Παρασκευή 17 Ιουλίου 2020

ΛΙΓΝΙΤΩΡΥΧΕΙΑ ΠΑΛΙΟΥΡΑ ΑΠ’ΤΟ 1913 ΕΩΣ ΤΟ 1973




ΛΙΓΝΙΤΩΡΥΧΕΙΑ ΠΑΛΙΟΥΡΑ ΑΠ’ΤΟ 1913 ΕΩΣ ΤΟ 1973
Λιγνίτης μια «παλιά ιστορία» θαμμένη στους «αιώνες».
Του Θανάση Κούτου


Αν έπρεπε να συγκεράσουμε τις πληροφορίες από γραπτές πηγές και άλλα στοιχεία καταγραμμένα ή όχι με τις προσωπικές μαρτυρίες ανθρώπων, συγχωριανών μας, που έζησαν στην περιοχή και εργάσθηκαν στην εξόρυξη  αρχικά του λιγνίτη και απ’ το 50 και μετά του ξυλίτη, θα συμφωνούσαμε στο γεγονός της λειτουργίας των λιγνιτωρυχείων απ’ το 1913 περίπου.
Μνήμες δεν υπάρχουν από εκείνη την εποχή. Η διαίσθησή μου και η στοματική παράδοση από ακούσματα ανθρώπων που ζουν σήμερα, μας οδηγεί σ’ αυτό το συμπέρασμα και θα αναφερθώ εκτενέστερα στην συνέχεια αυτού του αφιερώματος, που ρίχνει φως στις συνθήκες δουλειάς και στα γεγονότα που 
1955.Το μηχανοκίνητο γεωτρύπανο με χειριστές τους Γιωργο Τζιφή και Θανάση Βλάση
διαδραματίζονταν εκείνες τις εποχές, στοιχεία προσδιοριστικά για το ποιόν της κοινωνικής και οικονομικής ζωής μιας ολόκληρης περιοχής.
Η γνωστότερη τοποθεσία που συνδέεται με την εναρκτήρια περίοδο αυτής της υπεδάφιας εκμετάλλευσης και δραστηριότητας των επιχειρήσεων που «προσέδραμαν» στην περιοχή Πάλιουρα, είναι αυτή της «Γκρεμήλας», στο ρέμα «εκεί που βλέπει» η Μονή της Παναγίας, απέναντι περίπου από τον «Μύλο του Κανάτα».Αργότερα και μετά το 1938, λιγνιτοφόρα κοιτάσματα εντοπίσθηκαν και στις τοποθεσίες «Αϊ-Λιας» και «Παλιοχώρια».
Λέγεται μάλιστα ότι στα «Παλιοχώρια» εκτεινόταν τα προεπαναστατικά χρόνια, το πρώτο χωριό. Ύστερα και μετά το 1835 τα πρώτα σπίτια μετά το ρέμα, με την διασπορά των «Βαβουλαίων» στις γύρω περιοχές. Τα πρώτο σπίτι λένε στην είσοδο του χωριού απ’ την πλευρά του ρέματος ήταν κτισμένο δίπλα σε μια «Παλιουριά» και σ’ αυτό λένε οι «παλιοί» οφείλει την μετονομασία του το χωριό. Η εταιρεία παρέμεινε στην περιοχή περίπου μια δεκαετία, έως το 1923 περίπου. Ήταν μια ιδιαίτερα δαπανηρή επένδυση για την εποχή, με την Ελλάδα μέσα από πολέμους, αρχικά για την εκδίωξη των Τούρκων και στην συνέχεια με την εμπλοκή της στους βαλκανικούς να προσπαθεί να ανακτήσει τα παλιά γεωγραφικά της όρια.
Η πολιτικο-στρατιωτική κατάσταση εκείνης της «ρευστής» ιστορικής περιόδου παραπέμπει και κατατείνει στο γεγονός να πρόκειται για μια εταιρεία ξενικής προέλευσης που διέθεσε τα «κεφάλαια» κυρίως για τη σιδηροδρόμηση της  «γραμμής» Πάλιουρα-«Βρυσάκια» με βαγόνια που μετέφεραν το κάρβουνο για να φορτωθεί στην συνέχεια σε πλοία με προορισμό τις βιομηχανίες εκείνης της εποχής Αθήνας και Πειραιά. Το λογικότερο να
πρόκειταν για μια εταιρεία Γαλλικών συμφερόντων, όπου εταιρείες της χώρας αυτής «αλώνιζαν» την συγκεκριμένη περίοδο με δραστηριότητες εκμετάλλευσης κοιτασμάτων και μεταλλευμάτων και σε
πολλές άλλες περιοχές, όπως το Λαύριο, για σιδηροπυρίτη (αλλά και γαληνίτη και σφαλερίτη)  ο Παρνασσός που ήταν πλούσιος σε κοιτάσματα βωξίτη και το νησί Σέριφος(Κυκλάδες) με κοιτάσματα σιδηρονικελίου (χρυσοκούδουνα)
O Σπύρος Λάζαρης ο γνωστός «μυλωνάς της Καστέλλας» με πληροφορεί ότι απ’ τον πατέρα του Νικόλαο Λάζαρη έμαθε ότι η εταιρεία είχε την επωνυμία ΝΤΕΚΟΒΙΛ (ή DECOVIL) και χρεοκόπησε λίγο μετά την Μικρασιατική καταστροφή.
Ένα μεγάλο μέρος του σιδερένιου οπλισμού της «γραμμής» πέρασε τότε στα «χέρια» του Νικόλαου Λάζαρη που εμπορευόταν τότε στα χρόνια του μεσοπολέμου «δασικά προϊόντα». Τμήματα μικρά της σιδηροτροχιάς πέρασαν και σε πολλούς νοικοκυραίους κατά κύριο λόγο των Ψαχνών, όταν οι ιδιοκτήτες των λιγνιτωρυχείων έσπευσαν να εκποιήσουν ότι περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας μπορούσε να πουληθεί για αποπληρωμή του χρέους. 
Αν πάντως «υιοθετήσουμε» την επί ελληνικότερο άποψη για την επωνυμία ΕΤΕΚΟΒΙΛ εξίσου πιθανή εκδοχή (Εταιρεία Εξόρυξης Κοιτασμάτων Βιοθερμικού Λιγνίτη) θα μας παρέπεμπε σε Έλληνα ιδιοκτήτη.



Ο Συνδυασμός πάντως ύπαρξης κάποιας ξένης εταιρίας πίσω από έναν Έλληνα εκπρόσωπο – τοποτηρητή δείχνει τουλάχιστον λογικοφανής. Ο μπάρμπα-Γιώργης Μάλλιαρης (Μανιάτης) υποστηρίζει ότι ο ιδιοκτήτης ήταν Έλληνας και μάλιστα καταγόταν απ’ την περιοχή (Στρόπωνες – Στενή …). Κάτι τέτοιο δεν επιβεβαιώνεται όσον αφορά την καταγωγή του. Ο Νίκος ο Ρουσούλης και κυρίως ο Παναγιώτης Τρίκκας αποκαθιστούν πλήρως την αλήθεια και αποκαλύπτουν χωρίς κάποιες ιδιαίτερες λεπτομέρειες πάντως την ταυτότητα του «Άρχοντα των Υπόγειων Διαδρομών».
«Λεγόταν Γεώργιος Κατσής. Δεν ήταν από τα μέρη μας. Έμενε όμως μέχρι που έκλεισε το έργο στη Στενή, γι’ αυτό και κάποιοι του απέδωσαν κατά καιρούς εντοπιότητα».
«Θυμάμαι» μου αναφέρει ο μπάρμπα – Παναγιώτης Τρίκκας «τον παππού μου που μίλαγε για κάποιους Βούλγαρους αιχμαλώτους που τους είχαν φέρει να δουλέψουν στο έργο. Μάλιστα κάπου-κάπου τους φίλευε με κανένα τσαμπί απ’ την κληματαριά. Οι ίδιοι αναλάμβαναν να προσέχουν την καρπωσιά απ’ τους «επιτήδειους.» Ο πατέρας μου Δήμος ήταν μουγγός και φυσικά είχε πρόβλημα συνεννόησης. Όταν κάποτε πήγε να κόψει σταφύλια, οι Βούλγαροι που δεν ήξεραν πήγαν να τον ξυλοφορτώσουν..». Ο ίδιος θυμάται τον παππού του κάτοχο ενός σημαντικού τμήματος της σιδηροτροχιάς, που ένα μεγάλο μέρος της που δεν πουλήθηκε, «λεηλατήθηκε» από ντόπιους και ξένους….
«Ερχόταν τότε» λέει ο μπάρμπα – Παναγιώτης «ο Γιώργος Κατσαρής, ο γνωστός σε όλους μας Τσουλής και παρακαλούσε εκεί στις αρχές του ΄30 τον παππού να του παραχωρήσει τις ράγες, που τις έκοβε και τις μετέτρεπε σε πέταλα και τα πουλούσε. Ο παππούς ζήτησε μερίδιο απ’ τα κέρδη και η κουβέντα δεν συνεχίστηκε».
Μια άλλη μαρτυρία του Νίκου Ρουσούλη, «επικεφαλή» του έργου και αναπληρωτή επιστάτη κατά περιόδους που επιβεβαιώνει και ο προηγούμενος συνομιλητής μου αναφέρει :
«Ότι στα 1918 τραβούσαν τα βαγόνια απ’ την γαλαρία με χειρομάγγανο μέχρι την είσοδο και από ‘κει αναλάμβανε ο Κώστας Μάλλιαρης που ήταν γνωστός στους «παλιούς» ως «Ψυχράμης» με το άλογο που με γάντζο τραβούσε το φορτίο στο χώρο υποδοχής και διαλογής του κάρβουνου..».

Ο μπάρμπα – Παναγιώτης μου έδωσε τις πιο «μακρινές» πληροφορίες σε μια περίοδο που δεν «διασώζονται» οι μνήμες και φτάνουν με δυσκολία μέχρι τις μέρες μας. Μου είπε κι άλλα πολλά και ιδιαίτερα, όμως πρέπει να «οικονομήσω» τον χώρο. Τον ευχαριστώ και συνεχίζω με την αναφορά που κάνει στο βιβλίο του «ΤΑ ΨΑΧΝΑ» ο Κώστας Τζαβάρας και «φωτίζει» την εποχή μετά την Μικρασιατική καταστροφή» κοντά στα 1930 με μια πραγματική «δέσμη πληροφοριών».

Πιο κάτω από τον Άγιο Στέφανο και απέναντι απ’ το μοναχικό τότε σπίτι του Ματσαγκούρα, θυμάμαι ένα κομμάτι υπερυψωμένου εδάφους. Ήταν η «γραμμή» όπως το έλεγαν. Πράγματι αυτό ήταν ότι είχε απομείνει από την σιδηροδρομική γραμμή που συνέδεε κάποτε τον Πάλιουρα με τα «Βρυσάκια» και για να μην ξαφνιάζονται οι νεότεροι, γίνομαι πιο συγκεκριμένος. Στην περιοχή του χωριού Πάλιουρας υπήρχαν κοιτάσματα λιγνίτη την εκμετάλλευση των οποίων είχε αναλάβει κάποια εταιρία. Ο εξορυσσόμενος λιγνίτης (κάρβουνο) μεταφερόταν σιδηροδρομικώς στα Βρυσάκια και από εκεί φορτωνόταν σε πλοία.
Η γραμμή βέβαια ήταν στενή και τα βαγόνια μικρά. Αυτή η γραμμή, όπως θυμούνται οι παλιοί Ψαχνιώτες, περνούσε από την Τριάδα, από τον Πύργο, το Κόκκινο Λιθάρι, την Ταράτσα (όλα τοπωνυμία των Ψαχνών) και δίπλα από το σπίτι του Ματσαγκούρα περνούσε με γέφυρα το μικρό ρεματάκι, συνέχιζε δυτικά κοντά στο κοιμητήριο (Παναγιά) και στο σπίτι της Τσιρογιάννενας (το σπίτι του μακαρίτη Νίκου Τζίτζικα και της αδελφής του Βαγγελιώς) συνήθως σταματούσε για να ανεφοδιαστεί με νερό. Προχωρώντας δυτικότερα, περνούσε δίπλα από την Πλατάνα της Σωρούς, νοτίως του υψώματος Μπότσικα, όπου σήμερα είναι το εργοστάσιο Παλίρροια και αμέσως λόξευε προς βορειοδυτικά και, μετά τα χωράφια του Σπέη στο Σεντούκι, έστρεφε νοτιοδυτικά, άφηνε στο αριστερό το ύψωμα Ουρδί και κατέληγε στον παλιό Κεθριά, εκεί ακριβώς που φορτώνει σήμερα η ΛΑΡΚΟ το κάρβουνο σε πλοία. Στο σημείο αυτό υπήρχε σιδερένια γέφυρα στην οποία προσέγγιζαν τα πλοία και φόρτωναν κάρβουνο. Ένα μέρος της γέφυρας αυτής υπήρχε και επί των ημερών μου, όταν ήμουν παιδί (1930-1940). Η εταιρεία όμως κάποτε κήρυξε πτώχευση και τα πάντα εγκαταλείφθηκαν εκεί που ευρίσκονταν. Όπως μου διηγείται ο Θανάσης Σπανός, το 1925 όταν ήταν μικρό παιδί, θυμάται ότι στην Ταράτσα υπήρχε ακόμη ένα κομμάτι της γραμμής και λίγα βαγόνια με τα οποία έπαιζαν τα παιδιά εκείνης της εποχής.
Μηχανοδηγός του μικρού εκείνου τρένου ήταν ο Ψαχνιώτης Θοδωρής Ντάβος (Τζουτζουρής) μετέπειτα μηχανοδηγός της αλωνιστικής μηχανής και θερμαστής ο Κωνσταντής ο Ψάθινος (Κων. Ψαθάς) πατέρας του Τάσου και του Θανάση, ένας άντρας μικρόσωμος με πνεύμα και πολύ χιούμορ».
Ο Απόστολος Κουρτίδης αποτέλεσε την διάδοχο κατάσταση στην διεύθυνση, εκμετάλλευση και εμπορία του λιγνίτη. Ήρθε σε επαφή με τον Γεώργιο Κατσή, εκεί περί το 1935. Εδώ «εμπλέκεται» και ο Χρήστος Στεφανόπουλος που «έδρασε» στην περιοχή μέχρι το 1977, που φέρεται ως ο άνθρωπος που κατείχε τα «δικαιώματα» προσωρινής αναστολής μέσα από αποζημιώσεις της ιδιοκτησίας των κτημάτων των χωρικών των γύρω περιοχών. Ένας ευφυής έως πανούργος άνθρωπος, ήταν ο Κουρτίδης δημοσιογράφος ήταν το κύριο επάγγελμά του, που λέγεται ότι είχε και την εύνοια του Μεταξικού καθεστώτος, απ’ το οποίο όπως υποστηρίζεται «άντλησε» και τα πρώτα δάνεια – επιδοτήσεις, για την λειτουργία της επιχείρησης εξόρυξης λιγνίτη.
Υπό την νέα διεύθυνση τα λιγνιτωρυχεία, όπως με πληροφορούν ο Νίκος Ρουσούλης ο Στεφανής Τζιφής  και ο Παναγιώτης Τρίκκας καθώς και ο μετέπειτα «διαχειριστής» Γιώργος Τζιφής (Μιαούλης) άρχισαν να λειτουργούν από το ΄38-΄39 μέχρι το ΄44.
Ο λιγνίτης της περιοχής μας ήταν ένα μίγμα συμπιεσμένων φτερών (φτέρες) σε «κοτσάνια ή κότσια» 80 εκατοστών και τα κοιτάσματά του ήταν επιφανειακά. Οι γαλαρίες ακολουθούσαν μια ευθεία διαδρομή. Ο λιγνίτης ήταν επιφανειακός και μπορούσε να γίνει ορατός από ένα έμπειρο μάτι με «απλή παρατήρηση» κάποιων «φλεβών» λεπτής διατομής που με την διάνοιξη έφταναν σε παχύτερα στρώματα. Είχε όμως κι αυτός τις δυσκολίες του, για τον ρίχτη ή μιναδόρο απ’ το γεγονός της μικρής διατομής που έκανε στενόχωρη (μεταφορικά και κυριολεκτικά) την παραμονή του εργάτη παραγωγής στην «σπορία». Ήταν κατά πολύ ελαφρύτερος του «ξυλίτη» που «αποκαλύφθηκε» αργότερα (με την επαναλειτουργία του έργου το ’50).



Χαρακτηριστικά ο μπάρμπα – Γιώργης ο «Μιαούλης» αναφέρει «ότι όταν τον έπαιρνε ο ήλιος σκόρπαγε σαν μπαρούτι .. ». Ακόμη βρισκόταν σε μικρότερες ποσότητες καθιστώντας ασύμφορη την εκμετάλλευση του που σε επίπεδο βάρδιας δεν υπερέβαινε τα 20 με 30 βαγόνια και τους 15 τόνους συνολική παραγωγή.
«Οι Γερμανοί» θα μου πει ο μπάρμπα – Γιώργης «είχαν επιτάξει την εκμετάλλευση και όσοι εργάζονταν στο λιγνιτωρυχείο της Γκρεμήλας έπαιρναν ψωμί και συσσίτιο που επόπτευε ο ίδιος ο Κουρτίδης…».
«Επί πλέον» με πληροφορεί ο συμπατριώτης μου που δούλευε εκείνη την περίοδο στο «έργο» Νίκος Σμπρίνης (Κορνάρας) «οι Γερμανοί δεν μας ενοχλούσαν, μας άφηναν στην ησυχία και την μαυρίλα μας και δεν μας μετακινούσαν σ’ άλλα καταναγκαστικά έργα…».




Ο Παναγιώτης Τρίκκας επικεφαλής-βαρουκτσής, από τους γνωστότερους με την επικίνδυνη και ιδιαίτερα υπεύθυνη ειδικότητα.

«Θυμάμαι» μου λέει ο Παναγιώτης Τρίκκας «τρώγαμε ρεβίθι … και το σκουλήκι έκανε κρούστα στο πιάτο, που το καθαρίζαμε με το κουτάλι… Το τρώγαμε όμως για να συμβιβάσουμε δύο άσπονδους εχθρούς την σκληρή δουλειά και την απερίγραπτη πείνα μας…».
Ο Στεφανής Τζιφής συγκινημένος απ’ τις «θύμησες» της εποχής έρχεται να συμπληρώσει :
«Ο Κουρτίδης ήταν ο μόνος στον Πάλιουρα που είχε ραδιόφωνο και έμενε στο σπίτι του Πέτρου Σάκου.(Στραβοπέτρος) Ο Μεταξάς είχε προβλέψει τις εξελίξεις ως φαίνεται και είχε υποψιαστεί τις προθέσεις των Ιταλών φροντίζοντας από τις αρχές του ’40 να «πυκνώσει» τις σειρές κατάταξης. Όταν κηρύχθηκε ο πόλεμος, πολλοί συμπατριώτες μας βρέθηκαν στο μέτωπο. Όλο το χωριό μαζευόταν σ’ αυτό το σπίτι για να μαθαίνει τα νέα απ’ το μέτωπο …».
Το 1950 ο Κουρτίδης επανήλθε στην περιοχή μετά από παύση έξι περίπου χρόνων. Αρχικά με ξύλινα γεωτρύπανα και αργότερα με μηχανοκίνητα πραγματοποιούσε παντού γεωτρήσεις. Το 1952 αναζήτησε κοιτάσματα ξυλίτη και τα εντόπισε σε μεγαλύτερα βάθη.
Η ικανοποίηση και ο ενθουσιασμός του δαιμόνιου επιχειρηματία ήταν μεγάλη, όταν με θριαμβευτικό τόνο αναφωνούσε, σε αντιδιαστολή της συνήθους έκφρασης «θησαυρός ο άνθρακας»              Ο Στεφανής Τζιφής θυμάται :
«Πρέπει να ήταν το ’52. Κατέβηκε στο εργοτάξιο και συγκέντρωσε επιστάτες και εργάτες παραγωγής πριν το τέλειωμα της βάρδιας. Μία η ώρα ήταν το μεσημέρι. Ήταν πολύ ευδιάθετος όταν ανακοίνωσε ότι οι προσπάθειες απέδωσαν τα προσδοκώμενα. Βρήκαμε τον «μαύρο χρυσό» μας είπε. Όλοι θα ωφεληθούμε απ’ την εκμετάλλευση του ξυλίτη. Στους Παλιουριώτες ανήκει πλέον ο χαρακτηρισμός  οι «εκλεκτοί» του μεγάλου αφεντικού και θα είχαν προνομιακή μεταχείριση στην κατανομή των θέσεων και αξιωμάτων. Τρανή απόδειξη ότι ο Διοικητικός (Μιαούλης) και ο Τεχνικός (Άλας) Προϊστάμενος ήταν Παλιουρώτες, σε επίπεδο εργοταξιακό Ο Κουρτίδης κράτησε πραγματικό το λόγο του. Υπήρξε ομοθυμία και σύμπνοια, στην προώθηση ενός κλίματος χωρίς αποκλεισμούς και για τους άλλους περιοίκους, Αγιοθανασιώτες, Μακρυκαπιώτες, Λουτσαϊτες, Στενιώτες, Καθενιώτες και Αταλλιώτες.
Ο ξυλίτης, τώρα, ήταν κάρβουνο, από κορμούς δένδρων που είχαν καταπλακωθεί και θαφτεί για εκατοντάδες χρόνια ύστερα από απότομες καθιζήσεις και καταπτώσεις εδαφών. Για την μετατροπή τους σε «κάρβουνο» υπάρχουν δύο κύριες «καρβουνοθεωρίες» :
Κάποιοι επιστήμονες υποστηρίζουν ότι είναι αποτέλεσμα της θερμοκρασίας που αναπτύσσεται όσο βαθύτερα προχωράμε, ενώ κάποιοι άλλοι αναφέρονται σε θερμογόνες ζυμώσεις που προκαλεί μια ειδική κατηγορία πολυ-πολλαπλασιαζόμενων μυκήτων. Όπως και να ‘χει όμως το ζήτημα ο ξυλίτης κατά πολύ βαρύτερος και σε μεγαλύτερες ποσότητες ήταν ασυγκρίτως πιο εμπορεύσιμος και κάθε βάρδια είχε παραγωγική δυνατότητα που ξεπερνούσε τους 100 τόνους.
«Δεκάδες φορτηγά αυτοκίνητα, περίμεναν στη σειρά, υπομονετικά να γεμίσουν απ’ τα «σιλό» των εγκαταστάσεών μας στον «Αη – Λιά» θα συνεχίσει ο μπάρμπα – Γιώργης Τζιφής. Η παραγωγή την δεκαετία του ’50 διοχετευόταν στα «Κεραμοποιεία» της περιοχής, σε μερικά εργοστάσια της Αθήνας και του Πειραιά, όπως ο «Κρόνος» της Ελευσίνας, αλλά και στις εγκαταστάσεις της ΔΕΗ Κερατσινίου και Αλιβερίου. Ο Γλάρος μετά το ’63 έστελνε μόνο στο Αλιβέρι. Ήταν η εποχή όπου το «κάρβουνο» αποτελούσε μια φθηνή και συμφέρουσα λύση ως καύσιμη ύλη στην θέρμανση και βέβαια στην κίνηση λίγο πριν μπουν στην βιομηχανία το πετρέλαιο (60) και αργότερα το ηλεκτρικό ρεύμα (70) που «έστειλαν αδιάβαστες» τις εταιρείες εξόρυξης ανθρακοφόρων γενικώς κοιτασμάτων με την βιομηχανική έκρηξη που ακολούθησε.
Το 1957 η προσωποπαγής επιχείρηση Απόστολου Κουρτίδη απέκτησε εταιρικό χαρακτήρα και μετονομάσθηκε σε ΑΜΕΚΕ, προεξάρχοντος πάντα του πρωτοπόρου επιχειρηματία στον τομέα των εξορύξεων (ΑΝΩΝΥΜΟΣ – ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΕΥΒΟΙΑΣ).
Το 1963 αλλάζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς. Ο Απόστολος Κουρτίδης και η εταιρεία του αποσύρονται και τα αδέρφια Μιχάλης και Νικόλαος Γλάρος, αγοράζουν τον «εξοπλισμό» και ιδρύουν με την «παρουσία» και του Χρήστου Στεφανόπουλου την «ΛΙΓΝΙ-ΠΑΛ».Ε.Π.Ε. Η λειτουργία της εταιρείας θα συνεχίσει μέχρι το ’73 περίπου, και παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειες του Χρήστου Στεφανόπουλου, για συνέχιση της εκμετάλλευσης πείθοντας και τον έμπειρο εργοδηγό Αντώνη Μάλλιαρη να συνεργασθεί γι’ αυτό το σκοπό, η προσπάθεια θα «ξεφουσκώσει» και θα καταρρεύσει εκεί γύρω στο ’77. Ημεροκαταληκτική η πορεία των δύο συνεργατών και μοναχικός ο δρόμος. Η βιομηχανική επανάσταση «εισβάλλει». Τα λιγνιτωρυχεία φαντάζουν μουσειακά απολιθώματα που χάσκουν στις «ασπρώες» Πάλιουρα και Αγίου Αθανασίου, θυμίζοντας την σκληρότητα μιας εποχής, πάνω στην οποία «άνθισε» η οικονομική και κοινωνική ζωή του τόπου μας, έστω και αν πρόσκαιρα έφερε, την φρίκη, την θλίψη και την απόγνωση ως αποτυπώματα στις ψυχές των ανθρώπων που άφησαν πίσω τους δύο τραγικά θύματα και δεκάδες άλλες αναπηρίες που ακόμη και σήμερα συντηρούν το σύγκρυο της υγρής, ανήλιας και φοβερής γαλαρίας απ’ το 1913 μέχρι το 1973. Εμφανή σημάδια αλλά και αφανή, μέσα από ανθρώπινα κορμιά και ψυχές που φθάνουν ακόμη και στις μέρες μας καταπονημένα, απ’ τις αναθυμιάσεις και το ασφυξιογόνο περιβάλλον σκόνης και αερίων εκεί στα πενήντα – εξήντα και εβδομήντα μέτρα κάτω απ’ την επιφάνεια της γης.
Πριν περάσουμε στην περιγραφική απεικόνιση των παραμέτρων που συνιστούν την εργασιακή ζωή των λιγνιτωρύχων στις γαλαρίες της περιοχής για εκείνη την εποχή, θάταν χρήσιμο για το ιστορικό του θέματος, ν ΄αναφερθώ σε κάποια ιδιαίτερα στοιχεία των «Λιγνιτοκρατόρων», όπως τους γνώρισε ο κόσμος, απ΄το ΄38 μέχρι το ΄73 περίπου.
Την περίοδο της κατοχής, ο Απόστολος Κουρτίδης, διέμενε στο σπίτι της οικογένειας Πέτρου Τσάκου. Αργότερα και όταν επανήλθε να συνεχίσει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες σχετικά με την εξόρυξη κοιτασμάτων λιγνίτη και ξυλίτη, μετακόμισε στο σπίτι του Περικλή Κούκουρα (απέναντι απ΄το σημερινό πάρκο). Εκεί τον θυμάται η Κωνσταντία Καλέγκα, κόρη του αείμνηστου Γιάννη Αρνή, μικρό κορίτσι 10-12 χρόνων τότε (μέσα του ΄50) που τον περιγράφει μέσα απ΄τις συχνές επισκέψεις του πατέρα της για ζητήματα της εταιρείας.
« ΄Ενας αγέρωχος άνθρωπος, ιδιαίτερα ευγενής όμως και καλοσυνάτος με σπουδαία μόρφωση» θα μου πει η κ Κωνσταντία «Επίσης πολύ οικείος, φιλικός και διαχυτικός με τους  στενούς συνεργάτες του» Θυμάμαι ακόμη έναν μεγαλόσωμο κανελί σκύλο που πάντα τον συντρόφευε και τον συνέδεε με αμοιβαίες εκδηλώσεις λατρείας. «Ρεξ» τον έλεγε. Μία όμως μοιραία σχέση που τον έστειλε πρόωρα στον θάνατο, αφού προσβλήθηκε από «εχινόκοκκους» μια αθεράπευτη για την εποχή εκείνη ασθένεια
Μαρτυρίες και άλλων στενών συνεργατών του συντείνουν στο γεγονός ότι πρόκειται για έναν ευφυέστατο άνθρωπο και επιχειρηματία «που σχεδόν ποτέ δεν τραβούσε το σχοινί στις σχέσεις του με το προσωπικό και σχεδόν πάντα έπαιρνε αυτό που ήθελε απ΄όλους και κάτι παρα πάνω»
Με πνεύμα και έμφυτο χιούμορ, που το «διαχειριζόταν» με έντεχνο τρόπο και το μετέτρεπε σε αφοπλιστικές ατάκες, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη και τις εντυπώσεις του συνεργατικού του περίγυρου. ΄Ετσι τα πάντα κυλούσαν μέσα σ΄ένα πνεύμα συναντίληψης, που εξυπηρετούσε τα επιχειρηματικά του σχέδια και βεβαίως τα συμφέροντά του.
Οι αδελφοί Γλάρου και κυρίως ο Νίκος αποτελούσαν οικείες προσωπικότητες για την τοπική κοινωνία. ΄Ήπιων τόνων και ιδιαίτερα κοινωνικοί. Συναναστρέφονταν τους ντόπιους και συμμετείχαν στις κοινωνικές τους εκδηλώσεις. Εργατικοί και αεικίνητοι. Πολλοί θυμούνται το Νίκο Γλάρο να βρίσκεται απ΄τα χαράματα στο έργο και να συντονίζει τις εγασίες φόρτωσης κάρβουνου με προορισμό τα κεραμοποιεία και την Δ.Ε.Η. Αλιβερίου. Ιδιαίτερα φερέγγυοι στις πληρωμές και γενικά πολύ αγαπητοί επιχειρηματίες για τους ντόπιους εργαζόμενους.
«Οι κουμπαριές» για το Νίκο Γλάρο ήταν τέλος το «δυνατό του σημείο» σαν έκφραση κοινωνικής προσέγγισης και βεβαίως επικοινωνιακής πολιτικής με την τοπική κοινωνία.

ΠΡΟΣΩΠΙΚΟ ΚΑΙ ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΕΣ
Σε περιόδους ακμής της παραγωγής, το ανθρώπινο δυναμικό ξεπερνούσε τους διακόσιους έως διακόσιους πενήντα εργαζόμενους απ’ τα χωριά Πάλιουρα, Άγιο Αθανάσιο, Καθενοί, Λούτσα, Μακρυκάπα, Άτταλη και Στενή. Ακόμη κυρίως απ’ τα μέρη της Κύμης επιστάτες και τεχνίτες, καθώς απ’ το «κέντρο» Χαλκίδα και Νέα Αρτάκη σε μηχανικούς γεωλόγους κ.λ.π. Κάποιοι ελάχιστοι βέβαια από Αθήνα και Πειραιά.
Στο παραγωγικό «μέτωπο» υπήρχε ο εργοδηγός ή γενικός επιστάτης, ο οποίος όριζε τους επικεφαλείς κάθε βάρδιας και στοάς (γαλαρίας). Ήταν άνθρωποι έξυπνοι και ικανοί που μπορούσαν να επιβληθούν στους άλλους. Υπήρχαν οι σιδηροδρομίτες, τεχνίτες που μοντάριζαν τις ράγες που έρχονταν στο εργοτάξιο σε κομμάτια. Η μαστοριά αυτών των τεχνιτών επικεντρωνόταν στο ακριβές άνοιγμα της «γραμμής» σ’ όλο το μήκος της διαδρομής, ούτως ώστε να μην «σφηνώνεται» ή «φρακάρει» το βαγόνι ή να μην «λασκάρει» όταν το άνοιγμα των δύο σιδηροτροχιών ήταν μεγαλύτερο απ’ το προβλεπόμενο.
Σημαντική ειδικότητα ήταν κι αυτή του ξυλοδέτη ή ξυλοτύπη που αποκλειστικό του μέλημα ήταν οι προσεκτικές και ασφαλείς υποστυλώσεις.   
Οι ρύχτες ή μιναδόροι ή ορύκτες αποτελούσαν τους εργάτες παραγωγής. Οι μπαζαδόροι ήταν στην «διαχείριση» των άχρηστων υλικών (μπάζα) και επιφορτισμένοι με το «κοτσάρισμα» των βαγονιών.
Υπήρχαν ακόμη οι βαρουκτσήδες, που εμφανίστηκαν την περίοδο εξόρυξης και εκμετάλλευσης του ξυλίτη (μετά το ’50). Με ειδικά ηλεκτροκίνητα δράπανα και τρυπάνια άνοιγαν τρύπες, όπου τοποθετούσαν τα «μασούρια» δυναμίτιδας (φουρνέλα). Τα πυροδοτούσαν με θρυαλλίδα ελεγχόμενης καύσης (φυτίλια) δέκα λεπτά πριν την λήξη της βάρδιας και απομακρύνονταν προς την έξοδο της γαλαρίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι μπαζαδόροι και οι ορύκτες έβρισκαν «στρωμένη» δουλειά με την έναρξη της επόμενης βάρδιας. Μια  ειδικότητα με μέγιστο βαθμό επικινδυνότητας που απαιτούσε ειδική άδεια απ’ το Υπουργείο Βιομηχανίας (και ίσως Αμύνης). Ο Βαρουκτσής «έπαιζε κυριολεκτικά με την φωτιά». Σε κάθε βάρδια πραγματοποιούνταν πάνω από διακόσιες ελεγχόμενες εκρήξεις. Σ’ ένα διάστημα πέντε λεπτών ο Βαρουκτσής μπορούσε να ανάψει πάνω από 15-20 «μίντζες» και ν’ απομακρυνθεί.
Η εξόρυξη του λιγνίτη ήταν λιγότερο θορυβώδης αφού γινόταν με χειρωνακτικά μέσα στην γαλαρία. Στις υπαίθριες εργασίες θα συναντήσουμε κατ’ αρχήν στην είσοδο τον βιτσαδόρο (χειριστής), που είχε την ευθύνη ανέλκυσης των βαγονιών στην επιφάνεια. Τις εργάτριες διαλογής, τους μηχανικούς, τους ηλεκτρολόγους, τους χειριστές φορτωτών και ανυψωτικών μηχανημάτων και το ανώτερο τεχνικό και διοικητικό προσωπικό.
Όμως η πραγματική μάχη δινόταν μέσα στις γαλαρίες, όπου ο κίνδυνος των ατυχημάτων ήταν μεγάλος. «Οι εργάτες» μας λέει ο μπάρμπα - Γιώργης «έβγαιναν στο τέλος της βάρδιας σχεδόν μισοπεθαμένοι απ’ τα έντονα αναπνευστικά προβλήματα γιατί οι άνθρωποι δοκιμάζονταν σε ακραίες συνθήκες ανθρώπινου εγκλιματισμού».
Να προσθέσουμε τέλος ότι σε περιόδους «φουλ παραγωγής» είχαμε τρεις βάρδιες, 6:00 π.μ. – 14:00 μ.μ.,   14:00 μ.μ., - 22:00 μ.μ. και   22:00 μ.μ - 6:00 π.μ (πρωινή – απογευματινή – νυχτερινή). Επιστροφή στο σπίτι και «βούρ..» για τα πεύκα και «βοήθα Παναγιά μου …».





                                     



ΑΜΟΙΒΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
Λίγο πριν από τον πόλεμο, όταν ξεκίνησαν τα λιγνιτωρυχεία τα μεροκάματα απ’ ότι ενθυμούνται οι «εν ζωή» γεροντότεροι έφθαναν τις 32 δραχμές για τις «γαλάριες» και τις 28 δραχμές για τους επιφανειακούς εργάτες (γυναίκες). Ύστερα ήρθε η κατοχή και το πληθωριστικό χρήμα. Τα μεγέθη δεν είναι συγκρίσιμα. Αρκούσε όμως για τους εργαζόμενους το «συσσίτιο» σε μια περίοδο ανείπωτης πείνας και δυστυχίας.
Στις αρχές και μέχρι τα μέσα του ’50 τα μεροκάματα δεν υπερέβαιναν τις 40 δραχμές για τους εντός και τις 35 δραχμές για τις γυναίκες που εργάζονταν στην διαλογή και την επιφάνεια.
Μετά το ’55 τα μεροκάματα αυξήθηκαν στις 55 δραχμές για τους ορύκτες και στις 48 δραχμές για τους εξωτερικούς και κυρίως γυναίκες.
Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 τα μεροκάματα των εργατών είχαν φτάσει τις 80 δραχμές για τους «εντός» και τις 70 δραχμές περίπου για τους «εκτός». Το 1970, όταν ουσιαστικά «έκλεισαν» τα λιγνιτωρυχεία οι εργάτες (ορύκτες) παραγωγής έπαιρναν 120 δραχμές και γύρω στις 100 δραχμές οι γυναίκες.
«Τα λεφτά» θα μου πει ο μπάρμπα – Γιώργης, ο «Μιαούλης», «ήταν καλά για την εποχή τους και ο κόσμος βολευότανε. Όμως η δεκαετία «Κουρτίδη» συχνά επεφύλασσε δυσάρεστες εκπλήξεις για τους εργάτες. Δεν γίνονταν συστηματικές πληρωμές και μέσα από συνεχείς αναβολές ο κόσμος έχανε την σειρά και το κουμάντο του. Έπαιρνε συνήθως «έναντι» και δεν μπορούσε να προγραμματίσει τις ανάγκες του. Ο Γλάρος είχε σταθερές πληρωμές, στην ώρα τους … «στάγκα» που λένε…».
ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΣΘΕΝΕΙΕΣ
ΜΕΤΡΑ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΣ
Ιδιαίτερα ανθυγιεινά και μέγιστος ο βαθμός επικινδυνότητας για όσους εργάζονταν στις γαλαρίες. Στα θλιβερά « κιτάπια» της 30χρονης ιστορίας σχετικά με την λειτουργία των λιγνιτωρυχείων καταγράφονται δύο θανατηφόρα ατυχήματα, που έχασαν την ζωή τους δύο νέοι άνθρωποι :
Ο Θανάσης Κούτος από την Μακρυκάπα τον Σεπτέμβριο του 1960 στην γαλαρία Νο10 (Αη Λιάς) σε ηλικία 32 χρόνων. Το θανατηφόρο ατύχημα προκλήθηκε όταν ένα βαγόνι «ξεγαντζώθηκε» και ο συγχωρεμένος ακούγοντας το θόρυβο πρόβαλε το κεφάλι του. Το βαγόνι κατέπεσε με φοβερή δύναμη. Ο θάνατος επήλθε ακαριαίος. Την ίδια περίπου περίοδο, οι παλιότεροι δεν ενθυμούνται ακριβώς, λίγο πριν, λίγο μετά το θλιβερό συμβάν με τον συμπατριώτη μας, ένα τραγικό γεγονός και συγκλονιστικό για τους συναδέλφους, συγχωριανούς και περιοίκους, ένα παλικάρι γύρω στα είκοσι απ’ την Αχλαδερή Κύμης καταπλακώθηκε απ’ το σαθρό ταβάνι της γαλαρίας Νο9. Ο νεαρός εργαζόταν με τον Γιάννη τον Κατσαούνη απ’ τον Πάλιουρα τον γεροντότερο (της Κοντάρως). Ο συμπατριώτης μας ήταν απασχολημένος και δεν αντιλήφθηκε ως εμπειρότερος έγκαιρα τα «μπόσκα» στην οροφή (ταβάνι). Λέγεται όμως ότι ο νεαρός είχε αποκοιμηθεί σε κάποιο σημείο της «σπορίας» και δεν πρόλαβε ν’ αντιδράσει. Όταν ειδοποιήθηκε ο Διοικητικός Υπεύθυνος του εργοταξίου Γιώργος Τζιφής (Μιαούλης) ο νεαρός ήταν ήδη νεκρός και μεταφέρθηκε με το φορτηγό του Βασίλη Τρίκκα (Κρικέλας) στο Νοσοκομείο Χαλκίδας όπου απλά διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Δεκάδες ήταν και τα ατυχήματα, διαφορετικής διαβάθμισης όσον αφορά την σοβαρότητα των περιπτώσεων, που ωστόσο αυτοί που τα υπέστησαν κατάφεραν να επιζήσουν με ελαφρύτερες ή βαρύτερες συνέπειες για την υγεία τους. Ένα απ’ αυτά εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 με τον Αλέκο Τρίκκα απ’ τον Άγιο Αθανάσιο με το παρωνύμιο «Κύλιμπας».


Μάρτιος 1963. Ο Παναγιώτης Γκάνης μετά τον αρκετά σοβαρό τραυματισμό του στην «εταιρεία» δέχεται την επίσκεψη φίλων και συναδέλφων σε θάλαμο της κλινικής «Σκιάνη» (προτελευταίος από αριστερά).Σε πρώτο πλάνο διακρίνεται ο Γιώργος Τζαφέρος(Μπαμπούνας).
Αφηγείται σχετικά ο Παναγιώτης Τρίκκας (του Δήμου) που ήταν εκείνη την εποχή επικεφαλής – Βαρουκτσής σε κάποια απ’ τις γαλαρίες Κουρτίδη.
«Ο Αλέκος, επέμενε εκείνη την ημέρα, ότι δεν χρειαζόταν επιτήρηση στην «αρματωσιά» (γόμωση) και με προέτρεψε να συνεχίσω σε άλλη «σπορία» για να κερδίσουμε χρόνο. Δεν πέρασε πολύ ώρα αφότου είχα απομακρυνθεί όταν άκουσα σε μη προγραμματισμένο χρόνο ένα δυνατό κρότο. Έτρεξα και βρήκα τον Αλέκο αιμόφυρτο και τον Τάσο τον Βούζη που ήταν επικεφαλής «άσπρο σαν πανί» απ’ το σοκ σκυμμένο επάνω του. Τον μεταφέραμε και λίγο αργότερα του κόψανε το πόδι. Ακόμη και σήμερα διερωτώμαι πώς συνέβη. Ήταν ένα «περίεργο» ατύχημα που άφησε αναπάντητα πολλά ερωτηματικά. Ο Αλέκος μετά απ’ αυτό και με δική μου ευνοϊκή μαρτυρία βγήκε οριστικά στην σύνταξη».
Ένας άλλος Αγιοθανασιώτης ο Παναγιώτης Γκάνης τον Γενάρη του ’60 είχε καταπλακωθεί σπάζοντας τέσσερα παΐδια. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και στον Θανάση Τζιφή απ’ τον Πάλιουρα. Είχε επιστρέψει να πάρει το ρολόι που είχε ξεχάσει. Εγκλωβίστηκε ύστερα από υποχώρηση του «ταβανιού». Στις προσπάθειες απεγκλωβισμού του εργάτη ήταν τότε παρών και ο Αρχιμηχανικός της εταιρίας Αριστείδης Μπαρούνης που συντόνιζε τις ενέργειες.
Οι παλιότεροι θυμούνται και τον σοβαρό τραυματισμό ενός «Λουτσαϊτη» στην σπονδυλική στήλη. Ελαφρύτερα είχε τραυματιστεί και ο Αγγελής Δομέτιος. Το 1959 ο Σπύρος Τρίκκας του Νικολάου σε μια προσπάθεια του «συνεργείου των βαρουκτζήδων» ν΄αχρηστεύσουν μια ποσότητα δυναμίτιδας στην θέση «Παλιοχώρια»  υπήρξε θύμα των ανεπαρκών μέτρων προστασίας και ασφάλειας χάνοντας το δεξί του χέρι, μετά απ΄το «σκάσιμο»  κάποιου καψυλλίου της «αρμαθιάς»
Παρατηρούμε σχετικά ότι τα περισσότερα και σοβαρότερα ατυχήματα συνέβησαν την τετραετία ΄58-΄62, που φαίνεται ν΄ αποτέλεσε και την περίοδο υπερδραστηριότητας της εταιρείας  ΑΜΕΚΕ.                                                            Τον Γενάρη του ’69, ο Αλέκος Τρίκκας (Κουταλιανός) σε υποχώρηση της οροφής (ταβανιού) τραυματίστηκε σοβαρά στο κεφάλι και ταλαιπωρήθηκε πάνω από δύο χρόνια μέχρι ν’ αποκατασταθεί η υγεία του στο ΚΑΤ και την «ΠΟΛΥΚΛΙΝΙΚΗ» Αθηνών.
Η εκμετάλλευση του «ξυλίτη» επεσώρευσε πολλά δεινά για τους εργαζόμενους εκείνης της περιόδου. Ο βαθμός επικινδυνότητας εξ αιτίας του βάθους, της αστάθειας των υπερκείμενων πετρωμάτων και διάφορες άλλες ατυχείς συγκυρίες απαιτούσαν διαρκή ετοιμότητα σ’ ένα εργασιακό περιβάλλον, όπου η θολερή και δηλητηριώδη ατμόσφαιρα της γαλαρίας κυριολεκτικά παρέλυε τον εγκέφαλο και τους πνεύμονες.
Τα πνευμονικά προβλήματα (άσθμα, δύσπνοια κ.λ.π.) συνοδεύουν ακόμη και σήμερα (2006) τους απόμαχους «των υπόγειων διαδρομών». Γνωστή ασθένεια η «αγκούσα» που συνέβαινε συχνά σ’ όσους εργάζονταν μέσα στις γαλαρίες. Ο εργαζόμενος εισπνέοντας αναθυμιάσεις και αέρια ζαλιζόταν και έχανε τις αισθήσεις του. Τον ανέβαζαν στην επιφάνεια, τον τοποθετούσαν σ’ ένα τζιπ ή στην καρότσα κάποιου αυτοκινήτου και με διάφορες βίαιες ελικοειδής κινήσεις αυτών των οχημάτων που επανέφεραν (ξυπνούσε απ’ τον προσωρινό λήθαργο).
Υποτυπώδη τα μέτρα υγιεινής και ασφαλείας. Ανοίγονταν αυτοσχέδιες τρύπες στις οροφές των γαλαριών για εξαερισμό και αργότερα τοποθετούσαν και μεγάλους ανεμιστήρες. Μετά το ’65 ήρθαν και τα πλαστικά κράνη. Όμως η γαλαρία ήταν «μια πολύ σοβαρή υπόθεση» και δεν ήταν λίγοι αυτοί που μετά από λίγες εβδομάδες εργασία εγκατέλειπαν την προσπάθεια και δεν επέστρεφαν ούτε για την πληρωμή των κόπων τους. Δεν είναι τυχαίο τέλος ότι η εγκατάλειψη της εκμετάλλευσης των ανθρακοφόρων στρωμάτων επήλθε όχι γιατί στέρεψαν τα κοιτάσματα, αλλά επειδή η «Εταιρεία» ξέμεινε από ανθρώπινο εργατικό δυναμικό. Εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70 με την λειτουργία των μεγάλων εργοστασίων «Τσιμέντα» - «Δάριγκ» «Τσαούσογλου» έχουμε πλέον βιομηχανικούς εργάτες, απρόθυμους σε κάθε περίπτωση να ριψοκινδυνεύσουν για το μεροκάματο εκεί στα σαράντα και πενήντα μέτρα κάτω από την επιφάνεια της γης.
Η εκμετάλλευση του λιγνίτη ήταν πιο ασφαλής για τους εργαζόμενους, αφού τα στρώματα ήταν επιφανειακά και οι γαλαρίες σε ευθεία διαδρομή. Εκεί γέμιζες το βαγόνι και επέστρεφες «καβαλικεύοντας» στην είσοδο της στοάς.   
Σ΄ αυτό το σημείο πρέπει να προσθέσω, ότι ο Δημήτρης Μπάος απ΄ την Λούτσα, ο γνωστός μετέπειτα πολιτευτής, ένας αεικίνητος, ανήσυχος και ιδιαίτερα ευαίσθητος και προσηλωμένος στα συνδικαλιστικά ζητήματα, ήταν ο άνθρωπος που κατάφερε να συνενώσει τον εργατόκοσμο και να ιδρύσει το πρώτο σωματείο μετά το ΄55. Γνωστοί συνδικαλιστές υπήρξαν και ο Νίκος Τζιφής (Σπίθας)  και ο Γεώργιος Κύριλλος (Ζάγκας). Πρόεδρος και Γενικός Γραμματέας αντίστοιχα για αρκετά χρόνια και μέχρι το 1963 περίπου. ΄Ένα κίνημα ανώριμο για την εποχή. Απροσάρμοστος και διστακτικός ο κόσμος της γαλαρίας, επηρεασμένος  απ΄ τις πολιτικές φοβίες της εποχής δεν βοήθησε όσο θα έπρεπε και το όραμα των ντόπιων ηγετών ξεθύμανε πρόωρα.

ΔΙΑΒΑΘΜΙΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ
Υπήρχε το Διοικητικό το Τεχνικό και το Εργατικό προσωπικό. Στην κορυφή της πυραμίδας για την Διοίκηση ο Απόστολος Κουρτίδης Πρόεδρος της εταιρείας απ’ το ’40 έως το ’63 που το εργοτάξιο «άλλαξε χέρια». Ερχόταν με τους τεχνικούς συμβούλους κάθε εβδομάδα ή δεκαήμερο, όπου ενημερωνόταν για τις δυσκολίες και γενικά την πορεία του έργου. Ο Αριστείδης Μπαρούνης ήταν ο κορυφαίος τεχνικός σύμβουλος και Αρχιμηχανικός της εταιρείας, ο οποίος κατηύθυνε το τεχνικό τμήμα που αποτελείτο από εργοδηγούς και επιστάτες. Έδινε εντολές και έκανε συστάσεις για όλα τα μέτρα που θα βοηθούσαν για μια αποδοτικότερη εκμετάλλευση του έργου. Ο Γεώργιος Πίπης και κάποιος Σερβιτόπουλος, υπομηχανικοί – εργοδηγοί αποτελούσαν το στενό τεχνικό επιτελείο του. ΄Ήδη οι συνεδριάσεις μετά το ΄57 γίνονταν στο ιδιόκτητο κτίριο της εταιρείας πάνω απ΄ το ρέμα.
 Στα «υπόγεια» μετρούσε πάντα ο λόγος, η σοβαρότητα και η εμπειρία του Αντώνη του Μάλλιαρη (Άλφας) που είχε το απόλυτο λόγο σε θέματα προσλήψεων προσωπικού. Τα ίδια πρόσωπα συνέχισαν και με την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των λιγνιτωρυχείων απ’ το ’63 (Αφοί Γλάρου). Γνωστοί επιστάτες εκείνη την εποχή, ήταν ο Γιάννης Αρνής που έμεινε πολλά χρόνια στον Πάλιουρα και είχε γενικά αρμονικές σχέσεις με τους ντόπιους. Ήρθε απ’ τους πρώτους το ’50 και έφυγε με τους τελευταίους το ’70. Ακόμη ο Πέτρος Φιλήντας ένας πανέξυπνος πρακτικός μηχανικός μαζί με τον αδερφό του Κώστα απ’ την Ν. Αρτάκη, με έφεση στην αποκατάσταση των ζημιών, δίνοντας λύσεις όπου οι περιστάσεις το απαιτούσαν.
Ο Πέτρος Φιλήντας ήταν ένας «δαιμόνιος» πρακτικός μηχανικός με σπινθηροβόλο τεχνικό πνεύμα, που σχεδόν πάντα έδινε λύσεις και στο πλέον δύσκολο τεχνικό ζήτημα σχετικά με την λειτουργία των μηχανημάτων που ανέκυπτε. ΄Ηταν κουτσός, αλλά μοναδικός στις κατασκευές και επισκευές. Λέγεται ότι κατάφερε ν΄ αντιγράψει τον σχεδιασμό και την λειτουργία των μηχανοκίνητων μετέπειτα γεωτρύπανων και να κατασκευάσει έναν δικό του τύπο για τις ανάγκες της εταιρείας. Με την ευκαιρία ν΄ αναφέρω ότι μέχρι το ΄54 περίπου χρησιμοποιούσαν για τον εντοπισμό ανθρακοφόρων κοιτασμάτων το «ξύλινο» γεωτρύπανο, που ήταν χειροκίνητο, κουραστικό στο χειρισμό του και χρονοβόρο στην διαδικασία γεώτρησης.
Ο μπάρμπα – Γιώργης θυμάται και κάποιον «Καπασά» και έναν «Μπόκαρη» απ’ την Κύμη. Ακόμη κάποιον «Τσαλίκη» και τον Μήτσο Μπαμπαράκο. Όλοι Κουμιώτες! Με τον δεύτερο μάλιστα είχε έρθει σε μεγάλη κόντρα. Ήταν τότε που με τον Θανάση Βλάση (Βάρδα) ο Γιώργος Τζιφής είχε συνεταιρισθεί και με ένα ξύλινο γεωτρύπανο άνοιγαν δικές τους γαλαρίες και τις παρέδιδαν για εκμετάλλευση στην «Εταιρεία». Εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’50 γιατί αργότερα αναλαμβάνοντας βοηθός του γερο-Πίνδαρου, πήρε και τα «ηνία» στο Διοικητικό – Διαχειριστικό απ’ το ’54 και μετά όταν συνταξιοδοτήθηκε ο προϊστάμενος του. Γενικώς υπήρχε δυσπιστία και έντονος ανταγωνισμός μεταξύ ντόπιων και «ξένων» επιστατών, που συνήθως επικρατούσαν οι ντόπιοι που σε κάθε περίπτωση είχαν την υποστήριξη των συγχωριανών τους.
Ο Αντώνης Μάλλιαρης εξέταζε τις αιτήσεις για νέους εργάτες, ζύγιζε τις ανάγκες σε εργατικό δυναμικό του εργοταξίου και αναλόγως ενέκρινε ή απέρριπτε. Ο Γιώργος Τζιφής αναλάμβανε όλες τις «ενταξιακές διαδικασίες» όσον αφορά τα ασφαλιστικά και μισθοδοτικά δικαιώματα των νέων και βεβαίως παλαιών εργαζομένων. Ταυτόχρονα είχε τον διαχειριστικό έλεγχο σε επίπεδο εργοταξίου, όσον αφορά προμήθειες υλικών, καύσιμων υλικών, τιμολογίων κ.λ.π.
Έως τότε ο Πίνδαρος Βλάσης ήταν μια θρυλική μορφή των λιγνιτωρυχείων απ’ το 1938. Απόφοιτος του Σχολαρχείου (3τάξιο γυμνάσιο). Ένας πανέξυπνος και πνευματώδης άνθρωπος, δαιμόνιος σε επινοήσεις και ανατρεπτικό χιούμορ. Θυμόσοφος στα γεράματά του. Ήταν μια χαρακτηριστική φυσιογνωμία και μια σπουδαία προσωπικότητα για την εποχή του, ιδιαίτερα χρήσιμος για τους συγχωριανούς του.
Ιδιαίτερα ωφέλησε τον τόπο και ο Γιώργος Τζιφής που διαδέχτηκε τον Πίνδαρο μετά το ’54.
«Επί των ημερών του» θα μου πει ο Γιάννης Κατσαούνης «οι εργαζόμενοι δεν έχασαν ούτε ένα ένσημο και πολλά οφείλουν σ’ αυτόν τον τίμιο, ευαίσθητο και καλό πατριώτη».
Σ΄ αυτό το σημείο εκτιμώ, ότι πρέπει ν΄ αναφερθώ σε δύο πολύ σημαντικές παρουσίες στο χώρο των «υπογείων» για την «εταιρεία» που σήμερα δεν βρίσκονται ανάμεσά μας. Δύο άνθρωποι που σφράγισαν με την προσωπικότητά τους, το πάθος και το ταλέντο τους, μια  ολόκληρη εποχή. Πρόκειται για τον Γιάννη Αρνή και τον Αντώνη Μάλλιαρη (΄Αλφας).
Ο πρώτος «κατέφθασε» το 50-51 με πολλές «περγαμηνές» απ΄ τον χώρο των μεταλλείων, προερχόμενος ως επιστάτης απ΄  τη Βαύδο Χαλκιδικής (Λευκόλιθος) και την Γραμμένη Δράμας. ΄Ηταν ο άνθρωπος που με την άφθαστη εμπειρία του, σαραντάρης τότε, δίδαξε  την «τέχνη των υπογείων»  και όλοι οι μετέπειτα «θεσίτες» μαθήτευσαν κοντά στον Μπαρμπα-Γιάννη. Ο Γιάννης Αρνής, με βασικό προτέρημα τον ήπιο και κοινωνικό του χαρακτήρα έγινε γρήγορα αποδεκτός απ΄ την τοπική κοινωνία και απέκτησε «έρεισμα» στον χώρο των εργαζομένων. ΄Έμενε μαζί με την πολυπληθή οικογένειά του στο σπίτι του Θανάση Κατσικαντάμη με τον οποίο και κυρίως τους γιους του συνδέθηκε με ιδιαίτερους δεσμούς φιλίας και εκτίμησης.
« Η τοπική κοινωνία» θα μου τονίσει η κόρη του Κωνσταντία, αρχικά μας  υποδέχτηκε με θερμά φιλικά αισθήματα, μας στήριξε και μας βοήθησε να προσαρμοστούμε στο κοινωνικό περιβάλλον του χωριού. Ο πατέρας μου ήταν ένας καλοπροαίρετος άνθρωπος που βοήθησε πολλούς ντόπιους να προσαρμοστούν εργασιακά. Από κάποιους αυτός δεν εκτιμήθηκε όσο θα έπρεπε και έφυγε απ΄ την περιοχή το ΄71-΄72 μ αρκετές πικρίες. Εκτιμούσε ιδιαίτερα τον Αντώνη Μάλλιαρη με τον οποίο είχε μια άριστη συνεργασία. Εμπιστευόταν τον Νίκο Ρουσούλη αναπτύσσοντας φιλικές και κοινωνικές σχέσεις με την οικογένειά του πέραν των κοινών εργασιακών ζητημάτων που τους συνέδεαν. Ο πατέρας μου έχαιρε της απόλυτης εμπιστοσύνης του ιδιοκτήτη τη εταιρείας Απόστολου Κουρτίδη και δεν έμπαινε ποτέ στην λογική του αθέμιτου ανταγωνισμού για κανένα λόγο αφού ούτως ή άλλως δεν είχε ν΄ αποδείξει τίποτε και σε κανέναν.
Ο ίδιος ο Κουρτίδης θα συνεχίσει η κ Κωνσταντία, συνήθιζε να λέει «ΑΡΝΗΣ=ΕΤΑΙΡΕΙΑ=ΑΡΝΗΣ». Βέβαια Αυτή η "¨εξίσωση» «βόλευε" τον παμπόνηρο Κουρτίδη, που στο πρόσωπο του Γιάννη Αρνή διέβλεπε έναν μπιστικό και άξιο συνεργάτη, με κύρος στο χώρο εργασίας και επιρροή στην τοπική κοινωνία, που θα μπορούσε να εγγυηθεί την πρόοδο του έργου και να προωθήσει τα συμφέροντα της εταιρείας. Αργότερα υπηρέτησε στους βωξίτες Παρνασσού (Δίστομο) και πέθανε το 1999 στη Χαλκίδα.
Μία άλλη μεγάλη μορφή των υπογείων ήταν και ο Αντώνης Μάλλιαρης. Σοβαρός, υπεύθυνος και με μοναδικό πάθος για την δουλειά του. Είναι χαρακτηριστικό, όπως θα μου πει η σύζυγός του κ. Ευαγγελία, ότι έφυγε απ΄ τη ζωή με το εργοτάξιο στα χείλη του. Οι έννοιες για τι «έργο» τον συντρόφεψαν μέχρι την στιγμή του θανάτου του. ΄Ήδη οι γιατροί είχαν διαγνώσει «καμένο» τον μισό πνεύμονα. Ο άνδρας μου ήταν ένας πολύ πειθαρχημένος άνθρωπος σε σχέση με κακές συνήθειες, όπως το ποτό και το κάπνισμα. Οι γιατροί το απέδωσαν στις υπόγειες μεταλλευτικές εργασίες….
Η καρβουνόσκονη μπορεί να διέβρωσε το πνευμόνι του Μπάρμπα-Αντώνη, όμως η αγάπη ενός αυθεντικού «ήρωα» των «υπογείων» έμεινε αναλλοίωτη στο μυαλό του , για το εργοτάξιο που υπηρέτησε όπου κι αν εργάστηκε με πάθος, συνέπεια και μοναδικό ήθος.
« Οι τελευταίες αναλαμπές» όπως με πληροφορεί το οικογενειακό του περιβάλλον, «ήταν ένα εργοταξιακό παραλήρημα» και δεν θα αναφερθώ σε λεπτομέρειες λαϊκίζοντας στη μνήμη του.
Τον θυμάμαι πάντως το ΄77 ‘όταν ‘έπρεπε να του κάνω την πρόσληψη, σαν υπάλληλος του τομέα προσωπικού, στο Παρασκευόρεμα Προκοπίου, με πόσο καμάρι μιλούσε σ΄ ένα πατριωτάκι, για την πολύχρονη παρουσία του στα μεταλλεία…
Πέθανε τον Μάιο του 2005 στον Πάλιουρα σε ηλικία 75 ετών.
Απ’ τον Πάλιουρα ήταν και οι περισσότεροι επικεφαλείς, οι οποίοι ήταν «οι σύνδεσμοι» επιστατών και εργατών και οι οποίοι επιτηρούσαν μικρές ομάδες ορυκτών έχοντας μια «υπεροχή» έναντι άλλων σε ικανότητα, αντίληψη και ευφυΐα. Οι πιο γνωστοί απ’ αυτούς ήταν ο Νίκος ο Ρουσούλης, ο Γιώργος Μάλλιαρης (Μανιάτης), ο Γιώργος Βούζης (Ρίζος), ο Μήτσος Κατσικαντάμης (Σκαντάλης), ο Τάσος Βούζης και ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα τέτοιων ανθρώπων απ’ τα διπλανά χωριά. Ο Στέλιος Τρίκκας απ’ τον Άγιο Αθανάσιο ήταν ένας απ’ αυτούς.
Ξυλοδέτες που είχαν την ευθύνη των υποστυλώσεων, ήταν ο Γιάννης Χονδρός, ο Γιώργος Δομέτιος (ο γνωστός ψάλτης), ο Κώστας Πατερίτσας και ο γερο-Μήτσος Γκάνης. Γνωστοί «Βιτσαδόροι» αδειούχοι μετέπειτα κι αυτοί, ήταν ο Γιώργος Μάλλιαρης του Αγγελή, ο Δημήτρης Μπακάλης, ο Γιάννης Λούκας, ο Θανάσης Στεφανής, ο Αντώνης Κακαβάς, ο Γιώργος Κορδώνης και τ’ αδέλφια Γρηγόρης και Γιώργος Τζιφής (Μπάτσας και Φόλης αντίστοιχα). Απ΄ τους πιο γνωστούς «Βαρουκτζήδες» ο Παναγιώτης Τρίκκας, ο Στέφανος Τζιφής, και ο Θοδωρής Μάλλιαρης. Δύο ειδικότητες που ανήκαν στην κατηγορία των ειδικευμένων εργατοτεχνιτών.
Την περίοδο λειτουργίας του εργοταξίου κατά την κατοχή απ’ τους πιο γνωστούς επιστάτες ήταν ο Κυριάκος Μάλλιαρης και ο Κώστας Αγουρίδας (Κανατάς).
«Η αύξηση της παραγωγής» όπως θα συνεχίσει την αφήγησή του ο Γιώργος Τζιφής «ήταν το διαρκώς ζητούμενο για τον Κουρτίδη και τους συνεργάτες του. Οι επιστάτες σκοτώνονταν για το πώς θα ξεπεράσει ο ένας τον άλλον. Δεν γινόταν συστηματική εκμετάλλευση των κοιτασμάτων και πολύ κάρβουνο έμεινε σε τελική ανάλυση ανεκμετάλλευτο. Ο «ένας» πήγαινε μπροστά με την ομάδα του και ο «άλλος» πίσω στην δολιοφθορά. «Υπόγειος ακήρυκτος πόλεμος». Μην συζητάς! Έτσι για το ποιος θα αποσπάσει τα περισσότερα εύσημα και να γίνει αρεστός στο μεγάλο αφεντικό. Παραδοσιακή ήταν η κόντρα «Αρνή – Μπόκαρη». Ο πρώτος είχε πάντως μια ισχυρή ομάδα από ντόπιους υποστηρικτές, γιατί ήταν ιδιαίτερα διπλωματικός στις προσεγγίσεις του και ο Μπόκαρης ήταν μονίμως ριγμένος, ώσπου αναγκάσθηκε να τα μαζέψει και να φύγει. Είχε χάσει τότε και μια δίκη που είχε προκαλέσει ο ίδιος ύστερα από μήνυση εναντίον μου. Ποιος να πάει μάρτυρας μαζί του; Το πήρε βαρέως και έφυγε για την Κύμη την ιδιαίτερη πατρίδα του».
ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΗ
«Η διασκέδαση» θα μου πει ο μπάρμπα – Γιώργης «απλά πράγματα.» Τα λεφτά δεν έφταναν για κάτι τέτοιο. Να κάτι παρεούλες, ταβερνίτσες και μεζεδάκια. Όχι τίποτε σπουδαίο δηλαδή. Καμιά ρέγκα, τίποτε παστά και ελιές χαμάδες και βέβαια κρασάκι…
Στο καφενείο που πάντως ήταν μαζί ταβέρνα και μπακάλικο … σκαμπίλι, πρέφα και κολτσίνα …
Το τσιγάρο ήταν κι αυτό ένα είδος απόλαυσης. Χύμα, μια δεκάρα το ένα. Νο3 «Παπαστράτος», «Τέλειον» και «Ματσάγκος». Υπήρχαν τότε αρκετοί «Θεριακλήδες», αλλά και από «πότες» δεν πηγαίναμε πίσω. Είχαμε «γερά καψούλια».

Αυτή είναι η ιστορία των «Λιγνιτωρυχείων». Μέσα απ’ αυτό το αφιέρωμα ξετυλίχτηκε η ζωή εκείνων των ανθρώπων που με τον μόχθο και τον αγώνα τους προσπάθησαν να θρέψουν τις οικογένειές τους και να στηρίξουν τις σπουδές των παιδιών τους, της νέας γενιάς που ξεκίναγε με καλύτερες προϋποθέσεις εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70. Το κάρβουνο λοιπόν για μας τους νεότερους απετέλεσε την «πρώτη ύλη» για να ανάψουν οι πρώτες φλόγες της ελπίδας για ένα καλύτερο μέλλον.
Η λέξη «εταιρεία» για μένα που δεν μπορούσα ακόμη εκεί στις αρχές της δεκαετίας του ’60 να ξεχωρίζω έννοιες ήταν ταυτόσημη με αυτή της «γαλαρίας». Λίγο αργότερα έμαθα ότι η πρώτη ανήκε στ’ «αφεντικά» και η άλλη στους «προλετάριους» των «λασπερών υποχθόνιων λαγουμιών» της γης των Διρφύων.   







            


Νίκος Ρουσούλης


Παναγιώτης Τρίκκας


Σπύρος Τζιφής




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.