Τετάρτη 7 Φεβρουαρίου 2018

ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ ΒΟΤΑΝΑ:ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟ ΔΙΡΦΥΩΝ

ΑΡΩΜΑΤΙΚΑ ΦΥΤΑ ΚΑΙ ΒΟΤΑΝΑ:ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΔΗΜΟ ΔΙΡΦΥΩΝ

 

 Τα τελευταία χρόνια υπάρχει παγκόσμια ένα ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα αρωματικά φυτά και βότανα και τις πολλαπλές χρήσεις τους. Παρατηρείται άλλωστε μια αυξημένη ζήτηση σε φυσικά προϊόντα που είναι συνυφασμένη με το σύνθημα «επιστροφή στη φύση». Ολο και περισσότεροι πολίτες μαθαίνουν να χρησιμοποιούν τα βότανα στη μαγειρική, ως αφεψήματα ή την «αρωματοθεραπεία» για τη βελτίωση της υγείας και της ομορφιάς. Η αρωματοθεραπεία είναι μια πανάρχαια μέθοδος, η ιστορία της οποίας χάνεται μέσα στα βάθη των αιώνων. γιατί η αρμονία της υγείας και της ομορφιάς αποτελούσε ζητούμενο για τον άνθρωπο κάθε εποχής. Η παραδίρφυα περιοχή είναι μια από τις περιοχές της χώρας που έχουν το προνόμιο να υπάρχει πολύ μεγάλη ποικιλία αρωματικών φυτών και βοτάνων.

Τρίτη 6 Φεβρουαρίου 2018

ΜΥΛΟΣ ΣΤΑΜΑΡΑΣ


Παλιές λέξεις της Στενής-Ι

Ίγγλα:. Μια λουρίδα, που συνδέει τα δύο σχοινιά του τραφτού (στο αλέτρι) περίπου στη μέση, για να μην μπερδεύονται. Αλλά και φαρδύς δερμάτινος ιμάντας (λουρί) με τον οποίον δένουμε γύρω από την κοιλιά του υποζυγίου το σαμάρι, για να το στερεώσουμε.

Παλιές λέξεις της Στενής-Θ

Θαμπά:. Πάρα πολύ πρωί, την ώρα που χαράζει και δεν έχει ξημερώσει

καλά ακόμη. (Σηκώθηκα θαμπά σήμερα, για να πάω στο χωράφι).


Θελομπούρα:. Το θολό νερό, που κυλούσε στα ποτάμια μετά τις πρώτες βροχές, γιατί παράσερνε μαζί του χώματα, σκουπίδια κ.α. που είχαν

συσσωρευτεί στις όχθες του ποταμού ή που είχαν συμπαρασυρθεί από τις

νεροσυρμές και τους καταρράχτες, που δημιουργούσε η βροχή και είχαν κυλήσει μέσα στην κοίτη του ποταμιού.


Θεριακωμένος:. Ο πολύ ανεπτυγμένος στο σώμα, ο γιγάντιος, ο γιγαντόκορμος, γιγαντόσωμος.


Θεριστής:. Ο μήνας Ιούνιος.


Θερμασιά:. Η ελονοσία, ο ελώδης πυρετός. Επίσης λέμε και τις γυναίκες που με τις κακές κουβέντες τους σε «καίνε».


Θηκιάζω:. Βάζω το κάθε πράγμα στη θέση που πρέπει, στη θήκη του

δηλαδή.


Θημωνιά:. Σωρός από στάχια, αποτελούμενος από 500 δεμάτια.


Θράσος–θράσα:. Ο άντρας ή η γυναίκα, που ήταν άσχημος ή άσχημη, που δεν είχε χάρη κι ομορφιά η κουβέντα, το ντύσιμο, η συμπεριφορά τους. Με λίγα λόγια, ο άνθρωπος που δεν σε τραβούσε η συντροφιά του και ήταν εσωτερικά και εξωτερικά ασουλούπωτος και οι κινήσεις του (περπάτημα, χειρονομίες), δεν είχαν καμιά «αρμονία», ενώ παράλληλα δεν είχε καθόλου ευγενική

Δευτέρα 5 Φεβρουαρίου 2018

Παλιές λέξεις της Στενής -Ζ

Ζα (τα):. Τα ζώα που χρησιμοποιούσαμε για τις γεωργικές εργασίες (μουλάρια, γαϊδούρια, βόδια κλπ.). Τα λέγανε και «ζωντανά».

Ζαβλάκωμα:. Αποχαύνωση, αποβλάκωμα, κατάπτωση. Και ζαβλακωμένος, ο αποβλακωμένος, ο αποχαυνωμένος, ο ψυχικά και πνευματικά καταπονημένος. (Είναι ζαβλακωμένος από το πολύ διάβασμα).

Ζαβός-ο:. Για ανθρώπους λέμε τον ιδιότροπο, τον παράξενο, τον δύστροπο κλπ. Για πράγματα, το στραβό, το κυρτό. Και για τοποθεσίες, το ανώμαλο, το δυσπρόσιτο, το κακοτράχαλο μέρος.

Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΛΗΚΑΡΙΟΥ

Γιώργου Ντεγιάννη
Μέσα στους λόγγους

Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Αιώνια δε ζει στη γης. Ο Γιάννος, αυτό το λιοντάρι, το ανήμερο θεριό, το άτρομο παλληκάρι, η
τρομάρα του Τούρκου αγγελοφέρνει. Ψυχομαχάει! Ετοιμάζεται για το αγύριστο ταξίδι. Δεν του μένει τίποτε ατέλειωτο σε τούτονε τον κόσμο. Όλα τα απόσωσε. Ελευθέρωσε Πατρίδα. Ανθρώπου δε θόλωσε νερό. Απόχτησε βιός. Τρακόσα πρόβατα αφήνει κληρονομιά στο γιό του. Και του στερνοπαραγγέλνει: «Δήμο, την ευκή μου νάχεις παιδί μου! Πιο πολύ να σκοπεύεις  και πιο λίγο να δουλεύεις». Και σε λίγο: Να μη κόψεις το παιδί από τα γράμματα». Για το εγγονάκι του μιλούσε το Γιάννη, που πήγαινε στην πρώτη του ελληνικού. Τάπαιρνε το παιδί τα  γράμματα και το αγαπούσε διπλά ο παππούς γιατί είχε το όνομά του.

Άμα τέλειωσε τις παραγγελίες, ευκήθηκε και τους άλλους και κατόπι έκλεισε τα μάτια και σταύρωσε για πάντα τα χέρια. Ήταν έτοιμος για την τελευταία κατοικία.Φεύγει ευχαριστημένος.

Παραμονή σε βουνό



Από τη στήλη «Στο περιθώριο της ζωής»
Εφημερίδα ΤΟ ΒΗΜΑ
Πέμπτη 4 Ιανουαρίου 1968
Χειμώνας σε βουνό. Δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία, τώρα που μας έλειψε η Πάρνηθα. Σε απόσταση εκατόν είκοσι περίπου χιλιομέτρων από την Αθήνα, η Στενή της Χαλκίδας. Δυόμιση ώρες το σύνολο της διαδρομής.

Παλιά η γνωριμία μας. Στις πλαγιές της Δίρφυς, την είχαμε χαρεί σε θερινούς μήνες, πάνω στις εξάρσεις του πράσινου και του ατέλειωτου παφλασμού των νερών της. Εδώ δε το «ατελείωτο» δεν έχει την έννοια της ημιτελούς συμφωνίας. Είναι η αδιάκοπη υγρή συμφωνία που εκτελείται χειμώνα-καλοκαίρι σε όλη τη μουσική κλίμακα, από καταρράκτες με αδιάκοπη ροή και από βρύσες χωρίς διακόπτες, που δίχως στιγμή διαλείμματος, χαρίζουν την αφθονία τους όλες τις ώρες του έτους από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός και από νυκτός μέχρι πρωίας.
Το υγρό τραγούδι συνοδεύει τους Στενιώτες από το λίκνο ως την υπόγεια στέγη τους, που και αυτή την υπόκρουση του χειμάρρου έχουν μεταθανάτια συντροφιά τους.
Όπου νερό και βλάστηση. Στα πράσινά της γνωρίσαμε τη Στενή. Γυμνοί τώρα οι πλάτανοι, οι καστανιές, οι συκιές, οι καρυδιές, οι κερασιές, οι βυσσινιές της.
Που και που ο κισσός αγκαλιάζει από κανένα γερό πλάτανο για να τον προστατεύσει με το πράσινο κάλυμμα από την ψύξη.
Το πεύκο ανηφορίζει ως το τελευταίο όριο της αντοχής τους. Επί ένα διάστημα η συνύπαρξη με το έλατο. Ώσπου πέρα από τα  εφτακόσια μέτρα, μόνο αυτό μένει άρχοντας του βουνού, σοβαρός κάτω από το σκούρο του μανδύα.
Πασπαλισμένη με χιόνι η κορυφή του όρους. Έρημος ο χωματόδρομος που οδηγεί σ΄αυτήν. Ποιός αφήνει το χωριό πάνω στις ετοιμασίες της παραμονής; Ούτε οι βοσκοί. Λίγοι ορειβάτες μόνο ανέβηκαν στην κορυφή να κόψουν την πίττα στο καταφύγιό τους.
Στο χωριό εμείς. Με το «δέντρο» του κι αυτό. «Δέντρο» της κοινότητας στη μικρή πλατεία του χωριού. «Δέντρο» στα μαγαζάκια, «Δέντρο» στα σπίτια. Ρίζωσε για καλά το «Δέντρο» στην Ελλάδα. «Δέντρο» και στο ξενοδοχείο μας.
Καθαρό, κόμοδο, λογικό στις τιμές, με τον εορταστικό διάκοσμό του, με το βαθύ τζάκι, όπου πυρπολούμενη και πολύφλογη η ξύλινη σάρκα παραδίδεται στην περίπτυξη της φλόγας.
Χαρούμενα νιάτα γύρω σ, ένα μεγάλο τραπέζι. Αγόρια και κορίτσια. Το νέο κύμα στη ζωηρή αλλά και κόσμια εμφάνισή του. Ζωηρότητα που εκόπαζε στο σημείο πέρα από το οποίο θ΄άρχιζε να γίνεται ενόχληση. Δεν έγινε. Έγινε κρουνός απ΄όπου ανέβλυζε η ιλαρότητα για μας τους άλλους που τους καμαρώναμε και τους ραίνουμε με τις σιωπηλές ευχές μας.
Από ποιες βόρειες χώρες να προέρχονταν τα δύο ζευγάρια των ξένων;
Ωραία, ροδαλά και καλοδεμένα παιδιά. Μ΄ένα βιβλίο στο χέρι, δεν σήκωναν τα μάτια παρά για ανταλλάξουν τις οπτικές τρυφερότητές τους.
Απορία στο εγχώριο πλήρωμα: Νέα παιδιά και να το ρίξουν στην ανάγνωση με τόσο πάθος! Που να φαντασθούν – κι ας διανύουμε – ότι έξω από μας η ανάγνωση είναι σταθερή ψυχαγωγία των ανθρώπων.
Στα πεζούλια, κάτω από τη θωπεία του χειμωνιάτικου ήλιου. Γυναίκες του χωριού με κίτρινες μαντήλες στο κεφάλι, διαλαλούν από τα πεζούλια τα προϊόντα τους.
Μέλι, καστανόχωμα, ραδίκια, φασόλια μαυρομάτικα, φλισκούνι, ρίγανη, τσάι του βουνού, σύκα, καρύδια.
Δεν είναι πλουτοφόρα για τους εκθέτες τα εκθέματα. Αλλά μήπως σας ζήτησαν πλούτη! Δεν ζητούν παρά ν΄αναλώσουν ειρηνικά τις ημέρες τους, ισόβιοι ακροατές της υδάτινης συμφωνικής και του θροΐσματος των πλατάνων.

Π. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ


Γιδάρης



Ο Γιδάρης ή βοσκός
Στη Στενή, σχεδόν όλοι είχαν οικόσιτα ζώα, όπως κότες, κατσίκες, ακόμα και πάπιες, όσα σπίτια ήταν δίπλα στο ποτάμι.
Με τον τρόπο αυτό εξασφάλιζαν κρέας, αυγά, γάλα και κατά συνέπεια τυρί, μυζήθρα, ξινοτύρι κ.α.
Και ασφαλώς μιλάμε για γεωργικές οικογένειες, γιατί όσοι ασχολούνταν με την κτηνοτροφία, είχαν τα κοπάδια τους στο βουνό και το χειμώνα τα κατέβαζαν στα χειμαδιά.
Συνήθως είχαν κατσίκες και ελάχιστοι αρνιά.
Ένας απ’ τους λόγους αυτής τις προτίμησης ήταν και τα σπίτια, που ήταν
διώροφα λόγω έλλειψης χώρου και στο ισόγειο ήταν οι αποθήκες και ο σταύλος και στο πάνω πάτωμα έμενε η οικογένεια.
Τα αρνιά λοιπόν βελάζανε πολύ και ενοχλούσαν, ενώ οι κατσίκες βέλαζαν λιγότερο. Άλλωστε τα αρνιά προτιμούσαν την ελεύθερη βοσκή.
Τις κατσίκες λοιπόν έπρεπε κάποιος να τις βοσκήσει και δυστυχώς οι
δουλειές τις οικογένειας ήταν τόσες πολλές, που δεν πρόφταιναν.
Γιαυτό λοιπόν υπήρχε ο Γιδάρης.
Τη δουλειά αυτή αναλάμβανε ένας από τους κατοίκους του χωριού,
ύστερα από συνεννόηση με τους ιδιοκτήτες των ζωντανών και ανάλογα
με τον αριθμό που είχε το κάθε σπίτι καθοριζόταν και το τίμημα, το οποίο θα ήταν σε χρήμα ή σε είδος. Οι ιδιοκτήτες ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν τα ζωντανά τους σε συγκεκριμένο σημείο και σε ακριβή ώρα, αφού προηγουμένως τα είχαν αρμέξει.
Ο γιδάρης ή βοσκός, τα έπαιρνε, τα οδηγούσε σε διάφορα σημεία που
υπήρχε βοσκή και το απόγευμα τα γυρνούσε στο χωριό.
Η επιστροφή των κατσικιών στο χωριό γινόταν πριν από τη δύση του
ήλιου. Αυτά χωρίς καμιά ιδιαίτερη καθοδήγηση κατευθύνονταν από μόνα
τους στο σπίτι τους, ενώ ο γιδάρης τα σαλάγαγε μέσα από τα στενά δρομάκια.
Γιδάρηδες ή τσοπάνηδες διατέλεσαν κατά καιρούς οι:
Μακρής Δημήτριος (Μπαΐρας)
Μακρής Χρήστος (Καλιμπάς) και (Λατζόνης)
Παλαιολόγος Κωνσταντίνος (Ντουλής)


Γιάννης Γιαννούκος























«Αυτά τα γυαλοκόμματα μας κάμαν χωρίς πρόβατα»


Γιώργου Ντεγιάννη
Μέσα στους λόγγους


......Να βάνης σκοπό στη δουλειά, αυτό θεωρούσε ο γερο-Φαλαγγίτης για πρώτο. Και τόλεγε και το ξανάλεγε στο γιό του,όσο ζούσε, και τόνε συμβούλευε: «Να προβλέπεις,να παιδεύεις το νού σου,να καταστρώνεις το σκέδιο της δουλειάς πρώτα κι ύστερα να κανονίζεις και πρόγραμμα: από πού να αρχίσεις και που να τελειώσεις». Ο Δήμος ήταν άξιος δουλευτής, κατάλυνε βουνό. Αλλά νόμιζε, πως τίποτε πέρα από τη δουλειά δε χρειάζεται.

Η σκέψη είναι για αυτούς,που δεν έχουνε,να κάμουν δουλειά. Για τους χασομέρηδες».

Δεν τόλεγε του πατέρα του, αλλά φαινότανε πως αυτό ήθελε να πει. Για αυτό τον έβοσκε έγνοια το γέρο: «Όσο είμαι ζωντανός κι ορμηνεύω κάτι πάει κι έρχεται.Τι θα γίνει άμα κλείσω τα μάτια;»

Άμα έλειψε ο πατέρας και πήρε ο Δήμος το κοπάδι, πολλές φορές του ήρθανε στο νου τα στερνά λόγια του πατέρα του. Όχι όμως για να κάμει καταπώς είπε ο γέρος,παρά να το πεί και να το ξαναπεί το λάθος που είχε ο συχωρεμένος. «Ο μακαρίτης ήτανε καλός με το πάρα πάνω,αλλά γινότανε βαρετός με τις ορμήνειες του. Οι γέροι άμα δε μπορούνε να εργαστούνε πιά, άλλη δουλειά δεν έχουνε από το να  δίνουνε συμβουλές.Το είπε ένας μια φορά: Πιο πολύ να σκοπεύεις και πιο λίγο να δουλεύεις» το πήρανε τώρα σκοινί γαιτάνι από πάτέρα σε παιδί.Πιο λίγο να δουλεύεις!Εδω που χρειάζεται να περπατείς τη νύχτα ψαχτά! Να πολεμάς το λύκο με το ραβδί! Να φυτρώνεις κάθε δυο-τρία δράσκελα μέσα στο χιόνι…Θεέ μου συγχωρεσέ με  μεγάλο λόγο  λέω,πατέρας μου ήτανε….»

Στο βουνό φύλαε τα πρόβατα ο Δήμος, όταν ήρθανε τα «χινοπώρια».Ζύγωσαν οι αποκριές για το Σαρανταήμερο.Εποχή που ξεκινούνε τα κοπάδια από τα βουνά για τα χειμαδιά.

Από δυο τρείς ημέρες ο καιρός είχε αγριέψει κι ο Δήμος τα χαμήλωσε τα πρόβατα στα βόρεια της Κλεισούρας. Το χειμαδιό όμως δεν ήταν από κεί.Περίμενε να αναπάρει ο καιρός και τότε τα ανέβαζε πάλι ,θα διασελώνανε το βουνό και θα κατηφορίζανε για την ακρογιαλιά.

Ανήμερα τις απόκριες ο καιρός γιαλόκοψε. Ο άνεμος ανέβασε τα σύγνεφα απάνω κι από τις ψηλές κορφές.

Η ζωή μετά την απελευθέρωση.Τα πρώτα χρόνια





«Ο κόσμος ρίχτηκε στη δουλειά. Η γης έχει, βλέπεις χερσέψει εξαιτίας του Τούρκου. Θέλει δουλειά,για να σπείρουνε σιτάρι,να φυτέψουν αμπέλι,να βάνουνε κλαριά.

  Οι ανάγκες του πληθυσμού είναι μεγάλες. Θέλουν εισόδημα να ζήσουνε, να ξεκαινουργιώσουνε σπίτια, να χτίσουνε νεα,να
φτιάσουνε δρόμους, να χτίσουν εκκλησίες ,σκολεία,βρύσες. Από πού να αρχίσουνε και που να τελειώσουνε. Χρειάζονται χρήματα να πλερώσουνε φόρους. Το Έθνος έχει μεγάλες ανάγκες. Του λείπουνε δρόμοι, λιμάνια, φάροι,σκολεία….τι δεν του λείπουν! Τι είχε στην αρχή, όταν ήρθε ο Κυβερνήτης. Και τα ορφανά του δεκάχρονου πολέμου ποιος άλλος παρά το Έθνος θα τα ζήσει.

ΓΛΥΚΟ ΜΑΣ ΧΩΡΙΟ



Γιώργου Ντεγιάννη

Μέσα στους λόγγους.

Σαν την παλίρροια της θάλασσας της θάλασσας έχει πολλές φορές μετατοπίσει το έθνος μας  μέσα σε τούτη τη χώρα, που μας ανήκει από χιλιάδες χρόνια:μέσα στην Ελλάδα μας.

Σαν πλήμμηρα ξαναγυρίζουν οι Έλληνες στον καιρό της ελευθερίας από τα βουνά στους κάμπους.Γεμίζει ο τόπος χωριά. Και στις πολιτείες μαζεύονται πιο πολλοί παρά όσοι χωρούν εκεί να ζήσουν.

Στο Καταφύγι τα παρατήσανε τα σπίτια και κατεβήκανε στα χαμηλώματα. Ακάπνιστα όπως μείνανε σωριάσανε με τον καιρό. Ίδια ρημάξανε και τα Φύλλα. Κι άλλα κι άλλα χωριά.

Μόνο η Κλεισούρα δεν το αποφασίζει να κουνηθεί.

ΕΓΚΛΗΜΑ ΚΑΙ ΤΙΜΩΡΙΑ



Για κάθε παράλειψη που αφορά το δάσος υπάρχει και μία τιμωρία. Αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Το μόνο άγνωστο είναι το πότε; Τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Ε.Ε. είναι μάλλον τα αισιόδοξα. Φανταστείτε τα απαισιόδοξα που δεν αποκαλύφθηκαν ποια είναι. Τουλάχιστον πέντε μήνες από τη ζωή του χάνει ο κάθε άνθρωπος λόγω της μόλυνσης του περιβάλλοντος και της απώλειας οξυγόνου από τις πυρκαγιές που καταστρέφουν τα δάση. Το ερώτημα που θα κάνει κάποιος είναι ότι από πότε η αδιαφορία θεωρείται

Σάββατο 3 Φεβρουαρίου 2018

ΜΠΟΜΠΟΤΑ




Την εποχή της αυτάρκειας που η κάθε οικογένεια καλυπτόταν μόνο με αυτά
που καλλιεργούσαν οι ίδιοι,  οι νοικοκυραίοι έπρεπε να φροντίσουν  να υπάρχει ισορροπία  στα είδη διατροφής που παρήγαγαν. Έτσι λοιπόν ένας νοικοκύρης της Στενής  φρόντιζε να παράγει σιτηρά και δημητριακά σε σωστή αναλογία για να μην στερηθεί η οικογένεια του κάτι από αυτά.  Έτσι λοιπόν παρήγαγαν από ένα μερτικό καλαμπόκι, κριθάρι, τα οποία χρησιμοποιούσαν και σαν ζωοτροφές, από ένα μερτικό φάβα και  ρεβίθια και δυόμιση μερτικά σιτάρι.

Παρασκευή 2 Φεβρουαρίου 2018

Τα Βρουκολιά (Βουκολιά)

Τα Βρουκολιά (Βουκολιά)



Πριν από 70 και πλέον χρόνια, στη Στενή υπήρχαν 400-500 αγελάδες-βόδια, τα οποία δεν μπορούσαν να συντηρήσουν ή να τα εκτρέφουν στα σπίτια τους λόγω έλλειψης χώρου κυρίως. Γι αυτό το λόγο υπήρχαν άνθρωποι οι οποίοι συγκέντρωναν όλα τα βοοειδή του χωριού και δημιουργούσαν τα Βρουκολιά (Βουκολιά).
Οι βουκόλοι έφτιαχναν μια μάντρα σε κάποια περιοχή,
που συνήθως ήταν μία από τις παρακάτω: Θυμάρια, Λιβάδια, Βρωμόκλαρο, Παλιάλωνα, Μεγάλο χαντάκι, Πέτρα, Ξυδάδες, μαδαρούς κλπ.
Ο ορισμός του χώρου που θα λειτουργούσε το Βουκολιό γινόταν με κοινοτική απόφαση.
Τα ζώα τα συγκέντρωναν οι βουκόλοι προς το τέλος Μαρτίου, που

Πέμπτη 1 Φεβρουαρίου 2018

Τα στέρφα και τα γαλάρια



«Τα κατσίκια πρέπει να χωριστούν από τις γίδες για να μη βυζαίνουνε. Τρόπος άλλος δε γινόταν.Οι γίδες έχουνε μνημονικό. Δεν ξεχνούνε τα σημάδια του κατσικιού των, ούτε και τη  φωνή του. Κι αν ακόμη τους κλείσεις  μάτια κι αυτιά, πάλι το ξεχωρίζουνε το δικό τους κατσίκι ανάμεσα σε χίλια, από τη μυρουδιά. Δεν είναι σαν τις προβατίνες. Τούτες οι τελευταίες, άμα τους κουρέψεις το αρνί και το μουτζουρώσεις με το καζάνι, δεν το πλησιάζουνε πια. Βελάζει αυτό, δέρνεται,σκοτώνεται, ρίχνεται στη μάνα του.Που αυτές! Ανασηκώνουνε τα πισινά τους πόδια για να του τραβήξουνε το μαστάρι από το στόμα,αν πετύχει να πιάσει ράγα, και γυρίζοντας του δίνουνε κουτουλιές και το ξαπλώνουνε στη γης.

Αυτή είναι η ιστορία του νερού.

Γιώργου Ντεγιάννη

Μέσα στους λόγγους.

Μια ασημόχρωμη ταινία νερό βγαίνει από την σχισμάδα του βράχου,γλυστράει,πηδάει,γκρεμίζεται,αφρίζει γύρω στις μικρές πέτρες με τα λογιών λογιών χρώματα και σκάβει λίγο και πιο βαθιά κάθε στιγμή την αυλακωσιά της.

Από πού έρχεται το γάργαρο,το δροσερό  νεράκι,που ξεπετιέται από τον αναμμένο βράχο;

Ακροαστείται το μουρμουρητό του:

«Έρχομαι από μακριά,από βαθιά,πολύ μακριά πολύ βαθιά. Έκαμα ταξίδι μακρινό,χωρίς να ιδώ στο δρόμο μου ήλιο.

Αρχή αρχή ήμουνα σύγνεφο και ταξίδευα στον ουρανό.Κατόπι έγινα νυφάδα χιόνι,σταλαγματιά βροχή,πάχνη,δροσιά. Κατέβηκα να δυναμώσω τα χιόνια των ωηλών βουνών,τα ρυάκια και  τα ποτάμια, που κατεβαίνουν από κει.

Το τζακι



Το τζάκι ήταν το σημαντικότερο σημείο του σπιτιού. Από το τζάκι είχαν ζέστη, φωτισμό, μαγείρευαν, ζέσταιναν νερό, έπαιρναν κάρβουνα για το σίδερο. Μπροστά στο τζάκι(παραγώνι) μαζευόταν η οικογένεια τις κρύες νύχτες του χειμώνα και οι γυναίκες έκαναν τα νυχτέρια τους γνέθοντας με το λιγοστό φως που τους έδιναν τα κούτσουρα  που καίγονταν. Επίσης για τους μοναχικούς η φωτιά και τα παιχνίδια που έκαναν οι φλόγες ήταν η μοναδική και

Το μόλεμα



Γιώργου Ντεγιάννη

Μέσα στους λόγγους.

 

Αφηγείται ο γέρο-Μπαραλής:
Τον καιρό που έπεσε το μόλεμα,ήτανε χωριά κάτω
στον κάμπο ο Αι Νικόλας, η Αγία Τρίτη κι η Σκουντέρι. Ο  Αι Δημήτρης, που είναι τώρα ερημοκκλήσι ήτανε το καθολικό της Σκουντέρης. Εγω έφτασα και τη βρύση ξερή. Και το υδραγωγείο φαίνεται και τώρα. Πήγαινε το νερό από τα Καμπιά κάτω τη Ράχη. Έπεσε που λες το μόλεμα και τα μάζωξε αυτά τα χωριά. Και βουκολούδι που ήμουνα μικρός με άλλα παιδιά και φυλάγαμε τα βόδια, έβλεπα,καθώς πήγαινε κανένα βόδι να ξυστεί στον όχτο, να ανοίγει το μνήμα και να φαίνονται μέσα σωρός κόκκαλα. Δεν μείνανε ζωντανοί να ξεθάψουνε τους πεθαμένους.

Τότες για να γλυτώσουν εδώ στο χωριό,χώσανε τις