Φαδοκούβαρο:. Το κουβάρι με το υφάδι, που με τη βοήθεια της ανέμης, γινότανε μασούρι και το έβαζαν στη σαΐτα για την ύφανση.
Φαΐ:. Η λιωμένη ελιά από τις ρόδες στο αλώνι του λιοτριβιού. Επίσης τα υλικά με τα οποία «γεμίζουμε» διάφορες πίτες ή γλυκά ταψιού.
Φάκα:. 1) Ποντικοπαγίδα. 2) Ειδική φράση: πιάστηκε στη φάκα: συνελήφθη επ΄ αυτοφώρω ή αποκαλύφθηκε, ενώ ετοίμαζε κάτι πονηρό ή κακό.


