Πέμπτη 24 Αυγούστου 2017

Εκκλησιαστική ζωή στη Στενή, από την απελευθέρωση, έως το 1912

Κατά τα πρώτα χρόνια της απελευθέρωσης, ως εφημέριοι στη Στενή φέρονται, ο και κατά την διάρκεια του αγώνα, ιερεύς Παπαγεώργης Παπαγεωργίου, ο ιερομόναχος Χριστόφορος Κοντός και ο Παπαγιάννης Παπαϊωάννου. Όλοι καταγόμενοι από τη Στενή.
Με τον καιρό δημιουργήθηκαν οι οικισμοί της Κάτω Στενής και του Σκουντέρι.
Στο Σκουντέρι όπου και ο Πύργος της Φραγκοκρατίας ανεγέρθη ο Ιερός Ναός της Ζωοδόχου Πηγής και στην Κάτω Στενή η Αγία Τριάδα και ο Άγιος Στέφανος.
Η Ζωοδόχος Πηγή όπως ήταν παλιά.
Μπροστά διακρίνεται η είσοδος του περίβολου, η Ζωοδόχος Πηγή
 και στο βάθος ο Πύργος
---------------------------------------------------------------------------------------

ΟΙ ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΣΤΕΝΗΣ





Από την εποχή της Τουρκοκρατία μέχρι και σήμερα, οι Στενιώτες δεν έπαψαν να έχουν ένα βαθύ σεβασμό στα εκκλησιαστικά πράγματα και να το αποδεικνύουν έμπρακτα με τη συμμετοχή τους σε Θρησκευτικές εκδηλώσεις, με την ανιδιοτελή χορηγία τους στην ομαλή και εύρυθμη λειτουργία των εκκλησιών και με την ανέγερση Ιερών Ναών.
Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στην περιοχή της Στενής υπάρχουν είκοσι έξη εκκλησίες και εξωκλήσια.


Παρακάτω σας παρουσιάζουμε όλες τις εκκλησίες.






Ιερός Ναός  "Η Κοίμηση της Θεοτόκου"  Άνω Στενής










Ιερός Ναός  "Αγίας Τριάδος"  Κάτω Στενής









ΘΑΝΑΤΟΣ

 Με το πρόβλημα του θανάτου ασχολήθηκαν όλες σχεδόν οι θρησκείες του κόσμου, καθώς και η φιλοσοφία. Στα θρησκευτικά συστήματα της Ανατολής (Ινδουισμός, Κομφουκιανισμός, Βουδισμός), η γήινη ζωή είναι μια προάσκηση θανάτου. Ο λυτρωμός από τα δεσμά του σώματος, όσο πιο γρήγορα γίνει, τόσο και το καλύτερο.
Ο Χριστιανισμός δεν παραγνωρίζει τα επίγεια αγαθά, αλλά θεωρεί τη μεταθανάτια ζωή ανώτερη και πνευματική. Στην περίπτωση αυτή η ψυχή είναι αθάνατη. Με τον τρόπο αυτό ο Χριστιανισμός, έδωσε μια διέξοδο στη μεταφυσική αγωνία του ανθρώπου. Η αρχαία Ελληνική φιλοσοφία εξέφρασε τις δικές της σκέψεις. Παρουσιάζει ο Πλάτωνας το σώμα σαν μια φυλακή, από την οποία η ψυχή αποδεσμεύεται με τον ερχομό του θανάτου (Φαίδων). O Αριστοτέλης στο σύγγραμμα του «Περί ζωής και θανάτου», ασχολείται με πιο συγκεκριμένες θέσεις. Γράφει: Σ' όλα τα ζώα η γένεση και ο θάνατος είναι κοινά, όμως οι τρόποι διαφέρουν κατά το είδος. Ο θάνατος είναι άλλοτε βίαιος, άλλοτε φυσικός. Βίαιος είναι όταν η αιτία προέρχεται απ' έξω, φυσικός όταν η αιτία υπάρχει μέσα στο ίδιο το άτομο. Οπωσδήποτε στα είδη του βίαιου θανάτου, που αναφέρει ο Αριστοτέλης, εντάσσεται και ο ηρωικός θάνατος, που παίρνει όμως ένα ολότελα διαφορετικό νόημα.
Για τον Ελληνικό λαό, από τα πανάρχαια χρόνια ως σήμερα, ο θάνατος θεωρήθηκε ασυμβίβαστος με την κοινή λογική. Τις ιδέες αυτές, εκτός από την Ομηρική ποίηση (Νέκυια), εκφράζει η λαϊκή μούσα στα τραγούδια του Κάτω Κόσμου. (Του Λεβέντη και του Χάρου, του Νεκρού Αδερφού, οι τρεις Ανδρειωμένοι κ.α.).
Είναι λοιπόν πολύ φυσικό, αυτή η κορυφαία στιγμή για τον άνθρωπο, να συνδέεται με μια σειρά από λατρευτικές εκδηλώσεις και δεισιδαιμονίες, που λίγο ως πολύ είναι ίδιες σ' όλη την Ελλάδα, με μικρές διαφορές από τόπο σε τόπο.
Εγώ θα προσπαθήσω να περιγράψω τις εκδηλώσεις και δεισιδαιμονίες που υπήρχαν, αλλά και υπάρχουν μερικές απ' αυτές στην περιοχή μας.
Ακόμα και πριν έρθει ο θάνατος, ο απλός άνθρωπος προσπαθεί να τον προμαντέψει, με βάσει ορισμένες συμπτώσεις. Έτσι, αν γαβγίσει παραπονιάρικα σκυλί στο σπίτι (αλυχτήσει), αν πουλιά της νύχτας έρθουν και καθίσουν στο τζάμι ή την καπνοδόχο του σπιτιού και δεν σωπαίνουν το λάλημα, αν κοράκια τσακώνονται πάνω από το σπίτι ή λαλήσει κότα σαν κόκορας, όλ' αυτά - και άλλα- ερμηνεύονται σαν προμήνυμα θανάτου.
Όταν ο ετοιμοθάνατος «ψυχομαχάει», πρέπει να ειδοποιηθεί ο παπάς ώστε να προηγηθεί η Θεία Μετάληψη. Αν ωστόσο δεν προλάβει να έρθει ο παπάς, οι δικοί του θα τον ποτίσουν με Αγιασμό, από το μπουκαλάκι που κρατάνε στο εικονοστάσι του σπιτιού.
Έπειτα, όταν εκπνεύσει, θα του κλείσουν ήρεμα τα μάτια και το στόμα και στη συνέχεια, γυναίκες που ασχολούνται ειδικά με το πλύσιμο και το ντύσιμο του νεκρού, θα τον λούσουν με νερό και κρασί, πάντα όμως με την παρουσία μελών της οικογένειάς του.
Και ενώ μπαινοβγαίνουν στο σπίτι άνδρες και γυναίκες, με κεριά και λουλούδια στα χέρια, στην αυλή ο μαραγκός του χωριού φτιάχνει την κάσα του νεκρού. Αυτό συνέβαινε αρκετές φορές. Αντί να φτιάξει το φέρετρο στο μαραγκούδικο, και να το μεταφέρει στο σπίτι του νεκρού, έφερνε την ξυλεία και το έφτιαχνε επί τόπου και άκουγες τα μοιρολόγια των συγγενών και φίλων, να ανακατεύονται με τα χτυπήματα του σφυριού που κάρφωναν τα καρφιά στην κάσα, κάνοντας την ατμόσφαιρα πιο καταθλιπτική από όσο ήδη ήταν. Ο μαραγκός επίσης έφτιαχνε και τον ξύλινο σταυρό, που θα τον έντυναν με λουλούδια και θα συνόδευε το νεκρό μαζί με τα εξαπτέρυγα και θα τον άφηναν στο μνήμα.
Θα του φορέσουν τα καλύτερα ρούχα του, με τ' ασημικά του, ρολόγια, καρφίτσες και ότι άλλο μπορεί να τονίσει τη λεβεντιά του. Αν είναι σε ηλικία γάμου θα του βάλουν και στέφανα του γάμου στο κεφάλι.
Εξυπακούεται ότι το ανάλογο συμβαίνει όταν ο νεκρός είναι γυναίκα (γριά, παντρεμένη, ανύπαντρη κ.λ.π.).
Όταν ο νεκρός είναι παντρεμένος (άντρας ή γυναίκα), του βάζουν μέσα στο φέρετρο (στο κεφάλι) τα στέφανα του γάμου (και τα δύο).
Έπειτα θα τον τοποθετήσουν στο κέντρο της μεγάλης σάλας (στην καλή κάμαρη), για να τον μοιρολογήσουν και να τον αποχαιρετήσουν συγγενείς και γνωστοί.
Όταν επέλθει το μοιραίο, ανοίγουν τις πόρτες του σπιτιού και μένουν συνέχεια ανοικτές μέχρι την ταφή, ενώ όλοι οι καθρέφτες του σπιτιού σκεπάζονται και όλη τη νύχτα εκ περιτροπής, διαβάζουν το ψαλτήρι.
Συνηθίζεται να βάζουν νομίσματα στα χέρια του νεκρού (έθιμο, καθαρά αρχαίας προέλευσης).
Η ταφή γίνεται σχετικά γρήγορα και πάντοτε πριν από τη δύση του ήλιου. Θεωρείται κακοσημαδιά για τους οικείους και πίκρα πρόσθετη για τον θανόντα, να τους εύρουν τα «απόσκια», το σούρουπο.
Ενώ οι καμπάνες χτυπούν αδιάκοπα πένθιμα και το μοιρολόγι γίνεται περισσότερο σπαρακτικό, τέσσερις γεροδύναμοι άνδρες, συνήθως φίλοι του νεκρού, σηκώνουν το φέρετρο.
Η πομπή ακολουθεί τον κεντρικό δρόμο προς το νεκροταφείο, μέσω της εκκλησίας, αν η εκκλησία δεν είναι στον ίδιο χώρο με το νεκροταφείο. Γίνεται δηλαδή το λεγόμενο «ξόδι». Απ' όπου θα περάσει η πομπή, πρέπει να κλείσουν πόρτες και παράθυρα των σπιτιών και των μαγαζιών, σαν ένδειξη συμμετοχής στο πένθος της οικογένειας, που αποτελεί και πένθος ολόκληρου του χωριού. Ιδιαίτερα μάλιστα αν ο άνθρωπος που πέθανε είναι νέος, τότε το πένθος είναι πιο βαρύ και η όλη διαδικασία καταθλιπτική.
Λένε ότι δευτερώνει το κακό, δηλαδή ο νεκρός θα πάρει κάποιον μαζί του, όταν κουνιέται το κεφάλι του κατά την εκφορά ή όταν η όψη του είναι ήρεμη και δείχνει σαν χαμογελαστός. Επίσης, δεν πρέπει κανείς να γυρίσει και να κοιτάξει πίσω κατά την εκφορά από την εκκλησία στο νεκροταφείο.
Μετά την νεκρώσιμη ακολουθία και τον «τελευταίο ασπασμό», ο νεκρός μεταφέρεται στον τόπο ταφής. Ο παπάς λιβανίζει με λιβανιστήρι της οικογένειας, το οποίο θα παραμείνει στον τάφο για να λιβανίζουν κάθε μέρα οι δικοί του και να του ανάβουν το κερί τις πρώτες σαράντα μέρες και το φανάρι στη συνέχεια. Το λιβάνισμα παλαιότερα γινόταν με κεραμίδι, όταν οι οικείοι δεν είχαν λιβανιστήρι, το οποίο παρέμενε στον τάφο και με αυτό λιβάνιζαν σαράντα μέρες.
Μέσα στον τάφο, ο παπάς έριχνε νερό, χώμα και λάδι από την εκκλησία, ανακατεμένα.
Από το «Μπόι», ένα μεγάλο κερί περίπου στο ύψος του νεκρού, ο παπάς κόβει τρία κομμάτια και φτιάχνει τρεις σταυρούς που τους τοποθετεί στο κεφάλι, στα χέρια και στα πόδια του νεκρού. (Το υπόλοιπο «μπόι» μεταφέρεται στο σπίτι, το ανάβουν και καίει για τρεις μέρες).
Πάνω από τον τάφο, όταν τελειώνει η διαδικασία της ταφής, οι συγγενείς πλένουν με κρασί τα χέρια τους και τοποθετείται ένας ξύλινος σταυρός με λουλούδια και ένα κανάτι με νερό, για να δροσίζεται η ψυχή του, δεδομένου ότι η ψυχή για σαράντα μέρες, περιφέρεται σ' αυτόν τον χώρο.
Μετά την ταφή μοιράζουν κομμάτια (ψυχούδια-κόλλυβα) και βρασμένο στάρι στον κόσμο.
Στη συνέχεια ο παπάς και όλοι όσοι ήταν στο σπίτι την ώρα που «σήκωναν» τον νεκρό, πρέπει να γυρίσουν στο σπίτι για την ευχή (λέγεται και παρηγοριά).
Μετά την ευχή, σερβίρουν καφέ, κρασί, κομμάτια (ψυχούδια), τυρί, ελιές κ.λ.π.
Στην παρηγοριά, ένα ποτήρι κρασί (γεμάτο) το βάζουν στη μέση του τραπεζιού. Απ' αυτό, κανένας δεν πίνει, είναι του νεκρού. Το κοιτάνε. Κάποτε έρχεται μια μύγα παρδαλούλα (φιλέτρας) και φέρνει γύρω-γύρω από το ποτήρι. Αυτή λένε πως είναι η ψυχή του πεθαμένου.
Το «μπόι» καίει τρεις μέρες μέσα στο πιάτο με το νερό που έγινε η ευχή. Το νερό της ευχής, μετά τρεις μέρες, το χύνουν σε μέρος που δεν πατιέται. Στο τζάκι, στο ποτάμι κ.λ.π.
Το πένθος κρατά από ένα έως τρία χρόνια. Οι γυναίκες φορούν μαύρα ρούχα και οι άνδρες περιβραχιόνιο μαύρο και αφήνουν γένια (μένουν για αρκετές μέρες αξύριστοι). Τα μέλη της οικογένειας, δεν βγαίνουν απ' το σπίτι για διασκέδαση ή κοινωνικές επαφές για σαράντα μέρες.
Να θυμίσουμε ότι ο νεκρός είναι και αγγελιοφόρος για να σταλούν χαιρετισμοί από συγγενείς προς προσφιλή τους πρόσωπα, που έχουν αποδημήσει, καθώς επίσης και διάφορα φαγώσιμα, κυρίως φρούτα εποχής ή χειμωνικά. Πορτοκάλια, ρόδια, μήλα, καρύδια και τα οποία εναποθέτουν μέσα στο φέρετρο. Επίσης να θυμίσουμε ότι επειδή πιστεύεται πως φίλοι, γνωστοί, συγγενείς και κυρίως γείτονες αποδημήσαντες έρχονται να παραλάβουν τον αποβιώσαντα, τα γειτονικά κυρίως σπίτια λιβανίζουν με την ελπίδα ότι κάποιος δικός τους άνθρωπος θα έχει έλθει και πιθανόν να τους επισκεφθεί.

Γιάννης Γιαννούκος

Ο ΓΑΜΟΣ

Σαν κοινωνικός θεσμός ο γάμος, η εκκλησιαστική τελετή με την οποία καθαγιάζεται η ένωση άντρα και γυναίκας για κοινωνική συμβίωση, είναι από τους σπουδαιότερους σταθμούς στη ζωή του ανθρώπου και βοηθά σε μεγάλο βαθμό, στη διατήρηση και στην ευτυχία των ανθρωπίνων ομάδων.
Στη γλώσσα του λαού, αρκετές φράσεις και παροιμίες, δείχνουν τη σημασία που έχει το γεγονός στη ζωή των ανθρώπων. Γύφτικος γάμος (για άκοσμη ευθυμία ή ευτελή επίδειξη). Πάρτονε στο γάμο σου να σου πει και του χρόνου (για ανάρμοστες ευχές αγροίκου). Γάμος και τσουκάλι, θεν ανάγκαση μεγάλη (ότι ορισμένες δουλειές χρειάζονται μεγάλη δραστηριότητα). Με τη μία θυγατέρα πέντε γάμους έκανα (για κάποιον που υπόσχεται το ίδιο πράγμα σε πολλούς). Δεν έφαγαν ούτε του γάμου τα κομμάτια (για όσους έφτασαν γρήγορα σε ρήξη). Όποιος δεν πάντρεψε κορίτσι και δεν έφτιαξε σπίτι, δεν ξέρει τι θα πει βάσανα. Άμα θέλει η νύφη κι ο γαμπρός, τύφλα νάχει ο πεθερός. κλπ.
Στα νεότερα και τα σημερινά χρόνια, οι αντιλήψεις για το γάμο δεν διαφέρουν και πολύ, από τα παλαιότερα χρόνια. Ο γάμος αποτελεί και σήμερα υποχρέωση του καθενός προς τον εαυτό του και προς την κοινωνία, θεωρείται δε «ο δρόμος του Θεού» και είναι πολλές οι ευχές προς τα αγόρια και τα κορίτσια, οι σχετικές με σύντομη και καλή αποκατάσταση με το γάμο. Στις χαρές σου, στο γάμο σου, με το καλό στο σπιτάκι σου, καλή τύχη κλπ.
Βέβαια, πριν χρόνια, ήταν δύσκολο να παντρευτεί κανείς από έρωτα, για το λόγο ότι η επικοινωνία μεταξύ αγοριών και κοριτσιών ήταν δύσκολη, εξαιτίας των ηθών της εποχής, αλλά και συνήθως γιατί τον πρώτο λόγο είχαν οι γονείς για την επιλογή της νύφης ή του γαμπρού.
Ο μόνος αληθινός ίσως έρωτας απευθυνόταν στην προίκα. Κατά συνέπεια το λόγο είχαν οι προξενήτρες.
Οι προξενήτρες ήταν άτομα με εξαιρετικές ικανότητες, που με τη δύναμη της πειθούς και της τέχνης του λόγου, μπορούσαν να κάνουν το άσπρο μαύρο και να συνταιριάξουν δύο τελείως ανόμοιους ανθρώπους.
Κι όμως για τα ήθη της εποχής εκείνης, η δράση τους τις περισσότερες φορές ήταν ευεργετική, γιατί τα ήθη, ο σεβασμός, η συστολή, λειτουργούσαν ανασταλτικά, ακόμα κι αν υπήρχαν οι πιο αγνές προθέσεις, ώστε εκατομμύρια γάμοι ίσως δεν θα είχαν γίνει μέσα σε αυτό το ατέλειωτο χρονικό «διάβα» της ιστορίας μας και ιδιαίτερα τα 400 σκοτεινά χρόνια της τουρκοκρατίας, όπου τα ήθη έγιναν ακόμη πιο αυστηρά και έτσι έπρεπε, για να μην εκφυλιστεί το γένος.
Πολλές από τις προξενήτρες, όταν πήγαιναν σε κάποιο σπίτι που θα έκαναν το προξενιό, έβγαζαν τη μύξα τους και την κολλούσαν στο «παράστωμα» της πόρτας, για να κολλήσει έτσι και το προξενιό.
Η ημέρα του γάμου, κανονίζεται με κοινή απόφαση και εξαρτάται από το χρόνο που έχουν στη διάθεσή τους (γεωργικές ασχολίες, κτίσιμο σπιτιού, συμπλήρωμα των προικών κλπ). Για την ακριβή όμως ημερομηνία, υπολογίζεται και η έμμηνος ρύση της κόρης, γι αυτό και σύμφωνα με την παροιμία «Το μήνα έχει (ορίζει) ο γαμπρός και τη βδομάδα η νύφη».
Αποφεύγεται να γίνει ο γάμος το μήνα Μάιο, τη Σαρακοστή και το δωδεκάμερο, ενώ από τις μέρες της εβδομάδας αποφεύγεται η Τετάρτη, (όλα ανάποδα κι ο γάμος την Τετράδη).
Τις μέρες, από Δευτέρα μέχρι και Πέμπτη, γινόντουσαν όλες οι σχετικές προετοιμασίες, όπως η τακτοποίηση των προικών, καθαριότητες, η σύνταξη του προικοσύμφωνου κλπ, ενώ την Πέμπτη «ανάπιαναν» τα προζύμια για τις πίτες.
Να θυμίσουμε ότι το προικοσύμφωνο γινόταν μία από αυτές τις μέρες που προαναφέραμε, εκτός από την Τρίτη και ότι τα προζύμια τα ανάπιανε μια κοπέλα, παντρεμένη ή ανύπαντρη, αλλά που ζούσαν οι γονείς της.
Την Παρασκευή έφτιαχναν την πίτα και στο σπίτι του γαμπρού και στο σπίτι της νύφης. Το «χαμούρι» με το οποίο θα έφτιαχναν την πίτα ήταν με προζύμι, ενώ αυτό που θα χρησιμοποιούσαν για τα «κεντίδια» ήταν άζυμο. Επίσης να πούμε, ότι άλειβαν το ταψί με κερί, για να μη κολλάει και να μην σκάει η πίτα. Την Παρασκευή επίσης έφτιαχναν και το «Γιούκο», ενώ πολλά από τα προικιά τα τακτοποιούσαν σαν σε «έκθεση». Το βράδυ οι συγγενείς της νύφης πήγαιναν στο σπίτι της, όπου ασήμωναν τα προικιά, έπιναν, έτρωγαν και χόρευαν την πίτα.
Παρομοίως και στο σπίτι του γαμπρού, οι δικοί του συγγενείς και φίλοι μαζεύονταν και διασκέδαζαν, χορεύοντας την πίτα. Στη συνέχεια οι συμπέθεροι του γαμπρού πήγαιναν στο σπίτι της νύφης, όπου ασήμωναν τα προικιά και όλοι μαζί διασκέδαζαν.
Το Σάββατο ήταν ημέρα προετοιμασίας για τα φαγητά. Σφάζανε τα αρνιά, κατσίκια κλπ, έφτιαχναν τις γαρδούμπες, ανάβραζαν το κρέας κ.α.
Ο καθένας βέβαια στο δικό του σπίτι.
Την Κυριακή, ο γαμπρός μαζί με τα όργανα (αν υπήρχαν), έπαιρνε τον κουμπάρο και πήγαιναν στο σπίτι της νύφης, την έπαιρναν και κατευθύνονταν προς την εκκλησία.
Ύστερα από την τέλεση του Μυστηρίου και τον Καθαγιασμό της ένωσης του ζευγαριού, όλοι μαζί πηγαίνουν στο σπίτι της νύφης, όπου τρώνε, πίνουν και χορεύουν.
Κατά το απόγευμα αρχίζουν να πετάνε τα προικιά από το χαγιάτι του σπιτιού στην αυλή, όπου είχαν ήδη στρώσει κουρελούδες. Τα πρώτα πράγματα τα κατέβαζε ο γαμπρός και η νύφη και είχαν καθαρά συμβολικό χαρακτήρα. Ο γαμπρός κατέβαζε το σίδερο του σιδερώματος και η νύφη μία εικόνα, συνήθως την Παναγία που κρατούσε στα χέρια της το μικρό Χριστό.
Το σίδερο συμβόλιζε τη δύναμη και η εικόνα την ευλογία του Θεού και της Παναγίας στο νέο ζευγάρι.
Τελευταία από τα προικιά έμενε η τσέργα, στην οποία κάθονταν επάνω κάποιοι συμπέθεροι της νύφης, ώστε αναγκαζόταν ο κουμπάρος να τους «ασημώσει» για να τους την πάρει. Μετά φόρτωναν τα προικιά σε μουλάρια και τα μετέφεραν στο σπίτι του γαμπρού.
Μπροστά η νύφη και ο γαμπρός, πάνω σε άλογα ή πεζή και πίσω ακολουθούσαν οι συμπέθεροι. Μόλις έφταναν στην αυλή του σπιτιού του γαμπρού, η νύφη πετούσε δεξιά και αριστερά, πίσω και μπρός (στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα), ρόδια και καρύδια.
Όταν έφταναν στην πόρτα του σπιτιού, ο κουμπάρος έβαζε του γαμπρού και της νύφης τα στέφανα, ενώ στη νύφη έδιναν ένα ποτήρι μέλι, με το οποίο έφτιαχνε τέσσερις σταυρούς, στα τέσσερα σημεία της πόρτας, δεξιά, αριστερά, πάνω και κάτω. Ύστερα της έβαζαν ένα σίδερο για να πατήσει πριν μπει στο σπίτι. Το σίδερο αυτό ήταν συνήθως το συνδαύλιστρο (ζντράφτος).
Επακολουθούσε και πάλι φαγοπότι και γλέντι μέχρι αργά, στο σπίτι του γαμπρού.
Αν η νύφη δεν ήταν «εντάξει», δεν ήταν δηλαδή παρθένα και αυτό διαπιστωνόταν την πρώτη νύχτα του γάμου, τότε ο γαμπρός την άλλη μέρα, αφού προηγουμένως συμβουλευόταν και τους γονείς του και αφού εκτιμούσαν τα «υπέρ» και τα «κατά», συνήθως την έστελναν πίσω στο σπίτι της την επόμενη νύχτα, καβάλα σε σκουρόχρωμο γαϊδούρι (την έστειλε πίσω με το λάιο γαϊδούρι), ήταν η συνηθισμένη έκφραση.
Η οικογένεια της νύφης ήταν υποχρεωμένη να την δεχτεί και επί πλέον ο γαμπρός της «έγραφε» και κάποιο περιουσιακό στοιχείο, κατά κανόνα κάποιο χωράφι. Την χειρονομία αυτή τη λέγανε «πανωτίμι».
Σε μία εβδομάδα περίπου, γινόντουσαν τα επιστρόφια «πιστρόφια», όπου ο γαμπρός με την νύφη και άλλους συγγενείς, επισκέπτονταν το σπίτι των γονιών της νύφης, αλλά ο αριθμός των επισκεπτών πρέπει να ήτανε μονός (τρεις ή πέντε ή επτά κλπ).
Συνηθιζόταν στα πιστρόφια, η μάνα της νύφης να προσφέρει στο νέο ανδρόγυνο, ένα ζευγάρι κότες.
Ένα από τα τραγούδια που συνήθιζαν να λένε στους γάμους, ήταν κι αυτό.

Νύφη μου ξαστερόγυαλη
και λαμπερό φεγγάρι.
Πού το βρες, που διάλεξες,
αυτό το παλικάρι;

Ούτε τα γρόσια μου έδωσα,
ούτε και τα φλουριά μου.
Παρά μου τον εχάρισε
Η δόλια η πεθερά μου.

Νύφη μου όταν πρωτομπείς,
μες του γαμπρού το σπίτι.
Σαν κυπαρίσσι να σταθείς,
σαν λεμονιά ανθίσεις

Νύφη μου καλορίζικα
Ήρθα κι εγώ στο γάμο

Αν δεν ζούσε κάποιος από τους γονείς του γαμπρού ή της νύφης, το τραγούδι τελείωνε ως εξής,

Τούτη η μέρα σήμερα,
ανάσταση μου ΄φάνει.
Αν ζούσε κι ο πατέρας (μητέρα) (του, της),
Θα είχε άλλη χάρη.

Όταν ο γαμπρός ερχόταν από άλλο χωριό, στο χωριό της νύφης για να γίνει ο γάμος, ήταν καβάλα σε άλογο ή μουλάρι, προτιμότερο όμως ήταν το άλογο, αλλά ανεξάρτητα από το είδος του ζώου, έπρεπε οπωσδήποτε να ήταν κόκκινο.
Οι συμπέθεροι της νύφης έβγαιναν να προϋπαντήσουν το γαμπρό με την συνοδεία του και όποιος πρόφταινε και έπιανε τα χαλινάρια του αλόγου του γαμπρού, έπαιρνε ένα ταγάρι που κουβαλούσε ο γαμπρός μαζί του και είχε μέσα ψωμί, κρασί και κρέας.
Όποιος έπιανε το χαλινάρι, πυροβολούσε στον αέρα για να τον ακούσουν οι άλλοι που είχαν προστρέξει γι αυτό το σκοπό και να σταματήσουν, γιατί όλοι αυτοί συνήθως δεν πήγαιναν μαζί, αλλά έπιαναν διάφορα σημεία και μονοπάτια, υπολογίζοντας από που πιθανόν θα περνούσε ο γαμπρός.
Αυτός λοιπόν που έπιανε το χαλινάρι, οδηγούσε το γαμπρό στο χωριό της νύφης για να γίνει ο γάμος.
Αυτή η διαδικασία ήταν τα λεγόμενα «μπατίκια». Η λέξη είναι από το «εμβατίκια» το «έμπα», την είσοδο του γαμπρού στο χωριό της νύφης.
Αλλά και μετά το γάμο, όταν η νύφη παντρευόταν κι έπρεπε να φύγει για άλλο χωριό, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά.
Μετά το πέταμα και το φόρτωμα των προικιών κι ενώ η νύφη αποχαιρετούσε τους γονείς τ αδέλφια της και τους συγγενείς, κάτω στην αυλή τα μουλάρια φορτωμένα περίμεναν, ο κόσμος πολύς (καλεσμένοι και ακάλεστοι) είχαν συγκεντρωθεί να κατευοδώσουν τη νύφη για το μεγάλο ταξίδι της.
Κι όταν η νύφη κατέβαινε τις σκάλες, ίσως κάποιος από τους οργανοπαίκτες, κλαριντζήδες, αλλά συνήθως κάποιος ηλικιωμένος απ΄αυτούς που βρίσκονταν έξω στην αυλή, σαν αυτόκλητος τροβαδούρος, άρχιζε ένα τραγούδι μακρόσυρτο, πονεμένο, κάτι σαν «γαμήλιο μοιρολόι».

Μάνα μου τα λουλούδια μου,
συχνά να τα ποτίζεις.
Μάνα μου γλυκιά,
φεύγω για την ξενιτιά.

Και το τραγούδι, απ' το στόμα του τροβαδούρου, έφτανε και στα χείλη των υπολοίπων, που σιγανά-σιγανά προσπαθούσαν να τραγουδήσουν, αλλά στην πραγματικότητα έβγαινε από μέσα τους, κάτι σαν βόμβος, σαν βογκητό, σαν μούγκρισμα πληγωμένου ζώου.
Και η νύφη, χωρίς να μπορεί να τηρήσει πια τα «προσχήματα», πέφτει με δάκρυα και γοερούς λυγμούς στην αγκαλιά των γονιών της, ενώ ο κόσμος καταβάλλει υπερπροσπάθεια να συγκρατήσει τα δάκρυα, που πιεστικά και ξεδιάντροπα εννοούσαν να φανερώσουν αυτό που έκρυβαν μέσα τους.
Μέσα σ' αυτή τη συναισθηματική πάλη, με τη νύφη πνιγμένη στα δάκρυα και αφημένη στα αναφιλητά της και με τα πρόσωπα των ανθρώπων παραμορφωμένα σε «εικαστικές φιγούρες», ο αυτόκλητος τροβαδούρος, άπονος, σκληρόκαρδος, ανηλεής και αδυσώπητος, δυνάστης των ανθρώπινων συναισθημάτων, συνεχίζει να μπήγει πιο βαθιά το μαχαίρι στην πληγή που ήδη άνοιξε.

Στη βρύση που ’παιρνα νερό,
ας πα να πάρουν κι άλλες.
Μάνα μου γλυκιά,
φεύγω για την ξενιτιά

Επιτέλους το δράμα τελειώνει. Τα όργανα αναλαμβάνουν να δώσουν την εύθυμη νότα. Τα καταφέρνουν. Τα συναισθήματα μεταλλάσσονται. Η πομπή ξεκινάει, ο κόσμος ακολουθεί και τραγουδάει. Φτάνουν στην άκρη του χωριού, ο κόσμος σταματάει. Συνεχίζουν μόνο οι συμπέθεροι του γαμπρού και της νύφης, για να συνεχίσουν τη χαρά στο χωριό του γαμπρού. Στο δρόμο λένε τραγούδια για τον γαμπρό-αητό και τη νύφη-περιστέρα, οι συμπέθεροι ανταλλάσσουν πειράγματα. Πιο πολύ πειράζουν οι συμπέθεροι του γαμπρού, για τη νύφη που τους την παίρνουν και που για αυτούς είναι καμάρι και λάφυρο μαζί.

Και η νύφη, με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια ίσια μπροστά, κρατώντας σφιχτά τα γκέμια του αλόγου με το ένα χέρι και με το άλλο ίσως κάποιο φυλαχτό που της έδωσε η μάνα της την τελευταία στιγμή, κοιτάζει τον ορίζοντα, λες και θέλει από τώρα να δει, να αναγνωρίσει το νέο της σπιτικό, που από δω και μπρος, εκεί θα είναι για όλη της τη ζωή, αρχόντισσα και σκλάβα μαζί.

Γιάννης Γιαννούκος

Η ΒΑΦΤΙΣΗ

Στη Χριστιανική θρησκεία, το βάπτισμα είναι μυστήριο, με το οποίο ο βυθιζόμενος σε αγιασμένο νερό «εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος» καθαρίζεται από κάθε αμάρτημα. Από δω πηγάζει και η λαϊκή πίστη πως οι βαπτισμένοι δεν πειράζονται από τα δαιμονικά, όπως και η γνώμη ότι είναι μεγάλο αμάρτημα να πεθάνει κανείς αβάπτιστος, δικαιολογεί την προσπάθεια να βαπτιστεί έστω και συμβολικά το νεογέννητο.
Στις περιπτώσεις που το νεογέννητο πρόκειται να πεθάνει και δεν προφταίνουν να το βαφτίσουν, γίνεται ο αεροβαπτισμός.

ΨΩΜΙ



Το ψωμί είναι ένα απ΄ τα βασικότερα είδη διατροφής. «Όλα είναι φάδια της κοιλιάς και το ψωμί στημόνι», λέει η λαϊκή παροιμία, τονίζοντας έτσι την ξεχωριστή θέση που έχει το ψωμί, αλλά και τα αρτοσκευάσματα γενικώς, στη ζωή του ανθρώπου, σ΄ ότι αφορά τη διατροφή του, αλλά και το συμβολισμό του στην Ελληνική παραδοσιακή κοινότητα.
Η σπουδαιότητα του άρτου, ως βασικού, από παλιά, μέσου της διατροφής του λαού και η ανεπαρκής στους Ελληνικούς τόπους παραγωγή δημητριακών (σιταριού, κριθαριού κ.λπ.) για τις ανάγκες του, συνετέλεσαν, ώστε από την κοινωνία ήδη του Ομήρου, να έχει αποβεί ιερός.
Σήτα για κοσκίνισμα του αλευριού.

Η ιδέα της ιερότητας του σιταριού, διατηρήθηκε ζωηρή και κατά τους κατόπιν αιώνες, ώστε να περιληφθεί και υπό της εκκλησίας στην «Κυριακή Προσευχή», ως αίτημα παρακλήσεως προς το Θεό, υπέρ του επιουσίου άρτου. «Δως ημίν σήμερον, τον άρτον ημών τον επιούσιον…».
Θεωρείται αμαρτία, αν από το τραπέζι του φαγητού, πέσει στο έδαφος, έστω και μια μικρή ψίχα ψωμιού και από απροσεξία την πατήσουμε. Όρκοι προφέρονται για επιβεβαίωση κάποιου γεγονότος «στο ψωμί των παιδιών μου». Για δεσμούς φιλίας «μα το ψωμί που φάγαμε» ή «φάγαμε ψωμί κι αλάτι μαζί».
Πινακωτή και σκαφίδα.

Από τις τροφές, ο άρτος για την ιερότητα και την βασική του σημασία στην διατροφή του λαού, χρησιμοποιείται και με λατρευτική ή συμβολική σημασία, όπως η γαμήλια πίτα, η βασιλόπιτα της Πρωτοχρονιάς, η πίτα στον Άγιο Φανούριο, αλλά και άλλα παρασκευάσματα, όπως τα κόλλυβα για τους νεκρούς.
Η ιερή και συμβολική σημασία του άρτου, ενισχύεται στην πίστη του λαού και ένεκα της χρήσης του από την εκκλησία, ως «προσφορά» για την Θεία ευχαριστία και της διανομής του υπολοίπου ως «αντίδωρο».
Πινακωτή, σκαφιδωτή

Η παρασκευή του ψωμιού, ήταν μια χρονοβόρα διαδικασία, που ξεκινούσε από το κοσκίνισμα του αλευριού.
Επειδή οι μύλοι όταν άλεθαν το σιτάρι, δεν είχαν τις απαραίτητες υποδομές, να διαχωρίσουν το πίτουρο από το αλεύρι, οι νοικοκυρές ήταν υποχρεωμένες να το κοσκινίσουν, πριν αρχίσουν τη διαδικασία της ζύμωσης.
Προζμάς

Αφού κοσκίνιζαν, έπαιρναν το προζύμι, που ήταν ζύμη από το προηγούμενο ζύμωμα και το κρατούσαν μέσα σε ειδικό πήλινο δοχείο, που το ονόμαζαν «προζμά» ή μέσα στο αλεύρι, το οποίο ξίνιζε και τότε ήταν κατάλληλο για να χρησιμοποιηθεί.
Ο «προζμάς» ήταν μικρό πήλινο δοχείο, που προς τη μέση του άνοιγε και προς τα πάνω στένευε και είχε και καπάκι.
Προζμάς

Έβαζαν λοιπόν το προζύμι με μια μικρή ποσότητα αλευριού και χλιαρό νερό και το ζύμωναν μέχρι να σφίξει λίγο. Αυτή η διαδικασία λεγόταν «ανάπιασμα» και το άφηναν μέχρι να φουσκώσει, να «ανεβατίσει».
Συνήθως το ανάπιασμα γινόταν το βράδυ και το πρωί, απ΄ τα χαράματα σχεδόν άρχιζε το ζύμωμα. Αφού έβαζαν την αναπιασμένη ζύμη στο σκαφίδι, που ήταν από σκαλισμένο κούτσουρο πλατάνας, έριχναν αλεύρι, νερό και λίγο αλάτι, ανάλογα με την ποσότητα ψωμιού που θέλανε να φτιάξουνε και με τα χέρια σε σχήμα γροθιάς, άρχιζαν το ζύμωμα.
Όταν το ζύμωμα τελείωνε, άρχιζε το «πχέρισμα», που ήταν η διαμόρφωση της ζύμης σε καρβέλια, τα οποία τοποθετούσαν στην πινακωτή (πνακουτή ή και πλακουτή την αποκαλούσαν). Και στην οποία είχαν στρώσει ένα υφαντό ύφασμα, συνήθως άσπρου χρώματος με θαλασσιές (γεράνιες) γραμμές ή καρό (ανταμωτό), με άσπρα και γεράνια τετράγωνα. Έβαζαν λοιπόν τα καρβέλια εκεί και τα σκέπαζαν με το υπόλοιπο του υφάσματος που περίσσευε, μέχρι να ανεβατίσουν.
Αυτό ήταν το «μεσάλι.»
Σκαφίδα, για ζύμωμα

Εκεί λοιπόν στην πινακωτή παρέμεναν τα ζυμωμένα ψωμιά, για να φουσκώσουν (ανεβατίσουν), για δύο-τρεις ώρες και εν τω μεταξύ άρχιζε η διαδικασία του ανάμματος του φούρνου.
Το φούρνο τον άναβαν βάζοντας κλάρες και πουρνάρια ή και πολλές φορές και ξύλα από την «τρακάδα». Άναβαν μια μεγάλη φωτιά, οι γλώσσες της οποίας έβγαιναν από την είσοδο του φούρνου, ενώ ακούγονταν τα τριξίματα των ξύλων που καίγονταν, έκαναν δηλαδή «μπουμπούνα» όπως την αποκαλούσαν και όλο έβαζαν κλάρες και πουρνάρια τα οποία συνδαύλιζαν με το «φουρνόξυλο»
Φουρνόφτυαρο και πάνα

Τα καρβέλια, μέσα στην πινακωτή, με το μεσάλι, έτοιμα να μπούνε στο φούρνο.
Για να υπολογίσουν ότι ο φούρνος έχει «κάψει», έπρεπε να ασπρίσουν οι πέτρες στα τοιχώματα του εσωτερικού του φούρνου, αλλά και να ασπρίσει ακόμα και η είσοδος του φούρνου.
Έτοιμος λοιπόν ο φούρνος και η νοικοκυρά έφερνε την πινακωτή, όπου ήταν τα καρβέλια, ανεβατισμένα και σκεπασμένα με το μεσάλι και με τη βοήθεια του φουρνόφτυαρου, τα έριχναν στο φούρνο και έκλειναν την είσοδο με το καπάκι του, αφού προηγουμένως είχαν με το δάχτυλο δημιουργήσει μια τρύπα στην μέση του καρβελιού, για να μην δημιουργηθούν «φουσκώματα» στην κόρα του ψωμιού. Να μην καρουλιάσει, όπως έλεγαν. Το ψήσιμο κρατούσε περίπου δύο ώρες.
Καρβέλια στην πινακωτή, με το μεσάλι,
 έτοιμα να μπουν στο φούρνο

Οι πινακωτές είχαν πέντε έως επτά θέσεις για καρβέλια. Σπανίως ήταν περισσότερες, υπολογισμένες ώστε το κάθε καρβέλι να βγαίνει δυόμισι οκάδες, δηλαδή τρία περίπου κιλά.
Όταν έβγαινε το ψωμί και το μετέφεραν στο σπίτι, έπρεπε να το αφήσουν να κρυώσει. Τα καρβέλια δεν τα έβαζαν το ένα πάνω στ΄άλλο, γιατί θα πίεζαν το ένα το άλλο και θα σκλήρυνε το ψωμί. Θα γινόταν σαν «αλειψό» όπως έλεγαν. Να πούμε εδώ, ότι αλειψό έλεγαν το ψωμί που είχε ζυμωθεί χωρίς προζύμι. Όταν εμείς οι μικροί θέλαμε να φάμε ζεστό ψωμί, μας έλεγαν «περίμενε για να πάει η ψυχή του στο χωράφι». (Πιρίμιν να πάει η ψχητ΄ στου χουράφ΄).
Καρβέλια ψημένα

Όταν ήθελαν να ζυμώσουν για τη λειτουργιά, για τηγανοψώματα, για πταλιές ή για πίτες κλπ. που το ζυμάρι ήταν λίγο, χρησιμοποιούσαν ένα μικρότερο σκαφιδάκι, που κι αυτό ήταν από ξύλο πλατάνας σκαφισμένο, καθώς επίσης και μικρό κόσκινο.
Τους βαριούς χειμώνες με τα πολλά χιόνια, που το άναμμα του φούρνου ήταν δύσκολο, χρησιμοποιούσαν τη γάστρα, με την οποία έψηναν στο τζάκι το ψωμί, αλλά και με την οποία ψήνανε πίτες και διάφορα φαγητά στο ταψί.

Το πρόσφορο ή λειτουργιά (λειτρουιά).
Η παρασκευή της λειτουργιάς ή λειτρουιάς–όπως συχνότερα την αποκαλούσαν οι προγονοί μας–είχε ένα διαφορετικό τρόπο, που ξεκινούσε από την άλεση του σιταριού.
Όταν ετοίμαζαν το σιτάρι σε τσουβάλια για να τα πάνε στο μύλο, ξεχώριζαν ένα τσουβάλι στο οποίο έβαζαν το σιτάρι, από την άλεση του οποίου θα γινόντουσαν τα πρόσφορα. Το σιτάρι αυτό το είχε καθαρίσει και τακτοποιήσει μία απ΄τις γυναίκες του σπιτιού–μάνα, κόρη, νύφη κλπ.- η οποία ήταν «καθαρή», δηλαδή δεν είχε περίοδο και δεν είχε «πάει» με τον άντρα της τις μέρες εκείνες.
Πλαστήρι

Ευνόητο είναι ότι το τσουβάλι αυτό έμπαινε στο μύλο χωριστά, για να μην ανακατευτεί με το άλλο σιτάρι.
Όταν επρόκειτο να ζυμώσουν τη λειτρουιά, χρησιμοποιούσαν–οι περισσότερες, γιατί δεν είχαν όλες–ειδική σήτα, που αντί για συρμάτινη σήτα, είχε μεταξωτό πανί, εφαρμοσμένο και τεντωμένο στη βάση, ώστε οι τρύπες που σχηματίζονταν να είναι μικρότερες και έτσι δεν υπήρχε περίπτωση να εισχωρήσει πίτουρο στο αλεύρι.
Σφραγίδα (Σουφραΐδα)

Ακόμα και το προζύμι ήταν φυλαγμένο από την προηγούμενη λειτουργιά που είχαν ζυμώσει. Δεν την έβαζαν σε πινακωτή για να ανεβατίσει και να την πάνε στο φούρνο, αλλά πάνω στο «πλαστήρι» και αντί για μεσάλι την τύλιγαν με μαντίλι βαμβακερό, απ'αυτά που φορούσαν οι γυναίκες, για να μην δημιουργούνται στην επιφάνεια του ψωμιού διάφορες εσοχές ή ανωμαλίες που πιθανόν να δημιουργούσε το χοντρύτερο και υφαντό μεσάλι.
Το μαντήλι αυτό κατά προτίμηση ήταν άσπρο. Πάνω στη λειτουργιά έβαζαν τη στάμπα «σφραγίδα» ή «σουφραΐδα», όπως την αποκαλούσαν και γύρω γύρω την τρυπούσαν με μια βελόνα πολλές φορές, για να μην δημιουργηθούν σκασίματα κατά το ψήσιμο.
Το πρόσφορο ή Λειτουργιά (Λειτρουιά)

Όλ΄αυτά βεβαίως, γινόντουσαν από τη γυναίκα του σπιτιού που ήταν «καθαρή», όπως προείπαμε.
Επίσης πρόσεχαν ώστε το πρόσφορο να είναι φουσκωτό κατά προτίμηση, ώστε όταν ο παπάς έβγαζε το «ύψωμα», να μην φτάνει η λαβίδα μέχρι το κάτω μέρος της λειτουργιάς. Να μην φτάνει μέχρι την κάτω «κόρα» όπως χαρακτηριστικά έλεγαν.


Φούρνοι.


Στη Στενή των προηγούμενων ετών, δεν έχει η κάθε οικογένεια τον δικό της φούρνο, αλλά υπήρχε από ένας σε κάθε γειτονιά που εξυπηρετούσε όλα τα νοικοκυριά.
Οι φούρνοι αυτοί ήταν ιδιοκτησίες κάποιων, οι οποίοι με ευχαρίστηση άφηναν τους άλλους να φουρνίσουν.
Κάποιοι από αυτούς τους φούρνους διασώζονται ακόμα και σήμερα.
Οι φούρνοι ήταν δύο ειδών. Ήταν οι μεγάλοι φούρνοι, που χωρούσαν 10–12 καρβέλια ψωμί και οι χαμόφουρνοι, δηλαδή μικροί φούρνοι, κατασκευασμένοι τις περισσότερες φορές από μη επαγγελματίες, που χωρούσαν 4–5 καρβέλια και έκαιγαν πολύ εύκολα με λιγότερα ξύλα.
Οι φούρνοι φτιάχνονταν από λάσπη και σπασμένα κεραμίδια.
Στην Κάτω Στενή οι φούρνοι ήταν κάπως περισσότεροι από τους φούρνους που ήταν στην Πάνω Στενή. Και με δεδομένο ότι ήταν μικρότερη σε πληθυσμό, φαίνεται πως αναλογικά οι Κατωστενιώτες είχαν περισσότερους φούρνους.
Πιθανότατα αυτό θα οφείλεται στο γεγονός ότι στην κάτω Στενή το μέρος ήταν πιο ανοιχτό και τα σπίτια είχαν μεγαλύτερες αυλές «είχαν περισσότερη άπλα» και επί πλέον στην Πάνω Στενή λειτουργούσε από παλιά, ο φούρνος του Βασίλη Σιμιτζή, που κάλυπτε άμεσες ανάγκες των κατοίκων για ψησίματα αλά και για αγορά ψωμιού.
Στην Πάνω Στενή ήταν οι φούρνοι του Χουλιάρα (Τσαφλιώς), Καμαριώτη (Κολασάνας), στου Μπεληγιάννη Ιωάννη (Καλιάφα), Κατερίνας Γερακίνη (Γκρίνα), στης Μαρίας Τσιριμώκου (Κατσιτζού - Μανταβέλη), στης Μαστρογιάννη (Γιαννούλα του Κόλια), Παπαγεωργίου (Τσαγκάρη), Ντούρμα (Σαντά), Μαρίας Κορώνη (Μαρία της Βούλας), στου Μακρή (Ζούμνα), Ντούρμα Δημητρίου (Μαύρος), Ζέρβα Νικολάου του Ιωάννη, Τσακούμη Αλέκου, Παρασκευής Γιαννούκου (Παρασκευάνα), Καρλατήρα Θανάση (Σκρέτη), Λέων Δημητρίου (Κακαρά), Ντουμάνη Κωνσταντίνου (Κοτσιβή), Γάτου Δημητρίου, Βλάχου Κωνσταντίνου (Μπαραγάρη), Κατερίνας Παπαναστασίου (Παπακηρύκου).



Στην Κάτω Στενή , ήταν του Σουλτάνη (Βασλαρά), Μαστρογιάννη (Σώγαμπρου), Καμαριώτη (Παρέας), στου Κυράνα, στου Γραμματικόγιαννη (Κοτσίκω), στης Τασάς του Γιαμά, στου Βλάχου(Μαρμαρά), στου Κοντούλα, στου Καλαμάρα Χαράλαμπου, στου Καλαμάρα Χρήστου, στου Σιμιτζή (Καββαθά), Γιαλού Αθανασίου (Ταμία), Παπακωνσταντίνου (Μαναράκη), Σπυριδάκη (Καλύβα), Γιαλού Ευάγγελου (Ταμίας), Γιαννούκου Ιωάννη (Γιαννακίτσας), Κρητικού Στέλιου (Στελάκη), Κρητικού Γιώργου (Μαχαιρά), Βλάχου Αθανασίου (Φρίγγα), Παπαϊωάννου (Τέλια) και Κοντούλα Κώστα.


Πολύ πιθανόν να υπήρχαν και άλλοι που δεν μπορέσαμε να πληροφορηθούμε.

Γιάννης Γιαννούκος.

Σαπούνι


Όταν παίρνανε το λάδι από το λιοτρίβι, το βάζανε σε καζάνια και άλλα δοχεία για λίγες μέρες, για να κατακαθίσει η μούργκα. Ύστερα, καθαρό πια το έβαζαν στα δοχεία που θέλανε κι ήταν έτοιμο για χρήση.
Τη μούργκα τη βάζανε σε ένα καζάνι και ρίχνανε μέσα νερό (5-6 κιλά νερό σε 15-20 κιλά μούργκα). Ανάβανε φωτιά και η μούργκα με το νερό άρχισε να βράζει. Κατά τη διάρκεια του βρασμού, έβγαινα ν στην επιφάνεια διάφορα «σαβούρια», και άλλα περιττά πράγματα τα οποία τα μάζευαν με τον κεψέ και τα πετούσαν, ώστε να μείνει καθαρή η μούργκα (το ξαφρίζανε).

Ύστερα σβήνανε τη φωτιά και αφήνανε τη μούργκα να κρυώσει λίγο. Στη συνέχεια με μια καραβάνα παίρνανε την καθαρή πια μούργκα και τη μεταφέρανε σε άλλο καθαρό καζάνι. Αφού ρίχνανε νερό στην ίδια περίπου αναλογία όπως στην αρχή, ανάβανε φωτιά και άρχιζε πάλι να βράζει.

Η παρασκευή των γαλακτοκομικών προϊόντων


Βούτυρο: Πρώτα σουρώνουν το γάλα με ένα πανί για να φύγουν οι διάφορες ακαθαρσίες, τρίχες κ.λπ. που πιθανόν να έπεσαν μέσα στο γάλα. Το βάζουν στο κακάβι και του ρίχνουν τη μαγιά. Τότε το γάλα αρχίζει να γίνεται πιο πηχτό και στη συνέχεια το ρίχνουνε στο καδί και αρχίζουν να το χτυπάνε με τον κόφτη, περίπου 500 χτυπήματα συνεχώς και με δύναμη. Όταν αρχίζουν να γίνονται τα πρώτα «χουρμπούλια» σταματάει λίγο το χτύπημα, ρίχνουν λίγο νερό και ξαναρχίζουν. Αυτό γίνεται αρκετές φορές και όταν σχηματιστεί το βούτυρο, υπολογίζεται ότι πρέπει να έχει χτυπηθεί πάνω από 1.000 φορές. Το βούτυρο μένει από πάνω και όταν το μαζεύουμε μένει από κάτω το ξυνόγαλο.
Εδώ πρέπει να πούμε ότι στους περισσότερους κτηνοτρόφους οι ποσότητες γάλατος δεν ήταν μεγάλες και έτσι υπήρχε ένα διάστημα 10-15 ημερών που έβγαζαν μόνο βούτυρο

Η σπαρμουδιά

Η σπαρμουδιά είναι ένας από τους τέσσερις κύριους σταθμούς της γεωργικής ζωής (σπορά, θέρος, αλωνισμός και τρύγος).
Διαρκεί περισσότερο και δεν έχει σχεδόν χαρές όπως οι άλλοι. Η μόνη χαρά είναι η μυρωδιά του σκαμμένου χώματος και η όψη της οργωμένης γης, που καμαρώνει ο γεωργός κάθε βράδυ μετά τη δουλειά του, νιώθοντας την πραγματική χαρά που φέρνει αυτή η Θεία εργασία.

Προετοιμασία των χωραφιών για τη σπορά δε γινόταν, παρά μόνο σε λίγα χωράφια που θέλουν ένα ή δύο οργώματα, αν ήταν «μπαΐρια» (χωράφια ακαλλιέργητα την προηγούμενη ή τις προηγούμενες χρονιές, σκληρά, βαριά απ΄την υγρασία και γεμάτα αγριάδα). Τότε, μετά το πρώτο όργωμα, σπάζουν τις «μπλάνες» (σκληρά κομμάτια από χώμα).
Οι γεωργοί προετοιμάζονταν για τη σπορά μερικές μέρες πριν από τα πρωτοβρόχια. Ετοίμαζαν τα σύνεργα και το σπόρο.
Στη σπορά παίρνει μέρος όλη σχεδόν η οικογένεια, μικροί και μεγάλοι. Ζευγολάτης και σποριάς, είναι συνήθως ο άνδρας. Οι υπόλοιποι είναι σκαλιστάδες. Ακολουθούν δηλαδή το ζευγολάτη και σπάζουν τα «ζβόλια»*, καθώς επίσης αποψιλώνουν το οργωμένη χωράφι από διάφορα χόρτα κ.λπ.
Αφού φτάσουν στο χωράφι πρωί-πρωί και ζέψουν το ζευγάρι, ο άντρας παίρνει το σακούλι με το σπόρο στην μασχάλι και αρχίζει να σπέρνει τη σποριά. Σποριά λέμε μια λουρίδα του χωραφιού, που τη διασχίζει ο γεωργός από την μία άκρη μέχρι την άλλη και επιστρέφει, πετώντας το σπόρο δεξιά-αριστερά με προσοχή για να πέφτει κανονικά.
Αφού τελειώσει όλες τις σποριές πιάνει την κοντονουρά (χειρολαβή) του αλετριού και «σαλαγάει» (προτρέπει) τα ζώα του να αρχίσουν να περπατάνε, για να οργώσει και να σκεπαστούν οι σπόροι. Πίσω όπως προείπαμε, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας καθαρίζουν το οργωμένο από χόρτα, πέτρες, σπάζουν τα σβόλια κλπ.
Ο γεωργός πριν ξεκινήσει αυτές τις εργασίες κάνει το σταυρό του για να τον βοηθήσει ο Θεός να έχει πολύ και καλή σοδειά.
Σε επίπεδα χωράφια πολλοί πολλοί χρησιμοποιούν τη «σβάρνα»* για να σκεπαστεί ο σπόρος.
Τη σπορά στις άκρες που δεν τις πιάνει το αλέτρι δεν τις εγκαταλείπουν. Κάνουν το σκάψιμο με τον κασμά. Την εργασία αυτή τη λένε «ξάκρισμα».
Ενδιάμεσα τις εργασίας σταματούν για λίγο να κάνουν το κολατσιό τους, που το συνηθέστερο ήταν ψωμί κι ελιές, ενώ τα ζώα τρώγανε κριθάρι ή άλλες ζωοτροφές από τον «ντορβά»* που ήταν κρεμασμένος στο λαιμό τους.
Τα σύνορα των χωραφιών τα προσδιόριζαν με πέτρες ή με μεγάλα αυλάκια που χάραζαν με το αλέτρι.

➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖➖
Σβάρνα.  Πάνω σε δύο παράλληλα ξύλα μήκους ενός μέτρου περίπου και σε απόσταση πάλι ενός μέτρου το ένα απ΄ το άλλο, κάρφωναν άλλα ξύλα, έτσι που διαμορφωνόταν μια μικρή «πλατφόρμα» διαστάσεων (1χ1 μέτρα περίπου). Την δένουν πίσω από τα ζώα, πατούσαν επάνω για να δημιουργήσουν βάρος και παράλληλα καθοδηγώντας το ζώο «περιδιάβαιναν» το μόλις οργωμένο χωράφι από την μια άκρη μέχρι την άλλη, για να σκορπίζουν οι σβόλοι, να ισωματίζεται το χωράφι και να πιέζεται λίγο το χώμα για να κρατάει υγρασία μετά το πότισμα. Συνήθως το σβάρνισμα γινόταν σε χωράφια που  επρόκειτο να καλλιεργήσουν καλαμπόκι, αλλά και για άλλους καρπούς.

Ζβόλος.  Κομμάτι από σκληρό χώμα.

Ντορβάς.   Μικρός οδοιπορικός σάκος, που κρέμεται με λουρί από τον ώμο. Επίσης μικρός σάκος, γεμάτος με ζωοτροφή, που δένεται κατάλληλα στο λαιμό των ζώων , ώστε να μπορούν να τρώνε.
Γιάννης Γιαννούκος

Τα σύνεργα του γεωργού



Ο γεωργός είχε αρκετά σύνεργα, που τα έφτιαχνε μόνος του από ξύλα της περιοχής, εκτός απ' τα σιδερένια, που κατέφευγε στο σιδερά του χωριού. Τα ξύλα που χρησιμοποιούσαν ήταν συνήθως από πλατάνα. Θα αναφέρουμε μερικά, τα πιο απαραίτητα ανάλογα με τη χρήση τους.
Σύνεργα της σποράς είναι τα παρακάτω:

ΔΗΜΗΤΡΙΑΚΑ ΟΣΠΡΙΑ ΖΩΟΤΡΟΦΕΣ


Οι εργασίες ξεκινούσαν από τον Οκτώβριο, που γινόταν το όργωμα και η σπορά, για τη φάβα, τις φακές, το βίκο και τη ρόβη, καθώς και της σίκαλης (βρίζας) που χρησιμοποιούσαν τις ίνες της για να τυλίγουν τα δεμάτια στο θέρο.
Παράλληλα ξεκινούσε και το μάζεμα της ελιάς, είτε στις μέρες που δεν είχε όργωμα ή χωριζόταν η οικογένεια σε δύο ομάδες. Το μάζεμα των ελιών κρατούσε μέχρι και

Θερισμός


Ο θερισμός ξεκίναγε περί τα μέσα με τέλη Ιουνίου.
Η δουλειά αρχίζει τα χαράματα κάθε μέρα και τελειώνει αργά το βράδυ.
Το θερισμό τον έχουν αναλάβει οι γυναίκες, ενώ οι άντρες θα δέσουν και θα μεταφέρουν τα δεμάτια, θα φτιάξουν τις θημωνιές κλπ. Στο πρώτο ξεκίνημα του θερισμού, κάνουν το σταυρό τους και ανταλλάσσουν ευχές. Καλοφάγωτα. Μεχαρές. Καλά μπερκέτια κ.α.
Οι εργαζόμενοι,εκτός από θεριστές και θερίστριες, αποκαλούνται αργάτες και αργάτισες, επειδή θεριζόταν τμηματικά και κάθε τμήμα του χωραφιού το
αποκαλούσαν «έργος».
Ξεκινώντας, φτιάχνουν το πρώτο χερόβολο, που είναι στάχια όσο χω
ράει η χούφτα. Έξι χεριές κάνουν ένα λημμάρι (η λέξη ίσως γίνεται από το
λαμβάνω, λήμμα - λήμματος). Τρία λημμάρια κάνουν ένα δεμάτι, το οποίο
το τυλίγουν με βρίζα (σίκαλη). Τέσσερα δεμάτια μας κάνουν ένα φόρτω-
μα και πεντακόσια δεμάτια, μία θημωνιά.
Πολλά μηχανεύονται οι θερίστριες για να αντιμετωπίσουν τις δυσκολί-
ες του θερισμού. Έτσι, για τον ήλιο φορούν τα μαντήλια, ενώ για τις πα-
λαμονίδες (αγριόχορτα με φαρμακερά αγκάθια) και τα τριβόλια (αγκαθω
τοί σπόροι αγριόχορτου), φορούν κάλτσες στα πόδια και στα χέρια. Άλλα
ενοχλητικά αγριόχορτα, είναι οι μητρούσες, οι γκουρλομάτες, οι γαλα-
νές, οι παπαδίτσες, η κολλιτσίδα, η μτρούνα και άλλα αγκαθωτά.
Το κανάτι με το νερό, τοποθετημένο σε σκιερό μέρος (κάτω από κά
ποια αγκορτζά), σκεπασμένο με μπούρτσι από καλαμπόκι ή κουκουνάρι
από πεύκο.
Πολλές φορές, βλέπαμε τις κούνιες των μωρών να κρέμονται κάτω από
κάποια αγκορτζά ή κάποιο πουρνάρι
Που να τ΄άφηνε η μάνα του; Και το έπαιρνε μαζί της στο χωράφι.
Το μεσημεριανό κολατσιό, περιελάμβανε συνήθως τυρί, ελιές (οπωσ
δήποτε), ψωμί και ίσως λίγο γάλα από την κατσίκα που την έπαιρναν μαζί
τους για να βοσκήσει. Τέντζερης, δεν έμπαινε πάνω στη φωτιά, γιατί η πε-
ρίπτωση πυρκαγιάς ήταν πολύ μεγάλη.
Τα δεμάτια μεταφέρονται στα αλώνια, και τοποθετούνται σε θημωνιές.
Τη νύχτα μένουν εκεί και κοιμούνται, αφού φτιάξουν «απάγκιο» με δεμά-
τια. Το Σάββατο θα τελειώσουν νωρίς. Γυρίζουν όλοι στο χωριό για να πλυ-
θούν και να κάνουν την Κυριακή αργία, πηγαίνοντας στην εκκλησία. Τη
Δευτέρα η νοικοκυρά θα ξυπνήσει τα μεσάνυχτα για να ζυμώσει το βδο
μαδιάτικο ψωμί και να ακολουθήσει τους άλλους όσο μπορεί πιο γρήγο
ρα, γιατί «Θέρος, Τρύγος, Πόλεμος».

Γιάννης Γιαννούκος

ΑΛΩΝΙΣΜΑ


Μόλις τέλειωνε ο θερισμός άρχιζε το αλώνισμα. Τοποθετούσαν τα δεμάτια σε στρογγυλό σχήμα, με ένα αφαλό (κενό) στη μέση, για να ανοίξουν τους κύκλους που έκαναν τα ζώα και να μην ζαλίζονται. Κάποιοι λίγοι νοικοκυραίοι που είχαν πάρα πάνω δεμάτια έκαναν κι άλλες θημωνιές. Υπήρχαν και δυο τρεις Στενιώτες νοικοκυραίοι, που είχαν και τρεις θημωνιές.

 Στη Στενή υπήρχαν δυο αλώνια τα πέρα και τα δώθε και ο καθένας πήγαινε, ανάλογα σε ποιο ήταν το χωράφι του κοντά Τα παλαιότερα αλώνια της Στενής ήταν τα Παλιάλωνα λίγο πιο κάτω από τα σημερινά στο δρόμο για τα θυμάρια. Στο αλώνισμα ήταν η σειρά των βαλμάδων. Βαλμάς είναι ο τεχνίτης του αλωνίσματος, το ζώο και το ντουέν. Στο αλώνισμα έμπαινε και το πνεύμα της αλληλοβοήθειας «τα δαν(ει)κά».

ΤΟ ΜΑΖΕΜΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ



Το μάζεμα της ελιάς στη Στενή άρχιζε το Νοέμβριο, όμως από πριν πήγαιναν και συνέλεγαν την «χαμάδα» ελιές που είχαν πέσει από το δέντρο λόγω ωρίμανσης ή από τον αέρα.
Ακόμα νωρίτερα πήγαιναν και καθάριζαν το λιοχώραφο, από χόρτα, και άλλα ζιζάνια, αλλά επειδή τα περισσότερα κτήματα ήταν επικλινή (κατηφορικά), τραβούσαν τα καθαρισμένα χόρτα και λίγο χώμα κάνοντας ένα φράγμα στο κάτω μέρος του χωραφιού ώστε να μην κυλούν οι ελιές και χάνονται στις καναλιές.
Οι περισσότερες ελιές των Στενιωτών βρίσκονται στην περιοχή «Σκουντέρι»
Όπως πληροφορούμαστε από το βιβλίο του Δημητρίου Γιαννούκου, «Το χρονικό της Στενής του Νομού Ευβοίας», μέχρι το 1934 η δενδροκαλλιέργεια ήταν δύσκολη λόγω της ανεπτυγμένης κτηνοτροφίας. Δώδεκα χιλιάδες πρόβατα, 350 κεφάλια βόδια, υπολογίζοντας τον αριθμό των κατσικιών , των μουλαριών, των γαϊδουριών αλλά και των πάσης φύσεως οικόσιτων ζώων και όλα αυτά ελεύθερης βοσκής καθιστούσε

H μελισσοκομία

Από τα παλιά χρόνια η μελισσοκομία, υπήρχε σαν απασχόληση, με μικρή παραγωγή πάντα στη Στενή.
Δεν μπορούσε να χαρακτηριστεί επάγγελμα, λόγω του μικρού αριθμού των μελισσιών.
Καπνιστήρι.
Φιλοδοξία τους ήταν να βγάλουν το μέλι της χρονιάς και αν περίσσευ, να το πουλήσουν ή να το ανταλλάξουν με άλλα προϊόντα.
Ο λόγος ήταν η έλλειψη μεταφορικών μέσων, αλλά και η έλλειψη διευκολύνσεων που παρέχει σήμερα η τεχνολογία στον μελισσοκόμο.
Τα μελίσσια δεν ήταν όπως οι σημερινές κυψέλες, αλλά τα κουβέλια, τα οποία τα έφτιαχναν μόνοι τους.
Αυτοί που κυρίως είχαν μελίσσια ήταν όσοι ασχολούνταν με τη γεωργία, επειδή είχαν κατά διαστήματα χρόνο να ασχοληθούν με το αντικείμενο ή μπορούσαν να αναβάλουν για λίγο μια γεωργική δουλειά, προκειμένου να ασχοληθούν με τα μελίσσια.
Αντίθετα οι κτηνοτρόφοι, που είχαν να κάνουν με ζωντανά πλάσματα, δεν είχαν ελεύθερο χρόνο. Τα πρόβατα ήθελαν κάθε μέρα βόσκημα, άρμεγμα, αλλά και στη συνέχεια η παρασκευή των γαλακτοκομικών προϊόντων, δεν τους άφηνε περίσσιο χρόνο.
Οι περισσότεροι είχαν 20 με 30 κουβέλια. Ελάχιστοι είχαν περισσότερα.
Τα μελίσσια τα μετέφεραν με τα ζώα και σε κάθε ζώο μπορούσες να φορτώσεις μέχρι τέσσερα το πολύ πέντε κουβέλια.
Έτσι έκοβαν τους κορμούς και μετά τους κούφωναν.
Περπατούσαν μια νύχτα ολόκληρη, για να φτάσουν το πρωί στο σημείο που υπήρχε η κατάλληλη βοσκή (έλατο, θυμάρι, πεύκο κλπ).
Για την ασφαλή μεταφορά τους, ασφάλιζαν τους δύο πάτους πάνω και κάτω με πανί, το οποίο έδεναν γύρω-γύρω με σχοινί. Από τις δύο μεριές του σαμαριού έβαζαν δύο σανίδες και εκεί πάνω ακουμπούσαν και έδεναν τα κουβέλια.
Η κατασκευή του κουβελιού ήταν δύσκολη υπόθεση. Για να αποφύγουν την χρονοβόρα επεξεργασία του, έψαχναν για κορμούς πλατάνας με κενό (κουφάλα).
Χρησιμοποιούσαν κυρίως κορμούς πλατάνας στρογγυλούς και σιγά σιγά τον κούφωναν. Έτσι αυτή η διαδικασία μπορούσα να κρατήσει και τρεις μέρες.
Μετά το τρυπούσαν για να μπούνε τα ξυλάκια όπου θα έφτιαχνε η μέλισσα την κερήθρα.
Ο τρύγος γινόταν με τελείως διαφορετικό τρόπο από σήμερα.
Άνοιγαν από πάνω το κουβέλι και έκοβαν την κερήθρα. Για να ξεχωρίσουν το μέλι από το κερί, το έβαζαν επάνω σε φωτιά και αφαιρούσαν λίγο-λίγο στίβοντας το κερί.
Στο τέλος έμεναν τα «αποκέρια», δηλαδή τα στιμμένα κεριά και το δεύτερης ποιότητας μέλι (χούμελι). Το μέλι που έβγαινε από το «κάψιμο», δεν ήταν τόσο καλό, όσο αυτό που βγαίνει σήμερα χωρίς να «καεί».
Ενδεικτικό είναι ότι μόλις εφαρμόστηκε η νέα μέθοδος εξαγωγής του μελιού, τα πρώτα χρόνια διαφήμιζαν το μέλι σαν «άκαο».
Κουβέλια.
Ακολουθούσε το δεύτερο βράσιμο, από το οποίο στίβοντας με το χέρι τα κεριά, έπαιρναν την χούμελι, το δεύτερης ποιότητας μέλι.
Το κερί που έμενε το πήγαιναν στον κεροστύφτη, του ασκούσαν μεγάλη δύναμη πιέζοντας με το ψαλίδι και όσο έπαιρναν από εκεί ήταν το καθαρό κερί.
Μερικά από τα σύνεργα που είχε ο μελισσοκόμο ήταν
Το καπνιστήρι:  Για να καπνίσουν το μελίσσι και η πιο συνηθισμένη καυστική ύλη ήταν η ξεραμένη σβουνιά (κόπρανα βοοειδών).
Μελισσομάχαιρο: Ήταν ένα μακρύ μαχαίρι ικανό να φτάνει μέχρι το σταυρό του κουβελιού με το οποίο έκοβαν τις κερήθρες. 
Σκάφη ή κηροσκάφη:.Ήταν μια μεγάλη σκάφη ειδική για να βάζουν τις κερήθρες κατά την επεξεργασία
Κηροτσαντήλα: Έμοιαζε με την μάλλινη τυροτσαντήλα Αντί για το πηγμένο γάλα, έβαζαν μέσα το κηρόμελο και την κρεμούσαν πάνω από την κεροσκάφη. Εκεί σιγά-σιγά έσταζε το μέλι.
Τσαντηλοσάκουλο: Μάλλινο σακί, ίδιας ύφανσης με την κηροτσαντήλα. Εκεί έστιβαν το κερόμελο, ρίχνοντας ταυτόχρονα λίγο καυτό νερό και το μέλι πεταγόταν έξω από το τσαντηλοσάκουλο. 
Πλαστήρι-κηρόξυλο:. Έβαζαν το πλαστήρι λοξά μέσα στην κηροσκάφη, απίθωναν πάνω του το γεμάτο με κηρόμελο τσαντηλοσάκουλο και με ένα ξύλο, σαν στειλιάρι τσαπιού το συνέθλιβαν. Έτσι πεταγόταν έξω το μέλι και έμεινε μέσα το κερί. Αυτή ήταν η χρησιμοποιούμενη μέθοδος για μικρές ποσότητες, που ήταν και η πιο συνηθισμένη. 
Μελοστίφτης:. Ήταν ειδικό εργαλείο ξύλινο με το οποίο πολλαπλασιαζόταν η φυσική μυϊκή δύναμη συμπίεσης του κηρόμελου. Μεταξύ του σημείου εφαρμογής της δύναμης και του υπομοχλίου έμπαινε το τσαντηλοσάκουλο, το οποίο δεχόταν πολλαπλάσια δύναμη από αυτήν που εφάρμοζε ο μελισσοκόμος.
Μετά το στίψιμο του κηρόμελου και την εξαγωγή του μελιού μέσα στο σακί έμεναν οι κηρήθρες. Τοποθετώντας και πάλι το, γεμάτο κηρήθρες, τσαντηλοσάκουλο στο πλαστήρι το έστι
βαν ξανά με το κηρόξυλο, αφού πρώτα του έριχναν άφθονο καυτό νερό. Το κερί έλιωνε και συμπιεζόμενο πετιόταν έξω από το τσαντηλοσάκουλο και επέπλεε σαν λάδι μέσα στο νερό που περιείχε η κηροσκάφη. Όταν κρύωνε και έπηζε, υπό μορφή πέτσας στην επιφάνεια, το συνέλεγαν, το έβαζαν σ΄ ένα καζάνι και το ξανάλιωναν. Το καθαρό πλέον λιωμένο κερί το έχυναν σε διάφορα τσουκάλια ή αλλά δοχεία πήλινα με επίπεδη βάση, όπου εκεί σταθεροποιούταν και έπαιρνε την φόρμα του, που ήταν και η εμπορική συσκευασία του. 

Γιάννης Γιαννούκος.