωσμα παρασταίνεται παντομιμικά. Το κείμενο έχει τροποποιηθεί, ώστε για πρακτικούς λόγους να λέγεται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τον αφηγητή και η Κυρία με τον Γιάννη ελάχιστα να συμμετέχουν.]

«Έβλεπε ένα φωτισμένο παράθυρο κι άκουγε γλυκές νότες πιάνου. Ήταν τόσο γλυκές σαν γιασεμιά που ξέρουν μονάχα τους πώς να μαραίνονται!

Έλεγε πως θα μελαγχολεί η Κυρία. Το σώμα του έφρισσε! Η ζωή του έριχνε χρυσές λάμψεις στο χάος.

‘‘Αχ, μονολογούσε, να μούρχονταν άξαφνα μια δικανιά απ’ τον πύργο!...’’

Η αίστηση του σπασμένου, του απωλεσμένου, του άπατου τον κέντριζε!...

Ώστε μια νύχτα δε βάσταξε. Έριξε γοργό βλέμμα στις λεύκες. Το παράθυρο ήταν του μεσαίου πατώματος. Τα δέντρα είχαν κλαδευτεί προς το μέρος του, σε τρόπο που να μην του σφαλάνε τη θέα. (Εμφάνιση του Γιάννη. Πηγαίνει αργά τοίχο τοίχο. Σε λίγο πλησιάζει το παράθυρο. Κάνει πως προσπαθεί να πηδήσει μέσα. Ακολουθεί την αφήγηση και πράττει ό,τι σχετικό λέγεται.)

Τα κομμένα μπράτσα τους, όμως, ακουμπούσαν απάνω του. Σαλτάρισε, λοιπόν, προς το ύψος καθώς μια φορά στη Σουμάτρα, όταν κυνηγούσε μαϊμούδες, και σε λίγο ήταν δυο δυόμισι μέτρα αλάργα της. Κάθονταν μπρος στο πιάνο της και έβλεπε το προφίλ της να λάμπει. Έπαιζε μια σερενάτα του Σούμπερτ.

‘‘Τι σου είν’ ο έρωτας, τούχε ειπωμένο ο επιστάτης. Ξέρεις από τι την αγάπησε; Απ’ τα δάχτυλά της τα ωραία! Καθώς το πιάνο της βούιζε, αυτά φτερακάγαν στα κόκκαλα. Οι βούλες των κόμπων τους, των νυχιών η στιλπνότη, εκείνο το πικάντικο πέταγμα πάνω στα πλήκτρα του πιάνου, τον ξετρέλεναν τον Κύριο.’’

Δρασκέλισε το ζωνάρι του τοίχου και πιάστηκε στην αχτινοσιδεροστιά του παράθυρου. Αυτή σιγοτραγουδούσε και τόπαιζε. Σ’ αυτό το δύσκολο έργο του, τον σιγοντάριζε φίνα. Το γλυκοκελαδηματάκι του πιάνου της με κείνο το μουρμουρητό των χειλιών της, τούδιναν ένα τέμπο στις σκέψεις του. […](Τώρα,) δεν είχε (τίποτε άλλο) παρά να δρασκελίσει και να ’μπει!

Μόλις τον είδε, αναστέναξε. Έκανε σαν πεταλούδα πιασμένη: ‘‘Αχ!’’ και του δείχνει το στήθος της! Εκεί την πονούσε! ‘‘Αχ!..’’, ξαναέκαμε κι έτρεμε. Έλεγες πως μόνο τα ‘‘αχ’’ της κατοικούσαν στο σώμα της. Το βλέμμα της είχε τη λάμψη της τρέλλας. Είχε στριφογυρίσει το κάθισμα με τις πλάτες στο πιάνο κι ήταν έτσι – όπως έφρισσε – σαν ’να ζώο στριμωγμένο στην κοίτη του!

‘‘Μα τι στο διάολο, της κάνει. Δεν υπάρχουν μπαλτάδες εδώ μέσα;’’

Αυτή έχασκε σαν πετρωμένη στη θέση της. Ήταν το βλέμμα της χαύνο. Σχεδόν άκουγε της συνείδησής της τους χτύπους.

‘‘Δεν ακούς; της ξανακάνει αυτός. Χάθ’κε μια καραμπινιά με λυκόσκαγα;’’

Κοιτάζονταν μόνο, σας λέω, τίποτε άλλο…

‘‘Να ’ χα ριχτεί καμιάς δούλας σου, κάνει ο χαμοζωήτης ο Γιάννης, τώρα θάταν ο πύργος στο πόδι, και δε σου λέω πολύ, το λιγότερο θα με κάνανε σάπιο, ενώ εδώ πάλι η τύχη μου σκάλωσε με το να φοβάσαι το σκάνταλο, το κουτσομπολιό, τον αφέντη.’’

Της έριξα ένα βλέμμα τράγου και τα ρουθούνια του μίληγαν. Βαρβατίλας εβρώμαγε!... Ήταν το θείο τραγί! Μέεεε

Γιάννης: Δε με βρίζεις, τουλάχιστο;

Αφηγητής: Και μ’ ένα της μύτης του φύσημα σβένει τη λάμπα. Τότε την έπιασε. Είχε κατιτίς το μοιραίο η σμίξη τους!»

(Σβήνει ο προβολέας που φωτίζει τη σκηνή και τα δρώμενα. Την Κυρία την πιάνει ο Γιάννης και τη φέρνει κοντά του. Μένουν εικόνα αγαλματοποιημένη, παγωμένη. Μετά από λίγο επανέρχεται το φως, υποκλίνονται και αποχωρούν.)

Κ. ΜΠ.: (Ως κατακλείδα.)

«Η θλιμμένη κυρία με τα μωβ κρίνα, που κάθε βράδυ μια καμαριέρα της τα έφερνε από το κιόσκι και αυτή τα στόλιζε δίπλα στη φωτογραφία της κόρης της Φιγιέττας, λίγο καιρό μετά μαραζωμένη από τη θλίψη έπεσε στο κρεβάτι ένα βράδυ και δεν ξαναξύπνησε. Μα και η τύχη της μητέρας μου, λέει ο Νίκος Πνευματικός-Κριεζώτης, δεν στάθηκε καλύτερη. Πέθανε μόνη, σε μια κρύα κάμαρη, το 1934, από μόλυνση, που της προξένησε στο πόδι ένα τρίψιμο από το καινούργιο γοβάκι.

Στο βυζαντινό ξωκλήσι της Αγίας Καλλιόπης στην κρύπτη των Κριεζώτηδων αναπαύεται έκτοτε η Φιγιέττα Κριεζώτη-Πνευματικού, η αρχοντοπούλα που μια φορά κι έναν καιρό, όπως λένε και στα παραμύθια, την είδε, τη θαύμασε και ίσως την αγάπησε ένα ωραίο βασιλόπουλο… Που κι αυτό – τι τραγική σύμπτωση! – πάνω στον ανθό της νιότης του, πέθανε από μια τυχαία μόλυνση!»

Από την άλλη, ο Σκαρίμπας σε επιστολή του προς τον Αντώνη Σιδερή και τη σύζυγό του Κατίνα Μπάιλα στις 5 Ιουνίου 1935, μεταξύ άλλων γράφει για την φυγή της Φιγιέττας:

«[…]Ξέρετε; Η κυρία με τα μαύρα πέθανε! Πέθανε η γυναίκα με το μέτωπο, με τα πέντε στο κάθε χέρι δάχτυλα. Συνεπής κι εγώ στους όρκους μου – και τι όρκους! μπρος σ’ αυτούς ήταν τίποτα οι όρκοι οι λεγόμενοι ‘‘στα ύδατα της Στυγός’’ – συνεπής, λοιπόν, κι εγώ στους όρκους μου ότι θα την ακολουθούσα μέχρι τάφου (και πέραν αυτού), ετήρησα τον λόγο μου: τη συνόδεψα έως τον τάφο και τον προσπέρασα. […]Σας εσωκλείνω εδώ μία μικρή φωτογραφία της.

[…]Τώρα τυπώνω τον Μαριάμπα. Σε κανά δυο εβδομάδες θάναι έτοιμος. Είναι εμπνευσμένος από την άμοιρη τη Μαύρη Κυρία, (Κυρία με τα μαύρα), όταν ακόμη ζούσε. Πέθανε τον Νοέμβρη που μας πέρασε στις 19 του μήνα χαράματα. Πέθανε στην αγκαλιά μου τραυλίζοντας τ’ όνομά μου. Τώρα, γράφω ένα μυθιστόρημα – είδος συνέχεια του Μαριάμπα, μ’ αυτήν πεθαμένη πια. Γινήκαν τα πράγματα όμορφα. Πέθαν’ αυτή κι όχι εγώ. Είδες φιλότιμο; Γινήκαν σαν παραγγελία τα πράγματα. Μια χαρά τρώω και πίνω. Προ παντός το τομάρι.» (Τάσου Καλαθέρη: Γιάννης Σκαρίμπας. Άγνωστες επιστολές 1930-1936. Σελ. 110-111)

Ποια κατά την επιμελήτρια των επανεκδιδόμενων βιβλίων του Σκαρίμπα και Φιλόλογο Πανεπιστημιακό Κατερίνα Κωστίου ήταν η Φιγιέττα Κριεζώτη-Πνευματικού στο ανυπέρβλητο λογοτεχνικό έργο του μεγάλου Χαλκιδέου συγγραφέα;

Σχετικά, σε κείμενό της σημειώνει: Σαν «στον πατέρα της ανάγγειλαν τη γέννησή της με τη (γαλλική) φράση (ότι γεννήθηκε ένα κορίτσι) cest une filliete, αυτός (παρ’ ότι στη συνέχεια τη βάφτισαν Καλλιόπη), αποφάσισε πως έπρεπε να τη λένε Φιγιέττα.

Ζωντανή και πεθαμένη ήταν ο ίσκιος του Σκαρίμπα. Μύριαμ Χόπκινς Λάι, Κάι-Τσου, Μαίρη Δεπάνου, Νίνα Δολόξα, Άννα-μπελ Λη, Έλιζε Μαίηλ, Ουλαλούμ και προπάντων η Κυρά του πύργου στο Θείο Τραγί, δεν ήταν παρά οι ονειρικές μεταμφιέσεις εκείνης, της ιδανικά μυστήριας και μοναδικής (Φιγιέττας Πνευματικού)Μαριάμπας, σελ. 152


ΤΡΑΓΟΥΔΙ: Ουλαλούμ. Στίχοι: Γιάννης Σκαρίμπας. Μουσική: Νικόλας Άσιμος. Κιθάρα-τραγούδι: Κατερίνα Ρούσσου.



Κωνσταντίνος Κλ. Μπαϊρακτάρης

(Μεταποίηση) 15 Ιουλίου 2016







Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.