Τρίτη 13 Φεβρουαρίου 2018

Στενή Χαλκίδας


Από την εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ» Τρίτη 11 Απριλίου 1961

Του Δημήτρη Ψαθά.

Τις τελευταίες μέρες λίγο πριν απ΄το Πάσχα έτυχε να βρεθώ σ΄ένα βιαστικό ταξιδάκι στην Χαλκίδα
Με ιδιαίτερη ευχαρίστησή μου πάντα ξεκινώ για την νύμφη του Ευβοϊκού, ας την βαφτίσουμε έτσι την χαριτωμένη πόλη αλλά τούτη την φορά δεν είχα τον καιρό να χαρώ τις θαυμαστές της εξοχές ούτε καν να έλθω σε επαφή με τον αξιοθέατο της Χαλκίδας Γιάννη Σκαρίμπα που μετά το στενό του Ευρίπου είναι ο στενός κορσές των ανθρώπων της τέχνης και του πνεύματος των Αθηνών, τους οποίους βομβαρδίζει κάθε τόσο με τους σαρκαστικούς του μύδρους.

Ο Κώστας Γιαννούκος και ο Γιώργος Βλάχος.

Ο Κωνσταντίνος Γιαννούκος (Μπαμπαχούσος), είχε επιτύχει στη
Νομική Σχολή Αθηνών και μετά από δύο έτη σπουδών, τα παράτησε γιατί παντρεύτηκε εξ έρωτος με την Παναγιού Λέων.
Λόγω όμως των γνώσεων που είχε αποκτήσει από τις σπουδές του, διορίστηκε δικαστικός κλητήρας, αλλά παράλληλα ασχολείτο και με τα χωράφια.

Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

ΤΟ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΟ

Το σπίτι που περιγράφεται πάρα-κάτω είναι το σπίτι δίπλα στης Σταματάρας το μύλο:

Το σπίτι
Το σπίτι ήταν δίπατο κτισμένο με πέτρες και μεγάλα αγκωνάρια, αρκετά μεγάλο και ευρύχωρο για τα δεδομένα της εποχής. Στο ισόγειο, το κατώι. Εκεί υπήρχε το βαρέλι με το κρασί, το αμπάρι για το σιτάρι και το κριθάρι, η σεντούκα για το καλαμπόκι, τη
φάβα, τα διάφορα όσπρια (φάβα, φακές, κουκιά, γυφτοφάσουλα, ρεβίθια και φασόλια), ο ντάλαρος για το αλεύρι, η π’νιότα για τις ελιές, το πιθάρι για το λάδι, τα τουλούμια για το τυρί, τα πιθάρια για τον πασπαλά. Στην άλλη πλευρά οι ζωοτροφές, ο καρπός για τα ζώα  και ο μπλέχτης με το σανό.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΓΙΑ ΜΥΛΟΥΣ






ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Οι μύλοι και οι ιστορίες τους άφησαν πίσω τους και πολλές  παροιμίες…

«Αν είσαι και παπάς με την αράδα σου θα πας». Η αράδα στο μύλο ήταν νόμος απαράβατος. Εξαίρεση για αλλαγή σειράς αποτελούσε μόνο όταν επρόκειτο να αλεστεί σιτάρι για ψωμιά του γάμου.

«Μπάτε σκύλοι αλέστε και αλεστικά μη δίνετε».

«Στο μύλο και στον καφενέ μην το πεις» εννοώντας πως ό,τι λέγεται στον μύλο δεν μένει ποτέ μυστικό.

ΟΙ ΠΛΑΣΤΗΔΕΣ



ΓΙΩΡΓΟΥ ΝΤΕΓΙΑΝΝΗ
ΜΕΣΑ ΣΤΟΥΣ ΛΟΓΓΟΥΣ
1939
Περάσανε χρόνια και καιροί.Ένας αιώνας,ίσως και πιότερο.Πόδι ανθρώπινο δεν άφησε χνάρι σε τούτονε τον τόπο,όλο αυτό το διάστημα. Χάθηκαν οι χαλαστήδες.
Και πήρανε την θέση τους οι πλάστηδες.
Ο άνεμος πρώτος. Ξεσήκωσε από μακριά του; Σπόρους των χορταριών και τους έσπειρε στην ξεσαρκωμένη πλαγιά. Όπου είχε μείνει λίγο χώμα, χωθήκανε ριζούλες κι αρχίσανε να δένουνε τον τόπο με το δίχτυ τους.Κρατούσανε σφιχτά το χώμα να μην το παίρνει ο νεροσυρμός.
Άμα ήρθε καλοκαίρι, το χόρτο ξεράθηκε.Και ξερές όπως ήταν οι ριζούλες άντεξαν ώσπου να φυτρώσει-το χινόπωρο-νέο χορτάρι. Πιο δασύ φύτρωσε, γιατί είχε πέσει σπόρος πολύς.Το ξερό σάπισε με τον καιρό και γίνηκε λίπασμα. Έτσι κάθε φορά το νέο χορτάρι ψήλωνε πιο πολύ. Αρχίσανε τότε να σκεπάζονται τα πιο ανάβαθα αυλάκια της πλαγιάς.

Το πλύσιμο των ρούχων στην Αρματσανή.



Η Αρματσανή είναι η τοποθεσία που βρίσκεται η δεξαμενή που υδρεύει την Άνω Στενή, τροφοδοτώντας τις βρύσες που βρίσκονται στους δρόμους του χωριού.
Εκεί έπλεναν τα ρούχα τους οι Πανωστενιώτισσες, όταν άρχιζε να φτιάχνει ο καιρός από Μάιο και μετά, ενώ οι Κατωστενιώτισσες στον Άγιο Στέφανο.
Ταρπί
Με το τέλος του χειμώνα έπρεπε να μαζευτούν τα χαλιά, οι φλοκάτες, τα χοντρά κλινοσκεπάσματα, αλλά και χοντρά ρούχα, όπως πατατούκες, καπότες κ.α που ήταν δύσκολο να πλυθούν στη σκάφη, στην αυλή του σπιτιού, που συνήθως γινόταν το πλύσιμο, αφού κουβαλούσαν προηγουμένως με τις χύτρες, πολλές «στράτες» νερό από την κοντινότερη βρύση.
Με την ευκαιρία όμως αυτή συγκέντρωναν και άλλα ρούχα και αφού τα έδεναν μπόγους, τα έβαζαν στην πλάτη και τα πήγαιναν στην Αρματσανή.
Αν όμως ήταν πολλά έπρεπε να επιστρατεύσουν και τα ζώα. Κυρίως

Φεγγαρόλια



Τα παιδιά χάραζαν στο χώμα το σχέδιο που βλέπετε  τραβώντας γραμμές με κάποιο ξύλο και όταν το τσιμέντο μπήκε στη ζωή μας το χάραζαν με κιμωλία ή με κάρβουνο πάνω σε ταράτσες. αυλές ή δρόμους.
Το κάθε παιδί είχε την αμάδα του (σκατούλι), που ήταν συνήθως κάποιο σπασμένο κεραμίδι όσο πιο επίπεδο γινόταν ή μια πλακαρή πέτρα.
Έβαζε την αμάδα στο πρώτο δεξιά τετράγωνο και πατώντας στο ένα
πόδι (τσακ τσακς) έσπρωχνε με το πόδι την αμάδα του από τετράγωνο σε τετράγωνο, μέχρι να φτάσει στο δεξί μέρος του ουρανού.
Εκεί πατούσε και τα δύο πόδια για να ξεκουραστεί.
Περνούσε μετά την αμάδα στο αριστερό μέρος του ουρανού και ξαναπατούσε στα δύο πόδια.
Στη συνέχεια κατέβαινε ένα-ένα τα τετραγωνάκια από την αριστερή πλευρά και όταν τέλειωνε ο γύρος, πατούσε και στα δύο πόδια για να ξεκουραστεί, άρχιζε πάλι να ανεβαίνει τα τετραγωνάκια από την αριστερή πλευρά αλλά αυτή τη φορά δύο-δύο μέχρι τον ουρανό και ξανά από αριστερά κατέβαινε.
Η Τρίτη προσπάθεια ήταν να ανεβεί η αμάδα με ένα χτύπημα ως τον ουρανό και μετά να ξανακατεβεί πάλι με ένα χτύπημα από την αριστερή μεριά.
Ευνόητο είναι ότι ο παίχτης σταματούσε και συνέχιζε ο άλλος, μέχρι να ξανά έρθει η σειρά του, και να ξεκινήσει από εκεί που σταμάτησε, αν η αμάδα του σταματούσε πάνω σε γραμμή ή έβγαινε έξω από τον οριοθετημένο χώρο του παιχνιδιού ή αν ο παίχτης

ΤΑ ΚΥΚΛΑ

     
 

Τα κύκλα


Όταν το χιόνι στη Στενή «σηκωνότανε μπόια».
Όταν αρχίζει δηλαδή να ξεπερνάει το ύψος ενός ανθρώπου και είναι ακόμη μαλακό και αφράτο το περπάτημα είναι πολύ δύσκολο. Πόσο μάλλον στη Στενή που έκανε «μπόια» όπως έλεγαν. Χώνεσαι έως την μέση και το κάθε βήμα γίνεται πολύ δύσκολο.
Ο κίνδυνος πολλαπλασιαζότανε για τους τσοπάνηδες και τους άλλους ξωμάχους που έπρεπε να κάνουν μεγάλες αποστάσεις αν
παρουσιαζόταν επείγουσα ανάγκη. Σε αυτές τις περιπτώσεις έφτιαχναν τα κύκλα.
Μια βέργα από κρανιά η καναπίτσα που ενωνόταν σε κύκλο. Για να φαρδύνει η επιφάνεια έπλεκαν σχοινί φτιάχνοντας ένα σταθερό δίχτυ γύρω από το πλαίσιο της κρανιάς με πολύ καλούς κόμπους για να είναι καλά τεντωμένο. Εκεί έδεναν το παπούτσι τους. Αργά βήματα, ανοιχτά πόδια πολύ μεγάλη ασφάλεια.
Γιάννης Μυτάκης

Κυνηγετικές ιστορίες






Γιώργου Ντεγιάννη

«Μέσα στους λόγγους»

Άμα ήρθε ο Γιάννης,φυσικά η ομιλία θα γύριζε στο κυνήγι. Ο Γιάννης άλλες έγνοιες δεν έχει το χειμώνα.
Άμα πιάσανε συζήτηση για το κυνήγι,έλεγε καθένας το λόγο του.
Ένας είπε: «Αν ρίχνει ως τα χαράματα κι ύστερα σταματήσει, οι λάγοί δε θάχουνε προφτάσει να ξεμακρύνουν.Αφράτο όμως είναι το χιόνι, θα βουλιάζουνε και δε θα παίρνουνε δρόμο. Θα τους τουφεκάμε μέσα στη φωλιά».

Ο ΚΥΝΗΓΟΣ



Γιώργου Ντεγιάννη

Μέσα στους λόγγους.

«Θα πάρω το τουφέκι του παππού να κυνηγάω πουλιά στο λόγγο. Το σηκώνω, τώρα πιά αξίωσα. Μου έδωσε χθες ένας κυνηγός στο δάσος  να κρατήσω και δεν τρέμανε τα χέρια μου. Με ορμήνεψε πώς να γιομίζω, να βάνω φάλια, και τελευταία το καψούλι. Από το ζουνάρι του κρεμάει ο κυνηγός τα μπαρουτοκολόκυθα και τα τενεκεδένιο κουτάκι με τα καψούλια το σέρνει στη τσέπη του. Άμα είναι βροχόκαιρος, κρατεί το πετεινάρι κάτω από τη μασκάλη,να μην του νοτίσει το καψούλι»….

…Αυτό το καριοφίλι ήταν από τα κοντά. Αλαφρό επίτηδες καμωμένο να το κρατούνε παλληκάρια, που παίρνανε μακρινό δρόμο. Τώρα ήταν όπλο του κυνηγιού. Ο παππούς τόδωσε στον τουφεξή και το ματαποίησε,του έβγανε στουρνάρι,του έβανε σπιρτολόγο και παίρνει φωτιά με το καψούλι.

Οι νεράιδες


Όποιος πιει και ξεδιψάσει
απ’ της νύμφης το νερό
λύπη δεν τον ξαναγγίζει
στη ζωή ποτέ ξανά

Όποιος αν την κρυφακούσει
γίνεται ξανά παιδί
Όποιος ξόρκια αν της κλέψει
γίνεται ο πιο σοφός

Όπως κι αν την ονομάσεις
είναι η καλή κυρά
Η νεράιδα που δεν πήρα
το μαντήλι μια φορά

Ήθελα να με αγαπήσει
και μου πήρε τη λαλιά



Πανάρχαιες δοξασίες από την εποχή των μύθων. Πράγματι πίστευαν ότι όποιος ξεδιψάσει από τις πηγές που κατοικούν οι

Κυριακή 11 Φεβρουαρίου 2018

ΠΑΛΙΑ ΚΑΦΕΝΕΙΑ

Παλιά Καφενεία της Στενής


Το καφενείο ήταν η καρδιά και η ψυχή του χωριού. Το μόνο μέρος που μπορούσες να περάσεις λίγο την ώρα σου και να ξεδώσεις από τον κάματο της ημέρας.
Μπρίκι
Τα καφενεία ήταν τόπος συγκέντρωσης όλων των ανδρών του χωριού.
Οι εργαζόμενοι μετά τη δουλειά τους, οι ηλικιωμένοι και γενικά οι χασομέρηδες, για να µμάθουν τα ευχάριστα η τα δυσάρεστα νέα, να συναντήσουν τους φίλους τους, να κάνουν απολογισµό των εργασιών της ηµέρας, να ανταλλάξουν απόψεις για τα τρέχοντα θέµατα, πολιτικά κοινωνικά και άλλα. Μαζί με όλους ο πρόεδρος του χωριού, ο παπάς, οι χωροφύλακες, ο αγροφύλακας, ο δάσκαλος, ο γιατρός.

Ιστορίες με μυλωνάδες


«  Όλο εσύ στο μύλο, καλά σ’ έκανε κι ο μυλωνάς»….

Οι μυλωνάδες είχαν τη φήμη μπερμπάντηδων και γυναικάδων  και για αυτό το λόγο πολλές γυναίκες αποφεύγανε να πάνε μόνες τους στο μύλο. Έχουν διασωθεί πολλές ιστορίες όπως η πάρα κάτω με τη σκανταλιάρα αλέστρα:

Ο Κολιός ο Τρομάρας και οι ήρωες της Μικρασίας.



Μετά από έναν αιώνα ζωής, εκατό ολόκληρα χρόνια, μας άφησε ο συμπαθής συμπατριώτης μας, ο γέροντας Νίκος Ζέρβας, πιο γνωστός με την προσωνυμία, ο Κολιός ο Τρομάρας.
Άνθρωπος ηθικός, πράος, καλοσυνάτος, έζησε όπως όλοι οι σύγχρονοί του, τη σκληρή και στερημένη ζωή και τα τελευταία χρόνια μόνος, χωρίς τη συντροφιά της γυναίκας του.
Όμως ποτέ δεν του έλειψε το χαμόγελο και η χαρούμενη η διάθεση. Με τις εύθυμες ιστορίες, τα αθώα πειράγματα και τα χωρατά του, σκόρπιζε το γέλιο και την ευθυμία σε όλους μας, αλλά και στους τουρίστες, που πουλούσε τσάι και ρίγανη, για να ενισχύει την πενιχρή σύνταξη του Ο.Γ.Α.
Χτυπητή αντίθεση με μας τους νεότερους, που ενώ δεν μας λείπει σχεδόν τίποτα, κουβαλάμε πάντα το άγχος της σημερινής καταναλωτικής κοινωνίας.
Επίσης ήταν προικισμένος με μια πολύ γερή, σιδερένια κράση. Μέχρι που πέθανε, δεν ήξερε τι θα πει γιατρός και στο περπάτημα δεν του παράβγαιναν ούτε οι δεκαοκτάρηδες.
Επιθυμία και χαρά του Κολιού ήταν να προσφέρει παρά να ζητά και η προσφορά του προς την πατρίδα ήταν αξιόλογη.
Κληρωτός του 1919 έλαβε μέρος από την αρχή μέχρι το τέλος της Μικρασιατικής εκστρατείας με το βαθμό του δεκανέα. Διακρίθηκε σε όλες τις μάχες που έλαβε μέρος και τίμησε το βαθμό του, τον εαυτό

Απο το αλεύρι


Το ψωμί

Όταν ήμουν μικρός πάντα μου έκανε εντύπωση ο τρόπος που αντιμετώπιζαν το ψωμί οι ηλικιωμένοι συμπατριώτες μου. Όταν ένα κομμάτι ψωμί έπεφτε κάτω, το έπιαναν με πολλή προσοχή, το φιλούσαν και  έκαναν το σταυρό τους. Ήμουν πολύ μικρός και κάθε φορά που γινόταν αυτό το αντιμετώπιζα με ένα συγκαταβατικό χαμόγελο προς τους συνομήλικούς μου. Χρειάστηκε να με πάρει μια φορά ο παππούς μου αρχικά στο όργωμα που μάλιστα γινόταν πια με τον ξεκούραστο τρόπο, δηλαδή άλογο και σιδερένιο αλέτρι και κατόπιν το καλοκαίρι στο αλώνισμα για να καταλάβω πόσο δύσκολα έβγαινε το ψωμί.

Παρασκευή 9 Φεβρουαρίου 2018

ΝΑ ΧΤΙΣΟΥΜΕ ΜΙΑΝ ΥΠΑΙΘΡΟ



 

Να αναστηλώσουμε, να αποκαταστήσουμε τον αγροτικό χώρο, να προστατεύσουμε το οικοσύστημα της υπαίθρου με όλες τις ομορφιές και τις ιδιαιτερότητές του, να δώσουμε ζωή στον κοινωνικό ιστό της περιφερειακής Ελλάδας. Δεν μπορεί πλέον να συνεχίζεται αυτός ο παραλογισμός της εγκατάλειψης και της φθοράς του πιο δυναμικού οικονομικού και φυσικού κεφαλαίου του ελληνικού χώρου. Εμείς ως Δίρφυοι έχουμε νιώσει τις συνέπειες αυτής της

Χιόνια στην Κλεισούρα

Γιώργου Ντεγιάννη
«Μέσα στους λόγγους»
1939

Τούτη η χρονιά είναι βαρυχειμωνιά.Τα χιόνια έχουνε σηκωθεί πιο ψηλάαπό τις πατωμασιές των σπιτιών.Και οι χωριανοί, αντί να κατεβαίνουν απότα σπίτια τους, ανεβαίνουνε με σκαλοπάτια σκαμμένα μέσα στο χιόνι.Κι όλο ρίχνει καινούργιο! Οι άντρες σμίγουνε συντροφιές και ξεχιονίζουνε με τη σειρά τα σπίτια. Ανοίγουν έπειτα δρόμο ως τις βρύσες, τις ξεχώνουν από το χιόνι,κουβαλούνε νερό, για να πιεί η οικογένεια και τα ζωντανά. Που να βγούνε οι γυναίκες! Έπειτα πελεκούνε ζυγούς ,τους τρυπάνε, περνούνε ζεύλες, φτιάνουν αλέτρια, δίκρανα, βαρέλες για νερό…Κι άμα ζαλίζονται, όλοι μέσα,πηγαίνουνε κι ως το μαγαζί να μάθουνε, τι γίνεται και πως πορεύει το χωριό.


Γιατί άλλο θα κουβεντιάζουν εκεί που μαζεύονται παρά για χιόνι!
«Πολύ χιόνι ρίχνει φέτος», είπε ένας νέος κυνηγός.
-«Που είδες εσύ παιδί μου το χιόνια;» τον αντίκοψε ο μπάρμπα-Μιχάλης ο Γιαλός. «Του Τέλια το σπίτι, το ανώγι το είχανε κουκουλώσει και ξεχιονίζοντας τη σκεπή, ανεβάζαμε το χιόνι με τα τρυγοκόφινα και τα σωριάζαμε πιο πέρα».
Αυτή τη στιγμή ανοίγει η πόρτα και μπαίνει ο Γιάννης,δεμένο το λαιμό με την πετσέτα.Του κάνουνε τόπο, να καθήσει στη φωτιά, αλλά αυτός δεν πλησιάζει.Φοβάται μη συνηθίσει στη φωτιά και τουρτουρίζει μακριά από αυτή. Πιάνει λοιπόν τόπο σε έναν πάγκο, σύρριζα στον τοίχο και δίνει προσοχή να κατατοπιστεί τι λένε.